Λόγοι δουλειάς και όχι διακοπών με αναγκάζουν να σταματήσω για λίγο τις δραστηριότητες του μπλόγκ, μέχρι να περάσει η φούρια. Το σεντόνι που σας αφήνω θα ήταν η συμμετοχή μου σε ένα
διαγωνισμό διηγήματος με θέμα το ιντερνέτ. ‘Όπως ήταν φυσικό δεν πρόλαβα την ημερομηνία (τέλος Ιούνη). Δεν πειράζει. Εκεί συμμετέχουν φίλοι και φίλες (και μετά από δική μου παρότρυνση) και τους εύχομαι καλή επιτυχία. Έστω και σε έναν από εσάς να αρέσει αυτή η πρώτη μου απόπειρα γραφής, χαλάλι τα ξενύχτια που ξόδεψα για να το γράψω. Θα σας επισκέπτομαι κάθε φορά που θα κλέβω λίγο χρόνο. Καλό καλοκαίρι και καλά να είστε!!! :)))
Μαύρη οθόνη

Ο Άρης Αποστόλου ήταν ένας συνηθισμένος άντρας. Τα χρόνια που πέρασαν του είχαν αφαιρέσει μαλλιά, του είχαν κόψει λίγη από την ορμή της νιότης του, αλλά του είχαν προσθέσει γνώση και μια γοητεία από αυτή που έχουν όσοι άνθρωποι ξέρουν τι θέλουν. Διατηρούσε εδώ και καιρό μια ανθηρή επιχείρηση στο κλάδο του μετάλλου. Παλιός αριστερός, της γενιάς του Πολυτεχνείου, βρέθηκε αμήχανος με τη κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού. Ξαφνικά ένοιωσε ένα τεράστιο κενό μέσα του. Όχι ακριβώς προδομένος αλλά παγιδευμένος σε ένα δρόμο αδιέξοδο. Είχε παρατήσει τις σπουδές του γιατί το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να αλλάξει τον κόσμο. Όταν συνειδητοποίησε ότι δεν θα τα καταφέρει, γύρισε σελίδα στη ζωή του και αποφάσισε να τον κατακτήσει.
Έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά. Με τον ίδιο ενθουσιασμό που είχε τότε σαν μαθητής. Αλλά και με γνώσεις πολλές για την οικονομία και τη πολιτική. Ήταν οργανωτικό μυαλό και ταυτόχρονα ήξερε. Ήξερε πώς να στήσει μια δουλειά, να επιλέξει συνεργάτες, να χειριστεί μια τράπεζα, να αντιμετωπίσει έναν ανταγωνιστή. Κυρίως όμως ήξερε να επιχειρηματολογεί και να πείθει. Τελικά τίποτα δεν πάει χαμένο σκέφτηκε όταν αναλογίστηκε τις χιλιάδες ώρες συζητήσεων, ομιλιών και διαβάσματος που ξόδεψε για να ανταποκριθεί και να επιπλεύσει στον άγριο κόσμο μιας αριστερής οργάνωσης. Ότι ποιο ανταγωνιστικό, σε μια εποχή που γνώρισε τη ποιοτικότερη ανάπτυξή της. Και τη πιο φιλόδοξη.
Η οικονομική άνεση που ακολούθησε, πέρα από ένα φυσιολογικό για την εποχή του καταναλωτισμό, δεν του άλλαξε ιδέες και συνήθειες. Μακριά από αυτόν κάθε σκέψη για χλιδή και επιδειξιομανία. Δεν πήρε σπίτι στην Εκάλη, δεν οδηγούσε Μερσεντές και τα παιδιά του πήγαιναν σε δημόσιο σχολείο. Και βέβαια εξακολουθούσε να μη πηγαίνει τις Κυριακές στην εκκλησία. Ποτέ δεν σταμάτησε να ασχολείται με την πολιτική. Όχι ενεργά μέσα από κάποιο κόμμα και χωρίς να υποστηρίζει κανένα, διάβαζε και ενημερωνόταν καθημερινά και για τα πάντα.
Παντρεύτηκε τη Μαριάνθη, μια αδύνατη μελαχρινή γυναίκα, μετρίου αναστήματος και με γλυκά χαρακτηριστικά, από αυτά που δεν σε τρελαίνουν, αλλά σίγουρα τα ρίχνεις μια δεύτερη ματιά. Γνωρίστηκαν σε μια διαδήλωση εντελώς τυχαία. Χρειάστηκε να σχηματίσουν αλυσίδα για τη προστασία της πορείας. Η Μαριάνθη μόλις έπιασε το χέρι του και το έσφιξε για λίγο, πλημύρισε από κείνη τη βεβαιότητα, που δίνει η ανατριχίλα που διαπερνά τη ραχοκοκαλιά, ότι αυτός θα είναι ο ένας και μοναδικός άντρας της ζωής της. Τον αγάπησε και του στάθηκε με τη ντομπροσύνη που έχουν οι γυναίκες όταν συναντούν αυτά τα λίγα και απλά πράγματα που αναζητούν σε μια σχέση. Ένοιωσε κοντά του τη βασική και απαραίτητη προϋπόθεση για να γεννήσει τα παιδιά της. Ασφάλεια. Με τη πάροδο του χρόνου καλλιέργησε και ανάπτυξε στο έπακρο το χαρακτηριστικό της εκείνο για το οποίο ήταν προορισμένη. Τη φροντίδα των παιδιών και του σπιτιού. Το ανάπτυξε σε τέτοιο βαθμό που ξέχασε όλα τα άλλα. Ο γάμος του με τη Μαριάνθη είχε κριθεί οριστικά και αμετάκλητα πετυχημένος. Αυτό υποθέτανε οι γνωστοί, αυτό έλεγαν οι συγγενείς, αυτό πίστευαν οι φίλοι. Και κυρίως αυτό αποδείκνυε με όλο της το είναι η Μαριάνθη. Για τον Άρη, εδώ και μερικά χρόνια, ο γάμος του είχε αυτή την ίσια, γραμμή, που έχει ο καρδιακός παλμογράφος μετά την αποδήμηση του ασθενή. Ο χαρακτηριστικός του ήχος όμως, αυτός ο περίεργος βόμβος που θυμίζει απόκοσμο τραγούδι φάλαινας, πέρα από την υπενθύμιση της ύπαρξης, του είχε γίνει και συνήθεια.
***
Με το διαδίκτυο δεν είχε καμιά ιδιαίτερη σχέση. Ασχολήθηκε για πρώτη φορά την εποχή της τρέλας του χρηματιστηρίου με την παρακολούθηση ζωντανά της συνεδρίασης. Για όσο καιρό κέρδιζε όλα ήταν μια χαρά. Όταν όμως έχασε όλα του τα κέρδη και τα μισά σχεδόν από τα λεφτά που με τόσο κόπο είχε μαζέψει, τα παράτησε και έκανε χρόνια να ακουμπήσει ποντίκι και πληκτρολόγιο. Όμως η εξέλιξη της ζωής και οι ανάγκες της δουλειάς τον υποχρέωσαν να τα ξαναπιάσει. Αυτή τη φορά η σχέση χτίστηκε αργά και σταθερά. Η δημιουργία ιστοσελίδας της επιχείρησης, η παρακολούθηση αντίστοιχων σελίδων των ανταγωνιστών και οι εξελίξεις στο κλάδου του μετάλλου σε παγκόσμιο επίπεδο, τον απασχολούσαν αρκετά κατά τη διάρκεια της εργασίας του. Αν και η ενημέρωσή του ήταν σχεδόν αποκλειστικά από την εφημερίδα και ελάχιστα από την τηλεόραση, τον γοήτευε η αμεσότητα της είδησης και η ποικιλία των πηγών, αυτό που με μοναδικό τρόπο προσφέρει το ιντερνέτ.
Η μεγάλη του κόρη του έδειξε τον τρόπο να ψάχνει και να βρίσκει όλα αυτά που χρειαζόταν. Έμεινε έκπληκτος από τον πλούτο της πληροφορίας. Βέβαια με τον καιρό έμαθε ότι όλα αυτά πρέπει να τα φιλτράρει, αλλά για αυτόν ήταν εξαιρετικά εύκολο να το κάνει. Η σχέση του με τον υπολογιστή αναβαθμίστηκε.
Μια μέρα λοιπόν, ο Άρης έψαχνε να βρει μια επιχείρηση του κλάδου του στη περιοχή του Μονάχου. Δεν του είχαν δώσει σωστά το όνομά της και είχε χαθεί μέσα σε ένα χαμό από πληροφορίες με επίκεντρο το Μόναχο. Αφού είχε ξοδέψει αρκετό από το χρόνο του, απογοητευμένος ετοιμαζόταν να τα παρατήσει όταν η ματιά του έπεσε σε ένα ιστιολόγιο, το γνωστό με την ονομασία μπλογκ, μιας ξενιτεμένης ελληνίδας. Δεν είχε ξαναδιαβάσει κάτι τέτοιο. Μέχρι τότε αυτά που γνώριζε για τα ιστιολόγια, ήταν η αναφορά τους από την εφημερίδα για κάποιες διαμαρτυρίες τους και μια συγκέντρωση που είχαν κάνει με αφορμή τις περσινές πυρκαγιές. Από το λίγο που ασχολήθηκε, είχε σχηματίσει την άποψη, ότι είναι μαχητικά μετερίζια για τα δικαιώματα του ανθρώπου, ένας τόπος καταγγελίας των κυβερνήσεων και των συμφερόντων που αυτές εξυπηρετούν.
Τούτο δω όμως ήταν διαφορετικό. Δεν θα το χαρακτήριζε ημερολόγιο με την αυστηρή έννοια του όρου. Μάλλον καταθετήριο ψυχής. Μέσα από τη βίωση της καθημερινότητας, μέσα από ιστοριούλες και ευτράπελα, τραγούδια και βιντεάκια, μπόρεσε να διακρίνει έναν ευαίσθητο άνθρωπο. Του άρεσε ο τρόπος γραφής της. Με πολύ καλό χειρισμό της γλώσσας, με χιούμορ υψηλού επιπέδου, με ένα παράπονο χωρίς ίχνος κακομοιριάς, και με μια καταγγελία που φανέρωνε γνώση και άποψη. Κόλλησε για ώρα πολύ σε τούτο το μπλογκάκι. Διάβαζε τις αναρτήσεις πρώτα με τη θεματολογία τους, μετά με χρονολογική σειρά. Διάβαζε και τα σχόλια που της άφηναν φίλοι και γνωστοί. Σταμάτησε όταν τα μάτια του έβλεπαν αστράκια από τη κούραση.
Στην επιστροφή για το σπίτι, οδηγούσε αφηρημένα, χαμένος στις σκέψεις του. ‘Ήταν φανερό. Όλο αυτό που διάβασε τον είχε βαθύτατα εντυπωσιάσει. Στο ραδιόφωνο το τραγούδι έλεγε, η ευτυχία είν' αυτό που περιμένουμε να 'ρθει, αλλά ούτε που το άκουσε.
***
Από κείνη την ημέρα άρχισε συστηματικά να την παρακολουθεί. Διάβασε τα κείμενα πιο προσεκτικά, έψαξε να βρει οτιδήποτε αναφερόταν σε αυτή, να μαντέψει ηλικία, να δει αν είναι παντρεμένη, χωρισμένη ή λεύτερη. Περίμενε με αγωνία τις νέες αναρτήσεις της. Ευτυχώς ήταν πολυγραφότατη. Ένας χείμαρρος γραφής, μια μηχανή παραγωγής αναρτήσεων. Βασανίστηκε πολύ με την ιδέα να της γράψει. Με τίποτα όμως δεν του έβγαινε. Έγραφε και διέγραφε συνεχώς. Ήθελε να την εντυπωσιάσει. Έβλεπε και όλους αυτούς που την περιτριγύριζαν και μέσα από σχόλια δήθεν περισπούδαστα, την φλέρταραν άγαρμπα. Είχε προσέξει τον ευφυέστατο τρόπο με τον οποίο τους απέφευγε χωρίς να τους απομακρύνει. Μερικές φορές φαινόταν να το απολαμβάνει, άλλες πάλι ξεχώριζε την αποξένωσή της και το κλείσιμο στον εαυτό της. Τελικά της έστειλε ένα σχόλιο σαν ανώνυμος. Ήταν μια φιλική παρατήρηση με μια δόση κυνικότητας και λεπτής ειρωνείας για ένα προγενέστερο σχόλιο. Η απάντηση ήρθε αμέσως και πληρωμένη. Ανεβαίνει ο βαθμός δυσκολίας σκέφτηκε και αυτό αντί να τον αποθαρρύνει τον τράβηξε ακόμα πιο πολύ. Αυτή η μορφή ανταλλαγής σχολίων και αλληλοκαρφωμάτων με χιούμορ συνεχίστηκε για ένα διάστημα. Διαπίστωσε ότι είχε τραβήξει τη προσοχή της και προετοίμασε το επόμενο βήμα. Της έστειλε ένα σύντομο μέιλ.
«Ο Ανώνυμος στέκεται μπροστά σου ηττημένος και ευελπιστεί στη μεγαλοψυχία σου. Άρης Αποστόλου»
Το πρωί που άνοιγε τον υπολογιστή, παρατήρησε ότι από μικρό παιδί είχε να νοιώσει τέτοια προσμονή και λαχτάρα. Είδε το μήνυμα και πήρε βαθιά ανάσα πριν το ανοίξει.
«Αν είχα τη διεύθυνσή σου θα είχα συνθηκολογήσει προ πολλού. Αθηνά Δημητρίου».
Ένοιωσε μια άγρια ικανοποίηση. Τελικά όσο και αν δεν ήθελε να το παραδεχτεί, είχε μεγάλη ανάγκη αυτή την επιβεβαίωση. Από την άλλη προβληματίστηκε πολύ για τη συνέχεια που θα δώσει. «Εντάξει, έκανες το κομμάτι σου, πήρες την νίκη που επεδίωξες, ξεκόλλα» είπε στην αρχή μέσα του προσπαθώντας να πείσει τον εαυτό του ότι έχει σοβαρότερα πράγματα να κάνει. Είναι περίεργα όντα μερικοί άνθρωποι. Ενώ είναι λάτρεις της λογικής, κήρυκες του ορθολογισμού, ενώ μιλάνε και υποστηρίζουν παθιασμένα για μεγαλεπήβολους στόχους που πρέπει να έχεις στη ζωή, να μην θαμπώνεσαι από το εφήμερο, είναι απορίας άξια η ευκολία με την οποία αφήνονται να παρασυρθούν. Σαν έτοιμοι από καιρό.
Τα πράγματα πήραν τη φυσιολογική ροή τους. Στην αρχή συνομιλία μέσω υπολογιστή. Ακολούθησε το τηλέφωνο. Της μίλησε ανοιχτά και για όλα. Της είπε όλη την αλήθεια για τον εαυτό του, την οικογένειά του, τη δουλειά του. Εισέπραξε επίσης αλήθεια. Τελικά τίποτα δεν μπορεί να χτισθεί πάνω σε ψέματα. Ένα τυχαίο γεγονός θα τα καταστρέψει όλα.
Η Αθηνά του μίλησε για τη ζωή της. Για το μεγάλο και καταστροφικό έρωτα που τη σημάδεψε. Ξενιτεύτηκε στη Γερμανία με αφορμή τη δουλειά της. Η πραγματική αιτία όμως ήταν ο Θανάσης. Ήθελε απεγνωσμένα να φύγει, να ξεχάσει. Και ξεχάστηκε.
Μέρα με τη μέρα το δέσιμο γινόταν όλο και πιο σφιχτό. Ο ένας αποτελούσε μεγάλη έμπνευση για τον άλλο. Την έκανε να γελάει μέχρι δακρύων, να τον παρακαλάει να σταματήσει γιατί θα την απολύσουν. Άλλοτε πάλι παίρνοντας το ύφος του καθοδηγητή, που τόσο καλά γνώριζε, της ανέλυε πράγματα και καταστάσεις με ένα μοναδικό τρόπο που την έκανε να κρέμεται από χείλη του.
Το δέσιμο έγινε εξάρτηση. Αργά αλλά σταθερά, βυθιζόταν σε μια κατάσταση πρωτόγνωρη γι αυτόν. Είχε παρατήσει τη δουλειά του, όχι αυτή καθεαυτή, αλλά τις σημαντικές εκείνες λεπτομέρειες που την οδηγούν στην επιτυχία. Οι συνεργάτες του δυσφορούσαν αλλά κανένας δεν τολμούσε να του πει κάτι. Σε ένα διάδρομο του φάνηκε ότι άκουσε κάποια ψιθυριστά σχόλια από υπαλλήλους του, αλλά δεν έδωσε συνέχεια. Βιαζόταν να πάει στο γραφείο του και τον υπολογιστή.
***
Τι είναι αυτό που σε κάνει τόσο πολύ να θέλεις έναν άγνωστο ουσιαστικά; Εντάξει μιλάς μαζί του και πολύ μάλιστα. Συμφωνείς στα περισσότερα, έχεις ή ανακαλύπτεις τις ίδιες αναζητήσεις, τις ίδιες ανησυχίες. Αρκεί όμως αυτό για να πεις ότι θέλεις κάποιον απεγνωσμένα; Μπορεί μια φωτογραφία, που σε τελική ανάλυση είναι ένα ψέμα, με την έννοια ότι αναπαριστά κάτι που έχει περάσει και έχει τελειώσει, να αντικαταστήσει το μαγνητικό πεδίο που δημιουργείται όταν συναντιούνται δυο βλέμματα; Μπορεί μια περιγραφή, όσο περίτεχνη και να είναι, να έχει το ίδιο αποτέλεσμα με την ανατριχίλα που φέρνει ένα χάδι; Και αυτό το φιλί με τα σκασμένα χείλη που δίνει το πρόγραμμα συνομιλίας είναι δυνατόν να έχει καμιά σχέση με το μυρμήγκιασμα που προκαλεί σε όλο το σώμα ένα φιλί γεμάτο ανομολόγητο πόθο; Μπορείς τελικά να ερωτευθείς κάποιον χωρίς να τον μυρίσεις, χωρίς να τον πασπατέψεις; Αυτά και άλλα ερωτήματα βασάνιζαν το μυαλό του Άρη. Χρόνια υλιστής, μετά από πολύ μελέτη και ψάξιμο, αισθανόταν άβολα με όλη αυτή την κατάσταση. Κάπου είχε χάσει τον έλεγχο, κάπου δεν μπορούσε να το εξηγήσει με όλα αυτά που ήξερε.
Μάλλον πρέπει να είναι κράμα διαίσθησης και ελπίδας. Διαίσθηση, που σου δίνει όλο αυτό το αλισβερίσι ότι πρόκειται για ένα σπουδαίο άνθρωπο. Ελπίδα, γιατί ακόμα περιμένεις αυτό το κάτι που σου χρωστάει η ζωή. Δεν μπορείς με τίποτα να συμβιβαστείς στην ιδέα ότι η παράσταση τελείωσε τόσο άδοξα. Και όσο περνάνε τα χρόνια τόσο η ελπίδα γίνεται απελπισμένη. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι η Αθηνά είχε αναστατώσει τη ζωή του. Και το χειρότερο ότι όλη αυτή η κατάσταση του άρεσε.
Η συνάντηση μεταξύ τους φάνταζε αναπόφευκτη. Άρχιζαν να την προετοιμάζουν από κοινού. Ο Άρης έπρεπε να βρει ένα αληθοφανές ψέμα. Είχε καιρό να ταξιδέψει στο εξωτερικό. Αυτή τη δουλειά την είχε φορτώσει στο δεξί του χέρι, το Γιάννη Σαμιώτη, που τυπικά είχε τη θέση του διευθυντή πωλήσεων, αλλά ουσιαστικά ήταν αντ' αυτού.
Του έκανε εντύπωση η ευκολία με την οποία ξεστόμισε το ψέμα, χωρίς καμιά τύψη, και ακόμα περισσότερο η ευκολία με την οποία το αποδέχτηκε η Μαριάνθη. Λες και μερικά πράγματα είναι γραφτό να γίνουν.
Μόλις τακτοποιήθηκαν όλα, ημερομηνίες και εισιτήρια, άρχισαν τα ζόρια. Όλη η ανασφάλεια του κόσμου, συμπυκνωμένη, ήρθε και στρογγυλοκάθισε απέναντί του. Τον κοίταξε επίμονα στα μάτια και άρχισε το σφυροκόπημα:
-Η κοιλιά σου δεν λέει να ισιώσει.
-Τα μαλλιά σου αραίωσαν κι άλλο.
-Να χαρώ εγώ κορμοστασιά!
Τον είδε κουμπωμένο και προβληματισμένο και τον αποτελείωσε.
-Που πας ρε Καραμήτρο; Το ρεζιλίκι δεν το σκέφτεσαι;
Σηκώθηκε από το γραφείο, κλώτσησε τη καρέκλα με μανία και μονολόγησε δυνατά, σχεδόν φωνάζοντας:
-Εγώ θα πάω και ας είναι το τελευταίο πράγμα που θα κάνω!
***
Το αεροπλάνο ετοιμαζόταν για τη προσγείωση. Ο Άρης ήταν ήρεμος και αποφασιστικός. Το ουίσκι που είχε πιει με μεγάλη ευχαρίστηση, είχε συμβάλει σε αυτή τη κατάσταση. «Ότι είναι να γίνει θα γίνει» σκέφτηκε την ώρα που κατέβαινε τις σκάλες για την έξοδο. Την ξεχώρισε αμέσως ανάμεσα στο πλήθος. Το χαμόγελό της έστειλε αδιάβαστη την ηρεμία του. Τα πόδια του βάρυναν και η τσάντα του φάνηκε ασήκωτη. Όλα όσα σχεδίαζε επί ώρες να της πει μόλις την έβλεπε, πήγαν στράφι. Πλησίασε και της έδωσε ένα αμήχανο φιλί στο μάγουλο. Το μπλε τριαντάφυλλο που αγόρασε πέντε ευρώ στο αεροδρόμιο της Αθήνας το ξέχασε στην εσωτερική τσέπη του σακακιού.
Τον πήρε από το χέρι και τον οδήγησε στο αμάξι της. Στη διαδρομή μέχρι το παρκινγκ την έκοβε από πάνω μέχρι κάτω. Φορούσε ένα κολλητό ξεβαμμένο μπλουτζίν μια μπλούζα σε ανοιχτό μπλε χρώμα και ένα δερμάτινο σακάκι. Σχεδόν στο ύψος του, με μαύρα μαλλιά. Λένε ότι πρώτη εντύπωση είναι αποφασιστική. Καλά το λένε. Προσπάθησε να διώξει λίγη από την ένταση.
-Πάμε να φύγουμε σύντομα γιατί η Χίλντα με μίσησε θανάσιμα.
-Ποια είναι η Χίλντα, ρώτησε με απορία η Αθηνά.
-Αυτή η τεράστια δίμετρη μπατσίνα που στεκόταν δίπλα σου. Είδα πόσο τρυφερά σε κοίταζε και αμέσως μετά το δολοφονικό της βλέμμα σε μένα μόλις σε φίλησα.
Η Αθηνά ξέσπασε σε ένα κελαριστό αβίαστο γέλιο.
-Έχουμε όμως ασφάλεια στη Γερμανία, αντέτεινε.
-Ασφαλίτικη ασφάλεια. Να μου λείπει. Ελλάδα και πάλι Ελλάδα, της απάντησε.
-Και εκεί όμως αλλάζουνε τα πράγματα. Κάναμε Ολυμπιακούς χωρίς παρατράγουδα.
-Τι να σου πω. Χωρίς να λειτουργεί το χρυσοπληρωμένο συμφοράι, με λιμάνια και αεροδρόμια ξέφραγα αμπέλια, με το κρατικό μηχανισμό παιδικά χαρά, είναι να απορείς πως δεν ανατινάχτηκε ολόκληρη η χώρα.
-Πάντα υπερβολικός, είπε η Αθηνά. Εσύ πως το εξηγείς, τον ρώτησε.
-Η πιο πιθανή εξήγηση είναι ότι κανένας τρομοκράτης δεν ρισκάρισε να παίξει με την υστεροφημία του και να ανατιναχτεί στην Ελλάδα. Θα γινόταν ανέκδοτο στους γνωστούς του. «Θεέ μου τι λέω!» είπε μέσα του με απόγνωση.
-Σταμάτα, θα τρακάρουμε του απάντησε πνιγμένη στα γέλια.
Σταμάτησαν για καφέ. Η ένταση είχε φύγει εντελώς. Τη θέση της είχε πάρει η σιγουριά για το σωστό της επιλογής. Και αμέσως μετά η ανυπομονησία. Τα σώματα είχαν το δικό τους κώδικα και έγραφαν στα παλαιότερα των υποδημάτων τους, ντροπές, αναστολές, αμηχανίες.
Έφτασαν στο σπίτι. Πολύ αργότερα θα πρόσεχε ότι ήταν ένα άνετο διαμέρισμα τριών δωματίων επιπλωμένο με πολύ γούστο. Εκείνη τη στιγμή υπήρχε πολύ ηλεκτρισμός στην ατμόσφαιρα. Κοιτάχτηκαν στα μάτια σιωπηλοί, σε μια προσπάθεια να υπολογίσουν το μέγεθος του κατακλυσμού που θα ακολουθούσε. Την ώρα που την αγκάλιαζε, η μυρωδιά της του θύμισε ανεκπλήρωτα όνειρα.
Το φιλί που ακολούθησε έσβησε κάθε σκέψη. Η αίσθηση της πρώτης επαφής, τους άφησε για μια στιγμή άφωνους. Σταμάτησαν απορημένοι και έκπληκτοι, σα να μη πίστευαν αυτό που συνέβαινε. Ξαναφιλήθηκαν με μια μανία που τους μάτωσε τα χείλη. Παραπατώντας ακούμπησαν σε ένα καναπέ που βρέθηκε μπροστά τους. Συνέχισαν να φιλιούνται με στιγμιαίες παύσεις που δημιουργούσε το βγάλσιμο των ρούχων. Ήταν τέτοια η λαχτάρα και ο πόθος τους για ένωση που κάθε προκαταρκτικό εκείνη τη στιγμή φάνταζε περιττή και ανόητη πολυτέλεια.
Μπήκε μέσα της βιαστικά και ανυπόμονα. Σχεδόν βίαια. Ένα παρατεταμένο βογγητό ανακούφισης και ικανοποίησης από τη μεριά της ήταν ο πιο γλυκός ήχος που άκουσε ποτέ. Ο Άρης το είχε σχεδόν εμπεδώσει. Η ευτυχία είναι αυτό που ήδη είχε έρθει. Δεν ήξερε πόσο θα κρατήσει και ούτε που τον ένοιαζε. Έτσι τουλάχιστον έλεγε αυτή τη στιγμή. Η Αθηνά φρόντισε να του εδραιώσει αυτή του τη πεποίθηση. Μόλις επέστρεψαν από το βραδινό φαγητό σε ένα ελληνικό εστιατόριο. Το κρασί τους είχε ευθυμήσει.
-Ήταν υπέροχη βραδιά, είπε ο Άρης και σωριάστηκε σε μια πολυθρόνα.
-Ακόμα δεν άρχισε, απάντησε η Αθηνά και τα μάτια της έλαμπαν.
Τον οδήγησε στη κρεβατοκάμαρα. Δεν υπήρχε ούτε κρεβάτι ούτε έπιπλο. Ένα στρώμα στο μέσον του δωματίου, ένα στερεοφωνικό στο πάτωμα και πολλά κεριά στις τέσσερις γωνιές. Πρόσεξε τη κούπα με τα παγάκια δίπλα στο στρώμα και πάγωσε από την έκπληξη. Δεν τολμούσε να πιστέψει αυτό που έβλεπε.
Σε μια από τις πολλές συζητήσεις τους ο Άρης της είχε μιλήσει για μια ερωτική του φαντασίωση. Του είχε κάνει τρομερή εντύπωση τότε, το γεγονός ότι μπόρεσε να το κάνει. Συχνά τέτοια μυστικά οι άντρες δεν τα κουβεντιάζουν ούτε με τον εαυτό τους. Του είχε ζητήσει να την περιγράψει σε ένα από τα πολλά μέιλ που αντάλλασαν σχεδόν κάθε μέρα. Το είχε κάνει χωρίς κανένα ενδοιασμό:
«Πρέπει να ήμουνα γύρω στα δεκαεννιά όταν είδα αυτή τη ταινία. Ένα σοφτ πορνό ήτανε με αστυνομική υπόθεση και το μόνο που θυμάμαι (και δεν θα ξεχάσω ποτέ) είναι μια σκηνή. Μια ερωτική σκηνή. Ο άντρας από κάτω και η γυναίκα πάνω του. Με το που αρχίζει η σκηνή ξεκινάει και η μουσική.
Από τη πρώτη νότα το αναγνωρίζω. Είναι το shine των Πινκ Φλόυντ. Δίνω όλη μου τη προσοχή. Η σκηνή αν και δεν είναι τσόντα είναι απίστευτα ερεθιστική. Η γυναίκα με πολύ ωραίο σώμα να λικνίζεται πάνω του, στο ρυθμό του πιάνου του Ράιτ. Με το που μπαίνει η κιθάρα του Γκίλμουρ στην αρχή αργά και με ρυθμό που ανεβαίνει, η γυναίκα σε κάθε ριφ σπάει το κορμί της και το κάνει όλο και πιο γρήγορα, ακολουθώντας κατά γράμμα τη μουσική. Ο άντρας παρακολουθεί σχεδόν ακίνητος, μόνο σε κάθε σπάσιμο της γυναίκας μια γκριμάτσα ηδονής με μια δόση πόνου σχηματίζεται μεταξύ χειλιών και ματιών. Ανεβαίνει ο ρυθμός και είναι φανερό ότι πάνε για ολοκλήρωση. Και ακριβώς πάνω στο πιο μεγάλο ριφ το πιο έντονο του κομματιού κάπου στη μέση και πριν μπει η φωνή του Γουότερς και με τον Μέισον να ακολουθεί με τα ντραμς θεϊκά, έρχεται η ολοκλήρωση. Ο άντρας διπλώνει και η γυναίκα βουτάει τα δυο της χέρια μέσα σε μια κούπα με παγάκια, τα γεμίζει και τα ακουμπάει στο στήθος του. Ακολουθούνε δυο ακόμα διπλώματα του άντρα και εκεί τελειώνει η σκηνή. Με στοίχειωσε όλο αυτό το πράγμα. Ήταν η τρελή μου φαντασίωση. Σε πoια γκόμενα να το πω και να με καταλάβει; Πρέπει να πέρασαν δυο χρόνια από το γάμο μου και πίστευα ότι ήξερα τη γυναίκα μου. Έκανα μια φοβερή προετοιμασία και της ζήτησα να το κάνουμε. Με κοίταξε για λίγο μου λέει: « Πας καλά; Και να γίνουν χάλια τα σεντόνια και τα παπλώματα!»
Τότε πλέον το εμπέδωσα ότι από το σεξ δεν έχω και πολλά να περιμένω. Άλλο οι ταινίες και άλλο η ζωή είπα. Και επέστρεψα με περισσότερη ορμή στη δουλειά».
Η μουσική είχε γεμίσει το δωμάτιο. Ο Άρης έκλεισε τα μάτια. Η πραγματικότητα είχε ξεπεράσει και τη πιο μεγάλη φαντασία.
***
Πέρασε ο καιρός. Λένε πως ο χρόνος είναι ο καλύτερος γιατρός για τις πληγές των ανθρώπων. Είναι και άλλα πολλά που δεν λένε. Και σίγουρα δεν είναι ότι καλύτερο για μια σχέση. Ιδίως για μια τόσο ιδιόμορφη σχέση. Ο Άρης πετάχτηκε ακόμα δυο φορές στη Γερμανία. Τα πρώτα σύννεφα φάνηκαν στον ορίζοντα. Κάποιες μικροδιαφωνίες, ένας πρόσκαιρος εκνευρισμός, ένα ψιλομπέρδεμα με τα τηλέφωνα. Ο Άρης δεν έδινε ιδιαίτερη σημασία. Είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στη πειθώ του, στα ατράνταχτα επιχειρήματά του. Και βέβαια με τίποτα δεν του περνούσε από το νου ένας χωρισμός. Ζούσε το όνειρο και δεν το διαπραγματευόταν με κανέναν και προπαντός με το χρόνο. Δεν περίμενα εγώ τόσα χρόνια για δυο τρεις μήνες έλεγε στον εαυτό του.
Είναι όμως τόσο άδικος ο τρόπος με τον οποίο έρχεται η καταστροφή. Απροειδοποίητα και χωρίς έλεος. Και ενώ χτίζεις πέτρα τη πέτρα και με τόσο κόπο την όποια ευτυχία σου, φτάνουν μερικές μέρες, πολλές φορές και ώρες για να γκρεμιστούν όλα.
Η δουλειά είχε πάρει τη κάτω βόλτα. Για πρώτη φορά μετά από τόσα χρόνια, τράπεζα του αρνήθηκε χρηματοδότηση. Η υπογραφή της σύμβασης με το δημόσιο, που τόσο την είχε ανάγκη, καθυστερούσε και το χειρότερο δεν είχε ενδείξεις ότι θα εγκριθεί. Ο Σαμιώτης συνεχώς παραπονιόταν ότι οι πωλήσεις πέφτουν. Ο Άρης τα αντιμετώπιζε όλα με ψυχραιμία. Έλεγε μέσα του ότι μόλις ο ίδιος ασχοληθεί σοβαρά, θα τα λύσει όλα. Προς το παρόν είχε άλλα προβλήματα πολύ σοβαρότερα για τον ίδιο. Η Αθηνά του είχε πει ότι είχε κουραστεί από την όλη κατάσταση, ότι δεν μπορεί να συνεχίσει έτσι και ότι έχει ανάγκη για κάτι μόνιμο και σταθερό. Του ζήτησε να σταματήσουν, να της δώσει την ευκαιρία να φτιάξει επιτέλους τη ζωή της. Έχασε τον κόσμο. Από τη μια δεν μπορούσε να το χωνέψει, από την άλλη έβλεπε ότι είχε το δίκιο της. Προσπάθησε να της αλλάξει γνώμη. Της έστειλε ένα μέιλ αξιοθρήνητο. Πίστευε μέχρι τη τελευταία στιγμή πως θα της αλλάξει γνώμη.
Χρειάστηκε μόλις ένα εικοσιτετράωρο για ολοκληρωθεί η καταστροφή. Πρώτα έφυγε ο Σαμιώτης. Και όχι απλώς έφυγε, αλλά πήγε στον πιο μεγάλο του ανταγωνιστή. Σοκαρίστηκε από την εξέλιξη. Την ίδια μέρα το βράδυ έμαθε για το θάνατο από έμφραγμα, του Δημήτρη, του καλύτερου φίλου του. Πήρε εσπευσμένα τηλέφωνο το γιατρό του. Του είπε να πάρει από βραδύς ένα λεξοτανίλ για να μην αγχωθεί το μεσημέρι στη κηδεία. Πήρε δύο.
Και ενώ συνέβαιναν όλα αυτά, το μυαλό του ήταν στην Αθηνά και την απάντησή της. Το πρωί στη δουλειά, μόλις τακτοποίησε τα τρέχοντα κάθισε στο γραφείο του. Άνοιξε τον υπολογιστή και συνδέθηκε στο διαδίκτυο. Ο ήχος από το μέιλ τον συντάραξε. Ήταν από την Αθηνά. Έμεινε να το κοιτάζει. Κάποια στιγμή αποφάσισε να το ανοίξει.
«Έχω προχωρήσει στη ζωή μου.
Πάντα θα σε σκέφτομαι με αγάπη.
Είμαι με τον Γιόχαν και τα πάμε πολύ καλά.
Πιστεύω να με καταλαβαίνεις.
Σου εύχομαι τα καλύτερα».
Ο θάνατος τον κοίταζε ξαφνικά μέσα από την οθόνη. Τα χρώματα χάθηκαν και το μαύρο κυριάρχησε σε κάθε ένα από τα δύο εκατομμύρια εικονοστοιχεία.
Τα χάπια δεν του επέτρεψαν να κλάψει. Σηκώθηκε από το γραφείο πλημμυρισμένος στον ιδρώτα, έναν κρύο ιδρώτα που τρυπούσε το δέρμα του αργά και βασανιστικά. Τα χέρια του έτρεμαν και τα πόδια του ήταν βαριά και ασήκωτα. Περπάτησε για λίγο στο διάδρομο. «Ηρέμησε και σκέψου» ήταν το τελευταίο πράγμα που είπε στον εαυτό του πριν σωριαστεί στο πάτωμα.
***
Ο Άρης ξύπνησε αλαφιασμένος ένα λεπτό πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι. Η πρωινή στύση τον γέμισε αμηχανία και ένας απροσδιόριστος φόβος άρχισε να τον κυριεύει. Υπάρχει ζωή εδώ κάτω, φώναζε η φύση και φρόντιζε να του το υπενθυμίζει με τον πιο επώδυνο τρόπο. Το ξυπνητήρι άρχισε να χτυπά και ένοιωσε το χέρι της γυναίκας του να πλησιάζει στο επίμαχο σημείο. Έντρομος άλλαξε πλευρό και τραβήχτηκε στην άκρη του κρεβατιού.
Χρόνια τώρα γινόταν αυτή η κίνηση. Μηχανικά. Κατά πάσα πιθανότητα είχε τις ρίζες της στo πρώτο καιρό του γάμου τους. Πρέπει να ήταν ένα κάλεσμα για πρωινή συνεύρεση, ένας μυστικός κώδικας, μιας και η ανατροφή της δεν της επέτρεπαν να το ζητάει με λόγια. Τα χρόνια πέρασαν, οι πρωινές συνευρέσεις σταμάτησαν αλλά η κίνηση συνέχισε να υφίσταται. Δεν είχε καταλήξει αν γινόταν από συνήθεια και ως γνωστό η συνήθεια κόβεται δύσκολα ή αν ήταν μια κίνηση, μάλλον υποσυνείδητα, που της επέτρεπε να ελπίζει ότι υπάρχει ακόμα μέλλον. Το χέρι της ακούμπησε στα μαλακά και έμεινε αμήχανο.
«Ηρέμησε και σκέψου» ήταν αυτό που ψιθύριζε μέσα του. Το έλεγε και το ξαναέλεγε στον εαυτό του, αλλά αδυνατούσε να το πάει παραπέρα. Είχε κουλουριαστεί με τα χέρια δεμένα στο στήθος και τα δυο του πόδια ενωμένα σφιχτά μεταξύ τους και κολλημένα στη κοιλιά του, την ίδια στιγμή που άρχισε το τρέμουλο. Η σκέψη έγινε ψίθυρος και ο ψίθυρος κραυγή. «Ηρέμησε και σκέψου, ηρέμησε και σκέψου». Ο πανικός τον κυρίευσε την ώρα που το κρεβάτι έτριζε από τους σπασμούς.
Η Μαριάνθη πετάχτηκε τρομαγμένη και σταυροκοπήθηκε. Θεέ μου τι έκανα, μονολόγησε με οδύνη. Ο Γιώργος Σκλαβούνος ιδιοκτήτης γνωστής ψυχιατρικής κλινικής και προσωπικός φίλος της οικογένειας ήταν κατηγορηματικός. «Θα χρειαστεί περίπου ένα μήνα, για να επανέλθει πλήρως. Μέχρι τότε θα παίρνει κανονικά όλα του τα φάρμακα. Εδώ θέλω την προσοχή σου. Δεν θα απέχει μόνο από κάθε σεξουαλική επαφή όλο αυτό το διάστημα, αλλά θα φροντίσεις, στο μέτρο του δυνατού, τίποτα να μη του την θυμίζει. Από τηλεόραση και εφημερίδες, μέχρι βιβλία και μουσική. Το ίντερνετ απαγορεύεται δια ροπάλου». Τον πλησίασε και άρχισε να τον χαϊδεύει απαλά και να του ψιθυρίζει λόγια παρηγοριάς. Όσο αυτός ηρεμούσε τόσο η σκέψη της ταξίδευε.
Είχε συζητήσει πολύ με τον ψυχίατρο τη χτεσινή μέρα. Τον είχε φέρει ο ίδιος από τη κλινική που τον κράτησε για τρεις μέρες. Της είχε πει ότι πάσχει από διπολική διαταραχή, αυτό που παλιά το έλεγαν μανιοκαταθλιπτική ψύχωση. Της εξήγησε ότι δεν είναι σε βαριά μορφή, γιατί δεν προέρχεται από οργανικό πρόβλημα, αλλά προκλήθηκε από εντονότατο στρες. Τα προβλήματα που είχε στη δουλειά, με τη συνεχιζόμενη πτώση των πωλήσεων, σε συνδυασμό με την απότομη και μεγάλη λύπη από το ξαφνικό χαμό του φίλου του. Η αποστροφή δε και ο φόβος που του προκαλούσε το σεξ, πρέπει να είχαν τη γενεσιουργό αιτία στη κλιμακτήριο που περνούσε. Το γεγονός ότι έβλεπε με τρόμο να χάνει τη νεανική του ορμή, κάτι που τον απασχολούσε έντονα το τελευταίο διάστημα. Έτυχε να είναι αποτυπωμένο στο υποσυνείδητό του και το στρες το έβγαλε στην επιφάνεια και σε κυρίαρχη θέση. Της ανέλυσε τη θέση του για νοσηλεία στο σπίτι και την σταδιακή του επανένταξη στη δουλειά. Της πρότεινε να φτιάξει το δωμάτιο που είχε το γραφείο του, περίπου όπως το γραφείο της δουλειάς του. Να τηλεφωνεί μια δυο φορές η γραμματέας του και να τον ενημερώνει για τρέχοντα θέματα Και βέβαια θα έρχεται ο ίδιος μια φορά τη βδομάδα για ψυχοθεραπεία. Της τόνισε ότι η εργασία είναι το καλύτερο φάρμακο. Τη χτύπησε φιλικά στον ώμο, της είπε να μη στεναχωριέται και όλα θα πάνε καλά. Σε ένα μήνα από τώρα, άντε το πολύ ενάμιση, θα επέστρεφε στη δουλειά του απόλυτα υγιής.
Ο Σκλαβούνος χαιρέτησε σχεδόν αφηρημένα και έφυγε χαμένος στις σκέψεις του. Δεν ήταν ηθικό το δίλλημα που τον απασχολούσε αλλά είχε ιατρική βάση. Μπορεί η Μαριάνθη να σηκώσει το βάρος αυτής της θεραπείας; Όταν μάλιστα δεν γνωρίζει όλο το βάθος του προβλήματος και κυρίως τις πραγματικές αιτίες που το γέννησαν; Ο Άρης εμφανώς τρομοκρατημένος του είχε αποκαλύψει τα πάντα. Δεν είχε απολύτως κανένα πρόβλημα με το ψέμα που της είχε πει για την ανδρική κλιμακτήριο και ούτε αμφέβαλε ότι τελικά θα το πίστευε. Αυτός ο μύθος που έχει τόσο έντονα καλλιεργηθεί κυρίως από περιοδικά λάιφ στάιλ με την επιστημονικοφανή συμπαράσταση ψυχολόγων, τείνει να γίνει καθεστώς. Ούτε βεβαίως δεν της μίλησε ανοιχτά από ανδρική αλληλεγγύη. Αυτό που τον οδήγησε σε αυτή του την απόφαση είχε να κάνει με την αντιμετώπιση της Μαριάνθης. Ήθελε όλη της τη προσοχή και συμπαράσταση και δεν ήταν καθόλου βέβαιος ότι θα την είχε αν της αποκάλυπτε τις αιτίες του προβλήματος. «Τέλος πάντων, θα το παρακολουθώ πολύ στενά» μονολόγησε την ώρα που άνοιγε τη πόρτα του αυτοκινήτου.
***
Ο Αρης έπινε το καφέ του στο γραφείο του σπιτιού. Είχε ανάψει μετά από πολύ καιρό ένα τσιγάρο και απολάμβανε έντονα τη στιγμή. Τα μόνα αντικείμενα πάνω στο έπιπλο εκτός από το ποτήρι και το τασάκι, ήταν ένα τηλέφωνο και ένα λάπτοπ τελείως ορφανό. Χωρίς καλώδια, μόντεμ και άλλα παρελκόμενα. Μόλις είχε μιλήσει με τη γραμματέα του και οι πληροφορίες που είχε πάρει για τη δουλειά ήταν αρκετά ενθαρρυντικές.
Η Μαριάνθη μπήκε μέσα ντυμένη πολύ όμορφα. Άστραφτε ολόκληρη.
-Θέλεις να σου φέρω κάτι; Φεύγω για τη δουλειά, του είπε.
-Όχι ευχαριστώ της απάντησε.
Του χαμογέλασε και του έδωσε ένα φιλί. Της χαμογέλασε και αυτός και τα μάτια του έλαμπαν την ώρα που έπιανε στη τσέπη του το μικροσκοπικό μαραφέτι. Μόλις έμεινε μόνος το έβγαλε και το περιεργάστηκε. Ήταν ένα λευκό στικάκι γιουεσμπί, με μια κάρτα από κινητό μέσα του για ασύρματη σύνδεση στο διαδίκτυο. Το σύνδεσε στο λάπτοπ και η οθόνη πλημμύρισε χρώματα και αρώματα, εικόνες και μουσική.
Ό Άρης είχε αλλάξει σελίδα στη ζωή του. Χαμογέλασε με τη σκέψη του.
«Εντάξει. Δεν μπορέσαμε να αλλάξουμε τον κόσμο. Ούτε να τον κατακτήσουμε. Ευκαιρία να τον …. γνωρίσουμε».
Στίχοι - Μουσική: Fleetwood Mac
Περισσότερα... »