<?xml version="1.0" encoding="utf-8"?>
<rss version="2.0" 
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	>

<channel>
	<title>Lesvos Blogs &#187; Κούκος (μονος)</title>
	<link>http://www.lesvosblogs.gr/</link>
	<description>Lesvos Blogs &#187; Κούκος (μονος)</description>
	<generator>Gregarius 0.5.5</generator>
	<language>en</language>
	<item>
		<title>Κούκος (μονος): Η διαδρομή</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2010/05/18/%ce%97_%ce%b4%ce%b9%ce%b1%ce%b4%cf%81%ce%bf%ce%bc%ce%ae</link>
		<pubDate>Tue, 18 May 2010 12:43:00 -0400</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2010/05/18/%ce%97_%ce%b4%ce%b9%ce%b1%ce%b4%cf%81%ce%bf%ce%bc%ce%ae</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://1.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/S_JhY_IlD2I/AAAAAAAABc4/lMT_cx8qtps/s1600/569695535_aa26881d7d.jpg"><img src="http://1.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/S_JhY_IlD2I/AAAAAAAABc4/lMT_cx8qtps/s400/569695535_aa26881d7d.jpg" alt="-" /></a><br />
Για πρώτη φορά χτες συνειδητοποίησα ότι ακόμα και ο Μάης ετοιμαζόταν να μας αφήσει γεια. Ούτε που κατάλαβα τον ερχομό της άνοιξης και δεν ήμουν καθόλου έτοιμος να την αποχαιρετίσω. Απορροφημένος με μια δουλειά που περισσότερο είχε να κάνει με χόμπι και εξόφληση λογαριασμών με τον εαυτό μου, έχασα τα καλύτερα της εποχής. Την ανάπλαση της φύσης, τη παλιγγενεσία με την αέναη διαδοχή γέννησης – θανάτου, αυτό το μέγα μυστήριο της ζωής. Αποφάσισα λοιπόν το πρωί της Κυριακής να κάνω έναν περίπατο, τη γνωστή διαδρομή κατά μήκος της παραλίας που έφτανε μέχρι το παραδοσιακό καφενεδάκι με τα τραπεζάκια έξω. Ειδοποίησα και το φίλο μου το Μιχάλη να έρθει για ένα καφέ. Ο Μιχάλης στο άκουσμα της πρότασης πέταξε από τη χαρά του, επιτέλους αποφάσισες να βγεις από το καβούκι σου, οι καταστάσεις βλέπεις, άσε μας ρε Δημήτρη σε όλα υπάρχει μέτρο, καλά θα τα πούμε από κοντά.<br />
Ξύπνησα από τα άγρια χαράματα γεμάτος αδημονία και προσμονή για όλα αυτά που θα έβλεπα στο δρόμο μου, όλα αυτά που θα άκουγα και θα μύριζα. Δεκάδες Κυριακές κλεισούρας στο γραφείο με το πληκτρολόγιο, τη ψυχρή οθόνη και τη παρέα της λευκής σελίδας που δεν γέμιζε με τίποτα, με έκαναν να νοιώθω σαν το παιδάκι που θα πήγαινε για πρώτη φορά στο λούνα παρκ. Έβαλα τη φόρμα μου, τα αθλητικά παπούτσια και σαν έτοιμος από καιρό ξεπόρτισα με βήμα ταχύ. Δεν ήμουν στην εξοχή για να προϋπαντήσω το Μάη, ήμουν στη στροφή και έπρεπε να βιαστώ για να προλάβω την ανατολή του ήλιου από τα παράλια της απέναντι ηπείρου. Σύννεφα δεν υπήρχαν για να αυτοπυρποληθούν, έμενε να μαζέψει το βλέμμα μου το χρυσάφι που απλόχερα θα σκορπούσε σε ουρανό και θάλασσα η μεγαλοπρεπής εμφάνισή του. Στη γειτονιά μου οι αυλές και οι τοίχοι ευτυχώς ακόμα αντιστέκονται. Οι αυλές, σε ρόλο αιθεροβάμονα, με τα κάθε είδους και απόχρωσης τριαντάφυλλα να φωνάζουν με τη βραχνή φωνή του Λούις Άρμστρονγκ “τι υπέροχος κόσμος” και οι τοίχοι, περισσότερο προσγειωμένοι, με τα κόκκινα γαρύφαλλα που ξεχειλίζουν απ’ τις αυτοσχέδιες γλάστρες να σε προτρέπουν να τον αλλάξεις.<br />
Τα πάντα γύρω μου είχαν συνωμοτήσει. Πολλές φορές την ομορφιά την αναζητούμε στα πιο απίθανα μέρη, ενώ είναι δίπλα μας και μας χαμογελάει. Διέσχισα με μεγάλη ικανοποίηση αυτό το σημείο της διαδρομής και απόλαυσα μέχρι τέλους το πρωινό πάρτι των αισθήσεων. Ακόμα και η συκιά, που μόλις πριν λίγες μέρες τα γυμνά άσπρα κλαδιά της φάνταζαν σαν τα φρικτά μαλλιά της κακιάς μάγισσας, έτσι όπως την είδα γεμάτη σφρίγος και ντυμένη στα πράσινα, μου θύμισε παντρεμένη σαραντάρα στο πρώτο παράνομο ραντεβού της. Ξαφνικά ανακάλυψα ότι είχα μεγάλη ανάγκη όλη αυτή την επαφή με τη φύση και την ευφορία που μου δημιουργούσε. Μαυρισμένη η ψυχή μου εδώ και μήνες από τους τόνους των αρνητικών ειδήσεων, λαχταρούσε για λίγη απόδραση. Είναι απίστευτος όμως ο τρόπος με τον οποίο μας σερβίρουν τις πληροφορίες τα κανάλια. Πρώτα τρομοκρατούν με τον έντεχνο τρόπο που ανακοινώνουν την είδηση και μετά φροντίζουν ο τόνος να τέτοιος ώστε να καταλάβει ο καθένας ότι έρχεται η συντέλεια του κόσμου. Θετικές ειδήσεις απαγορεύονται δια ροπάλου. Λες και επενδύουν στη κατάθλιψη των ανθρώπων.<br />
Η πρωινή αύρα έδιωξε τις τελευταίες μου σκέψεις κι εγώ αφοσιώθηκα στο τοπίο. Χωρίς να το καταλάβω έφτασα στο καφενεδάκι. Ο Μιχάλης ήταν ήδη εκεί και με περίμενε.<br />
- Μεγάλη η χάρη σου δικέ μου. Ήθελα να ‘ξερα, εκτιμάς τη θυσία που κάνω να βρίσκομαι εξήμισυ η ώρα πρωί Κυριακής εδώ και να σε περιμένω;<br />
- Ήθελα να ‘ξερα, εκτιμάς μια τέτοια ανατολή του ήλιου και κατά συνέπεια αυτόν που σε υποχρεώνει να το κάνεις; Καλημέρα!<br />
- Καλημέρα Μητσάρα! Δεν λέω, καλλονή η ανατολή, καλλίστη όμως η ξάπλα. Ας όψεται η στέρηση που μου έχει δημιουργήσει η απουσία σου.<br />
Ήρθαν οι καφέδες στο χοντρό φλιτζάνι. Μερικά πράγματα σε τούτη τη ζωή είναι αδιαπραγμάτευτα. Το πρωί με το που θα ξυπνήσω πίνω ένα ποτήρι ζεστό νες καφέ. Μετά συνεχίζω με γαλλικούς και εσπρέσο. Ε λοιπόν, σε τούτο δω το μέρος, οποιοσδήποτε άλλος καφές εκτός από τον ελληνικό είναι ιεροσυλία. Τράβηξα μια (σφυριχτή) τζούρα και ήρθα στα ίσα μου. Άναψα τσιγάρο και περίμενα το χείμαρρο των απόψεων του Μιχάλη να ξεσπάσει. Δεν άργησε.<br />
- Είδες που σου τα ‘λεγα απ’ το φθινόπωρο ακόμα για το ΔΝΤ και τις συνέπειές του στη ζωή μας; Πάνε σε μια μέρα οι κατακτήσεις του λαού. Φτάσαμε στην δεκαετία του εξήντα κι ακόμα παρακάτω. Και όλα αυτά να παρουσιάζονται σαν μονόδρομος με το βολικό επιχείρημα της χρεοκοπίας. Αμ το άλλο; Το δύο τοις εκατό του τζίρου της Ζήμενς που κατέληγε στα ταμεία των κομμάτων εξουσίας; Έτσι αδιάντροπα να το λένε και να το μολογούνε! Φάγανε τα λεφτά και φορτώνουν τα βάρη στους μόνους που δεν φταίνε. Πιάνουν και κανά μεγαλογιατρό για να στρέψουν την οργή του λαού σε άλλες κοινωνικές ομάδες και όχι στους πολιτικούς που μας κυβερνάνε τόσα χρόνια και που είναι οι μόνοι υπεύθυνοι.<br />
Ο χείμαρρος σταμάτησε για μια γουλιά καφέ. Στα περισσότερα από αυτά που έλεγε ο Μιχάλης συμφωνούσα. Δεν μου άρεσε ο τρόπος που τα έλεγε γιατί μου θύμιζε τις ειδήσεις των καναλιών, τη κινδυνολογία της άλλης πλευράς. Μικρό το κακό. Ποτέ όμως δεν θα μου βγάλεις από το μυαλό την άποψη πως όποιος φωνάζει και χτυπιέται το κάνει γιατί δεν έχει εμπιστοσύνη στα επιχειρήματά του. Εκεί που διαφωνούσα μαζί του ήταν στις ευθύνες. Πάντα οι άλλοι φταίνε, εμείς είμαστε οι αδικημένοι και οι κατατρεγμένοι άρα οι σωστοί. Η διαδρομή μου έφτιαξε το κέφι και είπα να τον πειράξω λίγο, να κάνω τον συνήγορο του διαβόλου.<br />
- Ο λαός, άσε μου τη σπάει αυτή η λέξη που λειτουργεί σαν κολυμβήθρα του Σιλωάμ και μέσα της βαπτίζονται και παίρνουν άφεση αμαρτιών καλοί, κακοί και άσχημοι. Θα στο θέσω απλά. Εμείς όλοι που δεν είμαστε της εξουσίας και της κλίκας της, είμαστε άμοιροι ευθυνών;<br />
- Εγώ προσωπικά δεν τους ψήφισα, αν εννοείς αυτό.<br />
- Δεν είναι μόνο οι εκλογές που αλλάζουν το τοπίο. Ο Μαρξ είχε πει πως αν οι εκλογές άλλαζαν τον κόσμο, οι αστοί θα τις είχαν καταργήσει. Είναι η όλη συμπεριφορά και στάση μας απέναντι σε αυτή την εξουσία που τώρα λοιδορούμε. Πόσοι από αυτούς που διαμαρτύρονται και χαλάνε τον κόσμο για την αδικία και τη βαρβαρότητα, πούλησαν τη ψήφο τους στα δυο μεγάλα κόμματα για μια θέση στο δημόσιο ή για οποιαδήποτε άλλη εξυπηρέτηση; Πόσοι από τους δημόσιους υπάλληλους που θίγονται βαριά από τα μέτρα, δούλευαν και δεν μας δούλευαν;<br />
- Μα, οι κατακτήσεις του εργατικού κινήματος…<br />
- Ποιες κατακτήσεις και ποιο εργατικό κίνημα; Για το δημόσιο μιλάμε για όνομα του Θεού. Εργατικό κίνημα ήταν οι καπνεργάτες το 36, η απεργία στη Πίτσος το 76, η απεργία στη Κόκα Κόλα το 84, οι απεργίες παλιές και νέες στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη Περάματος. Ποιος είναι ο φοβερός και τρομερός εργοδότης στο δημόσιο; Ο άθλιος πολιτικός, ο κάθε υπουργός της συναλλαγής, αυτός που διορίζει αβέρτα και μοιράζει δεξιά και αριστερά επιδόματα γιατί το μαγαζάκι δεν είναι δικό του να το πονάει και στο σπίτι του χρησιμοποιεί μετανάστες και μάλιστα ανασφάλιστους; Και τι μου λες για παράνομες μίζες από τη Ζήμενς; Αυτό είναι το σύστημα, τέτοια κάνει. Δες στην Αμερική, την πρωτεύουσα του καπιταλισμού, το όραμα και ο αυριανός προορισμός όλων των δυτικών κρατών, οι μίζες είναι νόμιμες και στη Κυβέρνηση και στη Γερουσία και στο Κογκρέσο.<br />
Η πείραγμα είχε εξαντληθεί και η ατμόσφαιρα βαρύνει. Ήθελα να του έλεγα και για το ρόλο των συνδικαλιστών, αυτών των άθλιων εργατοπατέρων που εξαργύρωναν την εκδούλευσή τους στην εξουσία με διευθυντικές, βουλευτικές και υπουργικές θέσεις. Να ρωτήσω πού ήταν όλοι αυτοί και τα κόμματα της αριστεράς στις είκοσι μέρες που η κυβέρνηση διαπραγματευόταν με τη τρόικα; Γιατί δεν έγινε μια απεργία, ούτε καν μια διαδήλωση, για να καταλάβουν όλοι ότι κανένα αντεργατικό μέτρο δεν θα περάσει εύκολα και άφηναν τη κυβέρνηση να διαπραγματεύεται δείχνοντας τις δημοσκοπήσεις και λέγοντας ότι έχει τη πλειοψηφία στο τσεπάκι; Προφανώς γιατί όσο πιο σκληρά ήταν τα μέτρα τόσο πιο μεγάλο θα ήταν το σωσίβιο που θα τους γλύτωνε από την απραξία τους. Να πω για το ρόλο της αριστεράς που η μισή φοβάται να προτείνει ριζοσπαστικές λύσεις γιατί αυτές προϋποθέτουν έξοδο από την Ευρωζώνη και την Ευρωπαϊκή Ένωση και αυτό είναι ένα φετίχ από το οποίο δεν μπορεί ή ακόμα χειρότερα δεν θέλει να ξεφύγει. Και η άλλη μισή (εντάξει λίγο παραπάνω από μισή) που έχει ξεχάσει τον επαναστατικό αγώνα γιατί προφανώς το σταλινικό μοντέλο από το οποίο δεν έχει το κουράγιο να ξεκολλήσει είναι αποκρουστικό για τη μεγάλη πλειοψηφία του κόσμου και έχει μετατραπεί στο καλύτερο συνδικαλιστικό κόμμα με τα στελέχη της, που μπορεί να μην ξέρουν τη διαφορά σοσιαλισμού - κομμουνισμού, ξέρουν όμως απέξω κι ανακατωτά νόμους, ψηφίσματα, ασφαλιστικά νομοσχέδια και όλα τα σχετικά. Δεν θα άφηνα καμιά συζήτηση, όσο σοβαρή κι αν ήταν, να μου χαλάσει μια τέτοια μέρα. Είδα τον Μιχάλη σκεφτικό και συνέχισα χαμογελώντας:<br />
- Έλα, δες τη θετική πλευρά των πραγμάτων. Δεν χαίρεσαι που θα ξεκολλήσουμε επιτέλους από τον καναπέ και το χαζοκούτι; Που θα ξαναθυμηθούμε λίγη από τη χαμένη ορμή της νιότης μας; Που δεν θα επιτρέψουμε τη γκλαμουριά να μας αφομοιώσει; Και εν πάσει περιπτώσει, με τη γκρίνια και τη μεμψιμοιρία δεν πετυχαίνεις τίποτα. Mη φοβάσαι, εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί…<br />
Στην επιστροφή είχα χαλαρώσει αρκετά. Η διαδρομή εξακολουθούσε να ήταν το ίδιο όμορφη κι ας μην είχε τη γοητεία και τα χρώματα της χαραυγής. Χωρίς να το καταλάβω άρχισα να σιγοτραγουδάω. Ποιο τραγούδι λέτε;
<p>
  <br />
  <a href="http://koukouboi.blogspot.com/2010/05/blog-post.html">Στίχοι</a>: Tάσος Λειβαδίτης Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης<br />
  Τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης<br />
</p><img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1109574022742810727-3120511850078286289?l=koukosmonos.blogspot.com' alt="-" /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Λαθρομετανάστης</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2010/02/17/%ce%9b%ce%b1%ce%b8%cf%81%ce%bf%ce%bc%ce%b5%cf%84%ce%b1%ce%bd%ce%ac%cf%83%cf%84%ce%b7%cf%82</link>
		<pubDate>Wed, 17 Feb 2010 13:38:00 -0500</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2010/02/17/%ce%9b%ce%b1%ce%b8%cf%81%ce%bf%ce%bc%ce%b5%cf%84%ce%b1%ce%bd%ce%ac%cf%83%cf%84%ce%b7%cf%82</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://2.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/S3vb5rtmcQI/AAAAAAAABbg/sf2fepJn_eE/s1600-h/239578-Kagela.jpg"><img src="http://2.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/S3vb5rtmcQI/AAAAAAAABbg/sf2fepJn_eE/s400/239578-Kagela.jpg" alt="-" /></a><br />
<a href="http://2.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/S3vVWG6MEVI/AAAAAAAABbY/aWod2PRLo98/s1600-h/2wr3zt0.jpg"></a><br />
Ο Ντιμ21 έσπρωξε προς τα πίσω το κάθισμα και τέντωσε νωχελικά τα χέρια του. Άλλη μια μέρα σκληρής και επίπονης εργασίας είχε τελειώσει. Κοίταξε για μια στιγμή την οθόνη του υπολογιστή και γεμάτος ικανοποίηση για το αποτέλεσμα πάτησε το πλήκτρο που ολοκλήρωνε και διέσωζε το έργο του, στέλνοντάς το ταυτόχρονα στα Κεντρικά. Σηκώθηκε και περπάτησε για λίγο σκεφτικός στο στρογγυλό δωμάτιο. Είχε πιάσει τη νόρμα παραγωγής μια ολόκληρη βδομάδα πριν τελειώσει ο μήνας, για τρίτο συνεχόμενο μήνα. Το πρωτοφανές αυτό γεγονός, που σχολιάστηκε μέχρι και στο δελτίο ειδήσεων, είχε αλλάξει άρδην τη ζωή του. Από τη μια έχαιρε της εμπιστοσύνης της Διοίκησης και απολάμβανε τα προνόμια που απέρρεαν από αυτή και από την άλλη δεν μπορούσε να υποφέρει τα σχόλια και το δούλεμα των κολλητών του. Υπήρχαν βέβαια και όλοι αυτοί που τον μισούσαν, άλλοι από ζήλια και άλλοι από συμφέρον, αλλά με αυτούς δεν είχε πρόβλημα. «Καλύτερα να ζηλεύουνε παρά να σε λυπούνται» έλεγε στο εαυτό του κάθε φορά που λάμβανε ανώνυμα μέιλ με βρισιές. Είχε μάλιστα τυπώσει την ελληνική παροιμία και την είχε εισάγει σε μια κορνίζα που είχε τοποθετήσει στο γραφείο του.<br />
Μετά όμως την ανακοίνωση της Διοίκησης ότι σχεδιάζεται η αύξηση της νόρμας παραγωγής, τα υβριστικά μέιλ είχαν πολλαπλασιαστεί και είχαν μετατραπεί σε απειλητικά. Η Προστασία, στην οποία είχε αποταθεί, του απάντησε ότι όλα προέρχονταν από τα τσάγια και μόνο αν αυτά έκλειναν θα μπορούσε να εντοπίσει τους δράστες. Όμως αυτό δεν ήταν της δικαιοδοσίας της και θα έπρεπε να θέσει το ζήτημα στη Διοίκηση. Εδώ ακριβώς ήταν το πρόβλημα. Τα τσάγια, που είχαν δημιουργηθεί πρόσφατα, αποδείχτηκαν εξαιρετικά δημοφιλή. Ήταν εικονικά σημεία διασκέδασης, συνάντησης και ανταλλαγής αρχείων και από κει μπορούσες να στήσεις διάφορες φάρσες, να στείλεις ανώνυμα μέιλ και να λάβεις παράνομο λογισμικό, χωρίς τον ασφυκτικό κλοιό που είχε επιβληθεί εδώ και δεκαετίες στο δίκτυο. Οι αντιφρονούντες τα παρουσίαζαν σαν κατάκτηση του κινήματος, οι κρατούντες σαν προσφορά της Διοίκησης, όλοι όμως απολάμβαναν τη χρήση τους. Ο ήχος της εισερχόμενης κλήσης έδιωξε τις σκέψεις του. Η οθόνη υδραργύρου βγήκε από τον θόλο της οροφής και σταμάτησε μπροστά του. Η αγαπημένη μορφή του Σταμ7 εμφανίστηκε χαμογελαστή και του είπε:<br />
- Γεια σου Σταχάνωφ! Πώς παν τα κέφια;<br />
- Σου έχω πει εκατό φορές να μη με αποκαλείς έτσι. Από τη στιγμή που δεν με καταλαβαίνουν οι φίλοι μου τι να περιμένω από τους άλλους;<br />
- Και πόσοι νομίζεις θα καταλάβουν τι εννοώ αν με ακούσουν να σε αποκαλώ έτσι; Είμαι ο μόνος σε όλη την επικράτεια που εξαργύρωσα το μηνιαίο μπόνους κάλυψης της νόρμας με την ιστορία του ΚΚΣΕ. Ήθελα να έβλεπες τη φάτσα της υπαλλήλου όταν το παράγγειλα. Έκανε δέκα λεπτά να καταλάβει τι ήθελα. Για πες, πιο είναι το περίφημο μπόνους που εξασφάλισες μετά από τόση δουλειά;<br />
- Θυμάσαι το ντριμ ριάλιτι;<br />
- Ποιό λες; Το παλιό εκείνο πρόγραμμα ύπνου που σε μετέφερε σε αρχαίους πολιτισμούς;<br />
-Ακριβώς! Είχα πάθει μια ψύχωση με αυτό όταν τυχαία, μια και μοναδική φορά, με μετέφερε στην Ελλάδα του 2010.<br />
- Μη μου πεις ότι ζήτησες αυτό το πρόγραμμα αντίκα!<br />
- Πάντα βιαστικός. Έχω τη τελευταία του έκδοση όπου μπορείς να διαλέξεις τη χώρα που θέλεις εσύ κάθε φορά που το χρησιμοποιείς. Δεν χρειάζεται να σου πω πια διαλέγω κάθε βράδυ. Έχω μια ψύχωση με το πολιτισμό της Ελλάδας. Από τους πρώτους ποιητές της και τους παλιούς φιλόσοφους μέχρι τους τελευταίους τραγουδιστές. Άσε που την ημέρα μπορείς να το χρησιμοποιείς σαν βιβλίο όπου υπάρχουν τα πάντα που έχουν γράψει οι Έλληνες. Εκατό ζωές δεν θα μου έφταναν για να τα διαβάσω όλα αυτά. Επίσης με το συγκεκριμένο πρόγραμμα μπορείς να ακούσεις τη μουσική των Ελλήνων. Έχει ολόκληρο το μουσικό κουτί του Νταλάρα, το διανοείσαι;<br />
- Ποιος είναι πάλι τούτος;<br />
- Που να σου εξηγώ! Ένας τραγουδιστής είναι που μου αρέσει.<br />
-Τέλος πάντων δικό σου είναι το μπόνους. Εγώ στη θέση σου θα είχα προτιμήσει εικονικές γυναίκες από κάθε χώρα και από κάθε αιώνα. Στα τσάγια κυκλοφορεί η φήμη ότι τα μέλη της Διοίκησης έχουν πετύχει αληθινές επαφές με γυναίκες από άλλους κόσμους.<br />
- Αυτό είναι αδύνατον και το ξέρεις.<br />
- Δεν ξέρω πια τι να υποθέσω. Με τους ρυθμούς που προχωράει η επιστήμη όλα είναι πιθανά. Ας τα αφήσουμε αυτά. Για πες μου τα δικά σου. Τι έκανες με την Μις13;<br />
- Άσε μη μου το θυμίζεις. Δεν βλέπω να υπάρχει μέλλον στη σχέση.<br />
- Μα γιατί; Αφού τη γουστάρεις.<br />
- Κάνω τα αδύνατα δυνατά για να την ικανοποιήσω. Τις προάλλες ο δίσκος μου είχε ανεβάσει χίλιες στροφές το νανοδευτερόλεπτο…<br />
- Έλα!<br />
- Άμα σου λέω! Κόντεψα να τα τινάξω όλα στον αέρα και το παλιοθήλυκο προσποιήθηκε τον οργασμό.<br />
- Υπερβολικός. Που το ξέρεις ότι προσποιήθηκε;<br />
- Ένα από τα προνόμια του έχτρα μπόνους. Μου πέρασαν μια ρουτίνα στον υπολογιστή που διακρίνει πότε μια γυναίκα προσποιείται.<br />
-Απίστευτο! Άμα σου λέω για την επιστήμη. Σε λίγο θα έρθουμε σε πραγματική επαφή, αν δεν έχουν έρθει ήδη τα κοπρόσκυλα της εξουσίας.<br />
Η ώρα είχε περάσει και οι δυο φίλοι αποχαιρετίστηκαν. Η οθόνη έκλεισε και επέστρεψε στη θέση της. Ο Ντιμ21 άνοιξε για λίγο τον θόλο της οροφής. Ένα ολόγιομο φεγγάρι γέμισε το οπτικό του πεδίο και του έκοψε την ανάσα. Έβαλε μουσική. Η φωνή του αγαπημένου του τραγουδιστή γέμισε το χώρο:<br />
Κι όλο περιμένει πάλι τη στιγμή να ξαναρθεί, το καράβι στο λιμάνι θα φανεί…<br />
<br />
<br />
*****<br />
<br />
Όλα ήταν έτοιμα για το βραδινό ταξίδι του Ντιμ21. Τοποθέτησε το πρόγραμμα στον υπολογιστή, ξάπλωσε στο κρεβάτι και έκλεισε τα μάτια. Ένοιωσε τον κυματισμό - ανατρίχιασε, μύρισε το αεράκι - αναζωογονήθηκε. Το δύσκολο κομμάτι του ταξιδιού, το τμήμα της χοάνης μεταφοράς, πέρασε και βρέθηκε στο μαγικό του κόσμο, στη χώρα των θαυμάτων. «Αθήνα διαμαντόπετρα στης γης το δακτυλίδι» αναφώνησε τη γνωστή φράση του Παλαμά, μόλις προσγειώθηκε στον Εθνικό Κήπο, δίπλα στο Ζάππειο. Χρώματα κι αρώματα τον περιβάλλουν από παντού. Το πράσινο κυριαρχεί σε αυτόν τον άτυπο διαγωνισμό χρωμάτων. Χαρούμενες φωνές μικρών παιδιών σμίγουν με τα κουάκ που αφήνουν ανέμελα οι πάπιες στις λιμνούλες. Κάθισε σε ένα παγκάκι και αφέθηκε να απολαμβάνει τις εικόνες, τους ήχους, τις οσμές. «Μακάρι να μπορούσα να ζήσω κι εγώ εδώ!» σκέφτηκε και τον πήρε το παράπονο. Έκλεισε τα μάτια, σε μια προσπάθεια να αναλογιστεί τη δική του θέση σε έναν τέτοιο παραμυθένιο κόσμο, όταν ένοιωσε τη παρουσία δίπλα του.<br />
Τα μάτια του άνοιξαν και μαζί με αυτά άνοιξε και το στόμα του διάπλατα από ανείπωτο θαυμασμό. Δίπλα του είχε καθίσει ένα πλάσμα, που όσο και να προσπάθησε δεν μπόρεσε να βρει κανένα μέτρο σύγκρισης από τον δικό του κόσμο. «Ευτυχώς που δεν με βλέπει» είπε μέσα του και βάλθηκε να την παρατηρεί γεμάτος έξαψη. Ξανθά μαλλιά ελαφρώς κατσαρά που έφταναν μέχρι τη μέση της, πρόσωπο με συμμετρικά χαρακτηριστικά χωρίς να λείπει ή να περισσεύει κάτι. Τα μάτια της υγρά στο χρώμα του ουρανού, τον έκαναν να αναλογιστεί πως αν πράγματι είναι ο καθρέφτης της ψυχής όπως έλεγαν, ο εσωτερικός της κόσμος πρέπει να ήταν πιο πλούσιος ακόμα και από τον εξωτερικό της κόσμο. Ένα κόσμο, που τον προσδιόριζαν δυο στήθη που μάταια προσπαθούσε να τιθασεύσει ένα επαρμένο μεταξωτό πουκάμισο και τον χαρακτήριζαν δυο πόδια, που παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του εφαρμοστού τζιν να τα συγκαλύψει, το μόνο που κατάφερνε τελικά ήταν να δημιουργεί δεύτερες σκέψεις για τη ζωή και το σύντομο του βίου στον καθένα που τα παρατηρούσε. Έκανε να απλώσει το χέρι του και να ακουμπήσει για λίγο τη γυναίκα που βρισκόταν δίπλα του, αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να το περιφέρει άσκοπα στον αέρα. «Καταραμένη εικονικότητα. Βρίσκομαι μέσα στο όνειρο, να πάρει!» έβρισε δυνατά και έφυγε από κοντά της για να μην υποφέρει άλλο. Άρχισε να περιφέρεται άσκοπα στον κήπο βαθιά προβληματισμένος. «Πρέπει να βρω τρόπο να ζήσω αληθινά έστω και μια μέρα σε τούτο τον κόσμο. Να γευτώ, να αισθανθώ όλες τις χαρές του. Να γνωρίσω από κοντά αυτούς τους καταπληκτικούς ανθρώπους. Ποιος ξέρει πόσο ανώτερη θα ήταν τώρα η ζωή όλων μας αν δεν υπήρχε το Σημείο Μηδέν. Και βέβαια να σμίξω με μια τέτοια γυναίκα, να δω από κοντά αν είναι αλήθεια όλα όσα έχω διαβάσει για τις γυναίκες και τον έρωτα του παλιού κόσμου. Αυτός είναι πλέον ο σκοπός της ζωής μου και εκεί θα αφιερώσω όλο μου το είναι». Φανερά ανακουφισμένος από την απόφαση που πήρε επέστρεψε στο κόσμο του και συγκεκριμένα στο σπίτι του.<br />
Άρχισε συστηματικά να ασχολείται με τα τσάγια και οτιδήποτε μπορούσε να βρει εκεί για προγράμματα διακτινισμού και τηλεμεταφοράς. Διαπίστωσε, με λύπη του, ότι τέτοια προγράμματα υπήρχαν μόνο στις κινηματογραφικές ταινίες του παλιού και του νέου κόσμου. Μετά από πολύ ψάξιμο μπόρεσε να εντοπίσει ένα πειρατικό πρόσθετο που βελτίωνε το δικό του λογισμικό. Συγκεκριμένα μπορούσε με αυτό να πάρει από τα ονειρικά του ταξίδια, γεύσεις και μυρωδιές από τους κόσμους που επισκεπτόταν. Το παζάρι για την απόκτησή του ήταν πολύ σκληρό. Αναγκάστηκε να παραχωρήσει όλα του τα προνόμια, να δεσμευτεί για λιγότερη εργασία και να δώσει ακόμα και τη ρουτίνα εντοπισμού του γυναικείου οργασμού. Σε αντάλλαγμα πήρε το πρόσθετο με ανοιχτό κώδικα, ώστε να μπορέσει να το βελτιώσει στο δικό του εξελιγμένο υπολογιστή. Είχε τις απαραίτητες γνώσεις για να το κάνει αυτό. Μόνο που τώρα έπρεπε να βιαστεί, γιατί σε λίγο, με τη συνεχή πτώση της παραγωγικής του εργασίας, θα έχανε και το πρόγραμμα και τον υπολογιστή του. Έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά. Αφού μελέτησε ενδελεχώς τον κώδικα του πρόσθετου, έκανε τις βελτιώσεις που έκρινε απαραίτητες και ετοιμάστηκε για το ταξίδι. Το πρωί που ξύπνησε, είχε έντονη στο στόμα του τη γεύση τζατζικιού και το σώμα του μύριζε σανέλ νούμερο πέντε. Γεμάτος ικανοποίηση έσφιξε το χέρι του σε γροθιά και φώναξε δυνατά: «Πάμε γερά!»<br />
Είχε εντοπίσει τον τρόπο με τον οποίο το πρόσθετο επηρέαζε τις συντεταγμένες του χωροχρόνου και εκεί έριξε όλο του το βάρος. Υπολόγισε το έσχατο σημείο αντοχής του συστήματος και ρύθμισε το πρόγραμμα ώστε να ανταποκριθεί στα νέα δεδομένα. Γεμάτος ικανοποίηση από το αποτέλεσμα αλλά και πολύ κουρασμένος από την όλη προσπάθεια, σηκώθηκε για μια βόλτα στο μοναδικό του δωμάτιο, σε μια προσπάθεια να χωνέψει το όλο εγχείρημα. Το ρίσκο που αναλάβανε ήταν τεράστιο. Πρώτα και κύρια το πρόγραμμα ανά πάσα στιγμή μπορούσε να καταρρεύσει και ο ίδιος να χαθεί σε κάποια μαύρη τρύπα του διαστήματος. Αλλά και να μη συνέβαινε αυτό, μετά από τέτοια επιχείρηση, θα γινόταν αντιληπτός από τη Πληροφόρηση και εκτός από κατασχέσεις, υποβάθμιση και αλλαγή στέγης θα περνούσε και από δίκη για παράνομη εισβολή σε απαγορευμένους χώρους. Δεν ήθελε καθόλου να σκεφτεί την ποινή για μια τέτοια καταδίκη. Ήταν τέτοια όμως η λαχτάρα του για μια επαφή με τον παλιό κόσμο που δεν δίστασε καθόλου. Πάτησε το κουμπί και ξάπλωσε στο κρεβάτι έχοντας ήσυχη τη συνείδησή του.<br />
<br />
<br />
*****<br />
<br />
Τούτη τη φορά ο κυματισμός είχε μετατραπεί σε τρικυμία και το αεράκι σε θύελλα. Το κομμάτι της χοάνης δεν ήταν απλά δύσκολο αλλά τρομακτικό. Εκκωφαντικοί κρότοι και απερίγραπτες κραυγές τον έκαναν να χάσει τη ψυχραιμία του. Κουλουριασμένος και τρέμοντας από το φόβο του παρακαλούσε να τελειώσει το μαρτύριο. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, όλα άρχισαν να γυρίζουν με αυξανόμενη ταχύτητα, μέχρι που ο ρυθμός ξέφυγε της αντίληψής του και λιποθύμησε.<br />
Ο επίμονος και επαναλαμβανόμενος ήχος τον έκανε να καταλάβει ότι αυτό που άκουγε ήταν κάτι το διαφορετικό, ερχόταν έξω από τις πτυχές του ονείρου. Άνοιξε τα μάτια του και διαπίστωσε ότι ήταν στο κέντρο της πλατείας Συντάγματος, ακριβώς δίπλα στη σκοπιά του τσολιά. Από το δρόμο περνούσαν σε πορεία πολλοί νέοι άνθρωποι που φώναζαν ρυθμικά όλοι μαζί δεν θα περάσει χτυπούσαν παλαμάκια και πάλι από την αρχή. Πίσω τους με βήμα σημειωτόν ακολουθούσαν αυτοκίνητα και μηχανάκια που ο οδηγοί τους έβριζαν, κορνάριζαν και παρακαλούσαν ταυτόχρονα τους προπορευόμενους να τους αφήσουν να περάσουν. Ο Ντιμ21 εντυπωσιασμένος από το σκηνικό, άφησε τον τσολιά και πλησίασε να δει καλύτερα και κυρίως να καταλάβει τι ακριβώς συνέβαινε. Πέρασε στο δρόμο αμέριμνος, όταν είδε το μηχανάκι να φρενάρει απότομα, να σέρνεται στο δρόμο και τελικά να πέφτει πάνω του. Ο πόνος ήταν άμεσος και οξύς σαν αστροπελέκι. Έπεσε στο πεζοδρόμιο και έπιασε το πόδι του ουρλιάζοντας. Την ίδια όμως στιγμή είχε αρχίσει να συνειδητοποιεί ότι βρισκόταν επιτέλους στο μαγικό κόσμο, όχι πια σε όνειρο αλλά άγνωστο πώς, ήταν εκεί ψυχή τε και σώματι. Σηκώθηκε και άρχισε να χοροπηδά από τη χαρά του.<br />
- Στραβός είσαι, ολόκληρο στόλο από αυτοκίνητα και μηχανάκια, δεν τον είδες; τον ρώτησε αγριεμένος ο οδηγός από το μηχανάκι.<br />
- Καλά είμαι, μια χαρά είμαι είπε ο Ντιμ21 αλλά τα λόγια που πρόφερε του ακούστηκαν στα αυτιά σαν άγνωστη γλώσσα. Άγνωστη ακούστηκε η γλώσσα και στον οδηγό.<br />
- Τι λες; Μίλα ελληνικά!<br />
Αυτό δεν το περίμενε, ενώ καταλάβαινε τα πάντα, όταν μιλούσε ούτε ο ίδιος αντιλαμβανόταν τι έλεγε. Η εξέλιξη αυτή δεν στάθηκε ικανή να τον σταματήσει από το χοροπηδητό του.<br />
- Είσαι βλαμμένος Αλβανέ! διαπίστωσε ο οδηγός, ανέβηκε στο μηχανάκι του και έφυγε.<br />
O Ντιμ21 δεν έδωσε σημασία. Είχε άλλες έγνοιες στο μυαλό του, δεν μπορούσε με τίποτα να πιστέψει αυτό που του συνέβαινε. Προσπαθούσε με κάθε τρόπο να επιβεβαιώνει τη νέα του κατάσταση. Πήγαινε καταπάνω στο διαβάτη που ερχόταν κι αυτός έστριβε την τελευταία στιγμή για να τον αποφύγει. Ένας μάλιστα έπεσε πάνω του και χτύπησαν τα κορμιά τους. Όσο οι περαστικοί τον έβριζαν, τόσο το διασκέδαζε. Σταμάτησε έξω από ένα καφέ και παρατήρησε τους θαμώνες που έπιναν το καφέ τους και συζητούσαν σε παρέες. «Ευκαιρία να δοκιμάσουμε τον περίφημο ελληνικό καφέ» είπε και μπήκε μέσα. Κάθισε σε ένα τραπέζι και ο σερβιτόρος πλησίασε.<br />
- Έναν ελληνικό καφέ, είπε και χαμογέλασε.<br />
- Γουάτ; ρώτησε ο σερβιτόρος έκπληκτος.<br />
Ο Ντιμ21 συνέχεια ξεχνούσε ότι κανένας δεν καταλάβαινε τη γλώσσα που μιλούσε και έκανε με το χέρι του τη κίνηση που φανέρωνε ότι ήθελε να πιει.<br />
- Κόφι;<br />
Έγνεψε καταφατικά το κεφάλι του.<br />
- Γουάτ κόφι; τον ξαναρώτησε και του πρότεινε ένα γυαλιστερό χαρτί που είχε φωτογραφίες με διάφορα ποτήρια. Του έδειξε ένα.<br />
- Εσπρέσο, είπε φεύγοντας ο σερβιτόρος.<br />
Ο καφές ήρθε και όλο λαχτάρα ήπιε μια γερή γουλιά. Η πικράδα που ένοιωσε τον έκανε να κλείσει τα μάτια και να σφίξει τα δόντια. Ο μορφασμός του, έκανε τη μια από τις δυο κοπέλες που βρισκόταν στο διπλανό τραπέζι να χαμογελάσει. Ο Ντιμ21 την παρατήρησε και πρόσεξε ότι έμοιαζε πολύ με την ιδανική κοπέλα του Εθνικού Κήπου. Το χαμόγελό της το εξέλαβε σαν σήμα αποδοχής. Πήρε το καφέ του και πήγε στο τραπέζι των κοριτσιών. Τα κορίτσια άνοιξαν το στόμα τους από την έκπληξη με τον ίδιο τρόπο που το είχε κάνει και ο ίδιος, όταν είδε την κοπέλα στο παγκάκι. Την κίνηση που έκανε δεν τη σκέφτηκε καθόλου, έγινε από μόνη της. Άπλωσε το χέρι του, έπιασε το στήθος της κοπέλας και το έσφιξε με θαυμασμό.<br />
Η σκηνή που ακολούθησε εξελίχθηκε με κινηματογραφική ταχύτητα. Οι κοπέλες πετάχτηκαν πάνω, άρχισαν να ουρλιάζουν και οι καφέδες έπεσαν στο πάτωμα. Μια κυρία από δίπλα άρχισε να φωνάζει σε έξαλλη κατάσταση δράκος πιάστε τον! ΟΝτιμ21 έκπληκτος και γεμάτος απορία οπισθοχώρησε, ρίχνοντας και από άλλο τραπέζι τους καφέδες και τα νερά. Είδε τον σερβιτόρο και δυο νεαρούς να κινούνται απειλητικά προς το μέρος του και τράπηκε σε φυγή. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά και έτρεχε σαν χαμένος χωρίς να ξέρει που πηγαίνει. Οι διώκτες πίσω του αυξάνονταν όπως και οι φωνές τους.<br />
- Δράκος, κλέφτης, πιάστε τον!<br />
Κάποιος του έβαλε μια τρικλοποδιά και σωριάστηκε στο έδαφος. Έπεσαν πάνω του καμιά δεκαριά και άρχισαν να τον γρονθοκοπούν με μανία.<br />
Το ξύλο σταμάτησε μόλις ακούστηκε μια σφυρίχτρα. Είδε δυο άντρες με ομοιόμορφη στολή να πλησιάζουν. «Σώθηκα, θα είναι η Προστασία» σκέφτηκε ανακουφισμένος. Οι δυο άντρες πλησίασαν και ρώτησαν το σερβιτόρο που εξακολουθούσε να το κρατάει κάτω, τι συμβαίνει. Ο σερβιτόρος λαχανιασμένος άρχισε να λέει ότι είναι μανιακός, δεν πλήρωσε το λογαριασμό του και έβαλε χέρι σε δυο κοπέλες μπροστά σε όλο τον κόσμο.<br />
Ο αστυνομικός απευθύνθηκε στον Ντιμ21.<br />
- Γιατί τα έκανες όλα αυτά;<br />
- Δεν έκανα τίποτα, απάντησε και κανείς δεν κατάλαβε τι είπε.<br />
- Λαθρομετανάστης, είπε ο άλλος αστυνομικός και του φόρεσε χειροπέδες.<br />
Στο δρόμο για το τμήμα τον ρώτησαν αν έχει χαρτιά αλλά ο Ντιμ21 τους κοίταζε χωρίς να μιλάει πλέον.<br />
- Χεβ πέιπερς ρε μούλε;<br />
Πάλι δεν απάντησε.<br />
- Για Αφγανός μοιάζει και η φάτσα και η γλώσσα του. Θα τον δηλώσουμε στο αυτόφωρο παράνομο μετανάστη χωρίς χαρτιά από το Αφγανιστάν.<br />
- Και τι θα γίνει στο αυτόφωρο; ρώτησε ο άλλος αστυνομικός<br />
- Τι θες να γίνει; Ότι γίνεται πάντα. Θα καταδικαστεί και θα διαταχθεί η απέλασή του. Συνηθισμένα πράγματα.<br />
Ο Ντιμ21 άρχισε να συνειδητοποιεί ότι το όνειρο μετατρέπονταν σε εφιάλτη. Έφτασαν στο τμήμα και τον οδήγησαν στο κελί του υπογείου. Ο ειδικός φρουρός ξεκλείδωσε τη πόρτα του κελιού. Την ώρα που ένοιωσε τη δυνατή κλωτσιά στα οπίσθια, άκουσε από το ραδιόφωνο του σκοπού τη φωνή του αγαπημένου του τραγουδιστή:<br />
Μα ποιο είναι κείνο το όνειρο που βγαίνει πάντα αλήθεια…
<p>
  Στίχοι: Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου - Μουσική: Απόστολος Καλδάρας<br />
  Τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας<br />
  <br />
</p><br />
<br />
Στην <a href="http://agauch-katerina.blogspot.com/">Κατερίνα</a>, που προσπαθεί να μη συνηθίσει το τέρας...<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1109574022742810727-2878126192215884821?l=koukosmonos.blogspot.com' alt="-" /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Οι παλιές αγάπες πάνε στο Παράδεισο(;)</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2010/01/29/%ce%9f%ce%b9_%cf%80%ce%b1%ce%bb%ce%b9%ce%ad%cf%82_%ce%b1%ce%b3%ce%ac%cf%80%ce%b5%cf%82_%cf%80%ce%ac%ce%bd%ce%b5_%cf%83%cf%84%ce%bf_%ce%a0%ce%b1%cf%81%ce%ac%ce%b4%ce%b5%ce%b9%cf%83%ce%bf(;)</link>
		<pubDate>Fri, 29 Jan 2010 14:22:00 -0500</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2010/01/29/%ce%9f%ce%b9_%cf%80%ce%b1%ce%bb%ce%b9%ce%ad%cf%82_%ce%b1%ce%b3%ce%ac%cf%80%ce%b5%cf%82_%cf%80%ce%ac%ce%bd%ce%b5_%cf%83%cf%84%ce%bf_%ce%a0%ce%b1%cf%81%ce%ac%ce%b4%ce%b5%ce%b9%cf%83%ce%bf(;)</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<p>
  <a href="http://1.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/S2LUNdI3d7I/AAAAAAAABaw/bnXLlgmTHS0/s1600-h/dali_pma_05_01.jpg"><img src="http://1.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/S2LUNdI3d7I/AAAAAAAABaw/bnXLlgmTHS0/s400/dali_pma_05_01.jpg" alt="-" /></a>
</p>Γυναίκα στο παράθυρο - Σαλβαντόρ Νταλί<br />
<a href="http://2.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/S2LUM0E6xEI/AAAAAAAABao/MnjPiJFcqfM/s1600-h/dali_pma_05_01.jpg"></a>
<p>
  <br />
  <br />
  - Τελικά φεύγεις αύριο;<br />
  - Ναι, αλλά έχουμε ένα ολόκληρο βράδυ να περάσουμε μαζί!<br />
  Η βαριά πόρτα του αεροπλάνου έκλεισε με θόρυβο και για μια στιγμή τον επανέφερε στη πραγματικότητα από τη βουτιά που είχε κάνει στις προ εικοσιπενταετίας αναμνήσεις του. Για μια στιγμή.<br />
  Ανατρίχιασε και χωρίς να το καταλάβει έσφιξε το χέρι της που κρατούσε εδώ και ώρα στο δικό του. Δεν ήξερε αν αυτό έγινε εξ αιτίας της δροσερού αέρα που ήρθε αναπάντεχα από τη μεριά της θάλασσας ή γιατί συνειδητοποίησε τη μοναδικότητα της στιγμής, μιας στιγμής συναισθηματικά φορτισμένης σε τέτοιο βαθμό, που του έφερνε δάκρυα στα μάτια. Συγκρατήθηκε. Καθισμένοι πάνω στο πέτρινο πεζούλι που είχε κτιστεί κατά μήκος της ακτογραμμής, έβλεπαν το ηλιοβασίλεμα της Πέτρας. Ο ήλιος βυθιζόταν στη θάλασσα και μια πολύχρωμη γραμμή, στην οποία κυριαρχούσε ένα βαθύ πορτοκαλί, ξεκινούσε από το σημείο της ένωσης, περνούσε ανάμεσα από τις δυο βραχονησίδες και έφτανε μέχρι τα πόδια τους. «Άραγε είναι τόσος όμορφος ο κόσμος ή μου έχει φορέσει παραμορφωτικούς φακούς η αγάπη;» Μέσα σε τούτη τη πανδαισία χρωμάτων και συναισθημάτων βρήκε το χρόνο (και την όρεξη) να φιλοσοφήσει.<br />
  «Αδιόρθωτος! Πάντα έτσι ήμουν ο μαλάκας» μονολόγησε και ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του. Έριξε μια γρήγορη ματιά στο εσωτερικό του αεροπλάνου. Οι ίδιες γνωστές και μονότονες σκηνές. Στο βάθος η αεροσυνοδός ετοιμαζόταν για την καθιερωμένη επίδειξη. Έβαλε τα ακουστικά στα αυτιά του και η μουσική γέμισε τον κόσμο του. Έκανε ακόμα πιο όμορφο το σκηνικό των αναμνήσεων.<br />
  Περπάτησαν αγκαλιασμένοι κατά μήκος της παραλίας. Από τη μια ο ήχος από το αναιμικό κύμα που ερωτοτροπούσε με τα χαλίκια και κρυφά φλέρταρε και με πόδια τους. Από την άλλη η απαλή μουσική των Πυξ Λαξ. Η φωνή του Φίλλιπου ιδιαίτερα ευαίσθητη σε τούτο το τραγούδι:<br />
  <br />
  Αγάπης φως της γης ταξίδια<br />
  μαύρα παράξενα παιχνίδια<br />
  στο φως του ήλιου θ' ακουμπήσω<br />
  το καλοκαίρι να μυρίσω.<br />
  <br />
  Μ' άσπρο πανί θα ταξιδέψω<br />
  μικρό κορίτσι θα σε κλέψω<br />
  όσο αγαπάω μένω πίσω<br />
  κι όλο μ' αφήνεις να σ' αφήσω<br />
  <br />
  «Πλήρωμα σκάφους σε θέση απογείωσης». Η φωνή του πιλότου τρύπωσε ανάμεσα στο κενό που έχουν μεταξύ τους τα τραγούδια. Έσφιξε με δύναμη το μπράτσο του καθίσματος. Πάντα αυτή η στιγμή, παρ’ όλα τα ταξίδια του, ήταν δύσκολη. Ένοιωσε τη γη να φεύγει κάτω από τα πόδια του και το κενό στη βουβωνική χώρα. Το σκάφος οριζοντιώθηκε και ο Στέφανος ξεφύσησε με ανακούφιση. Άνοιξε για λίγο τα μάτια.<br />
  Πετούσαν στα σύννεφα. Πήγαιναν για το ξενοδοχείο και για μια στιγμή συλλογίστηκε ότι δεν περπατάνε απλώς. «Μα πως μπορεί να συμβαίνει αυτό;» αναρωτήθηκε. «Αύριο φεύγω όχι μόνο από το νησί αλλά και από τη χώρα. Το πιθανότερο είναι να μην ξαναϊδωθούμε ποτέ και ούτε γκρίνιες, ούτε παράπονα, ούτε μιζέρια. Μόνο χαρά και προσμονή για τούτη τη τελευταία νύχτα μας. Εντάξει, είναι το σεξ που ακολουθεί, αλλά μπορεί αυτό όσο καλό και να είναι (και παραείναι καλό) να καλύψει τη πραγματικότητα; Και η απώλεια; Το γεγονός ότι δεν θα ξαναζήσουμε αυτές τις υπέροχες στιγμές δεν θα έπρεπε να μας γεμίζει απελπισία; Είναι η αγάπη τόσο δυνατή που τα σκεπάζει όλα και μας επιβάλει να ζήσουμε τη στιγμή χωρίς σκιές, χωρίς δεύτερες σκέψεις;»<br />
  «Θα πάρετε κάτι;» Η αεροσυνοδός με ένα αστραφτερό χαμόγελο περίμενε την απάντησή του. «Καφέ» είπε και τόνισε την λέξη. Είχε πιεί ένα νες στο σπίτι με το που σηκώθηκε από το κρεβάτι και ένα καπουτσίνο στο αεροδρόμιο. Ο γαλλικός ήταν ότι πρέπει τώρα, άλλωστε μια ποικιλία του χρειαζόταν για να μπορέσει να πιει και τους είκοσι καφέδες, που ειδικά για τούτη τη μέρα είχε προγραμματίσει.<br />
  Άνοιξαν το μίνι μπαρ και πήραν από μια παγωμένη Bud. Βγήκαν για λίγο στο μπαλκόνι. Η νύχτα φουριόζα είχε εισβάλει από παντού και στο διάβα της είχε μαζέψει την αύρα από τη θάλασσα και μ’ αυτή παρηγορούσε τη πυρωμένη γη. Αγκαλιάστηκαν. Ασυναίσθητα έψαξαν για το φεγγάρι, μόνο αστέρια και αυτά ντροπαλά. Η φωνή του Μητροπάνου του ράγισε τη καρδιά.<br />
  <br />
  Τ' αυγουστιάτικο φεγγάρι δεν το βρήκαμε<br />
  πιο νωρίς ήρθ' ο Σεπτέμβρης και χαθήκαμε<br />
  πώς χωρίσαμε με τόση ευκολία…<br />
  <br />
</p>
<p>
  «Το ποτήρι σας παρακαλώ». Η αεροσυνοδός είχε ξεχάσει το χαμόγελό της στο σερβίρισμα. Από τα μεγάφωνα ακούστηκε η φωνή του πιλότου. «Κυρίες και κύριοι πετάμε στα τριάντα χιλιάδες πόδια και υπολογίζουμε άφιξη στη Μυτιλήνη σε είκοσι λεπτά. Ο καιρός στο έδαφος βροχερός». Το προετοίμαζε καιρό τούτο το ταξίδι. Εδώ και πέντε μήνες που ανέλαβε διευθυντής δικτύου νήσων Αιγαίου, στο τμήμα πωλήσεων της πολυεθνικής, ήξερε ότι κάποια στιγμή θα πήγαινε και στη Λέσβο. Ήταν όμως τόσο πολλές οι υποχρεώσεις και τα τρεξίματα που απέρρεαν από τα νέα του καθήκοντα που σχεδόν το είχε ξεχάσει. Ακόμα και τα βράδια, όταν μετά από δεκαπέντε ώρες εξαντλητικής εργασίας έκλεινε τα μάτια, δεν προλάβαινε να οργανώσει τις συνηθισμένες αποδράσεις του μυαλού του. Στοιχεία πωλήσεων, αριθμοί και ποσοστά τον πλάκωναν μέχρι να τον πάρει ο ύπνος. Ένας ύπνος βαθύς και χωρίς όνειρα.<br />
  Την ήθελε την προαγωγή στη δουλειά του, την επιζητούσε. Εκτός από ηθική ανταμοιβή, μια αναγνώριση για τη μέχρι τώρα προσφορά του, ήταν και τα λεφτά παραπάνω. Πόσο μάλλον σε μια τέτοια εποχή με την οικονομική κρίση και τα επακόλουθά της. Τον εξιτάριζε όμως και η εξουσία που απέκτησε ξαφνικά. Για πρώτη φορά βρέθηκε σε δικό του γραφείο, είχε εταιρικό αμάξι πολυτελείας, τη δική του αποκλειστική γραμματέα και ένα τμήμα από δέκα πωλητές, όλοι υπό την προσταγή του.<br />
  «Στις προσταγές σου κυρία μου!» Η Ζωή τον τράβηξε από το χέρι, σχεδόν τον έσυρε μέσα στο δωμάτιο. Έπεσαν με τα ρούχα στο κρεβάτι. Το φιλί που ακολούθησε, περίεργα πως, δεν ήταν αγχωμένο. Ήταν τρυφερό, σε τέτοιο σημείο, που μια γλυκιά ζάλη άρχισε να τον περιβάλει. Ξάπλωσε ανάσκελα, έκλεισε τα μάτια και άφησε τη Ζωή να κάνει παιχνίδι. Χαλαρός, όσο ποτέ άλλοτε, απολάμβανε τα φιλιά και τα χάδια μέχρι που το μέλι κάλυψε όλο του το σώμα. Τα πάντα είχαν κολλήσει. Προσπάθησε να ανοίξει τα μάτια του, μάταια. Ο Μορφέας φάνηκε στο δωμάτιο με απειλητικές διαθέσεις. Δεν επιχείρησε να αντισταθεί, σαν έτοιμος από καιρό, παραδόθηκε στην αγκαλιά του. Ξύπνησε περασμένες δέκα και το μόνο που αντίκρισε ήταν ένα σημείωμα σε ένα χαρτί πάνω στο μαξιλάρι της και ένα λευκό γαρύφαλλο, από τη γλάστρα της βεράντας, δίπλα του. Άρχισε να διαβάζει την ίδια στιγμή που ένας κόμπος στο λαιμό του έκοβε την ανάσα.<br />
  <br />
  Στέφανε,<br />
  Μη λυπάσαι. Όλο μου το είναι γνωρίζει ότι ειδικά σήμερα ήθελες να με ευχαριστήσεις. Να ξέρεις ότι το έκανες με τον καλύτερο τρόπο. Όλη τη νύχτα σε παρακολουθούσα να κοιμάσαι. Σου χάιδευα τα μαλλιά και σου τραγουδούσα. Ήθελα να σου μεταφέρω λίγο από τη ψυχή μου, να σε συνοδεύει σε τούτο το μακρινό σου ταξίδι. Ήσουν τόσο ήρεμος, τόσο όμορφος! Ζήλεψα για λίγο που δεν θα σε έχω δίπλα μου τα δύσκολα βράδια του χειμώνα, αλλά μέχρι εκεί. Θα είμαι ευτυχισμένη, όταν θα ξέρω ότι είσαι καλά. Σε αγάπησα χωρίς ανταποδοτικά τέλη. Μακάρι να σε ξαναδώ.<br />
  Ζωή.<br />
</p>
<p>
  «Πλήρωμα σκάφους σε θέση προσγείωσης». Άνοιξε τα μάτια και έριξε μια ματιά από το παράθυρο. Δεν μπόρεσε να ξεχωρίσει τίποτα. Η ομίχλη είχε σκεπάζει τα βουνά και η ορατότητα ήταν χαμηλή. Ένοιωσε τις ρόδες να ακουμπάνε στο έδαφος και το αεροπλάνο να φρενάρει και να τρίζει ολόκληρο. «Επιτέλους!» Στην αίθουσα αναμονής δεν τον περίμενε κανείς. Ποτέ δεν ειδοποιούσε για την πρώτη του επίσκεψη. Ήθελε να αποκτήσει δική του άποψη για τη δουλειά και τις δυνατότητές της, πριν τον παραμυθιάσουν οι τοπικοί αντιπρόσωποι. Θα έκανε μια γρήγορη έρευνα αγοράς στη πόλη και νωρίς το απόγευμα θα περνούσε και από τον αντιπρόσωπο. Το βραδάκι θα συναντούσε τη Ζωή. Ήταν πολύ εύκολο να τη βρει κι ας είχαν περάσει τα χρόνια. Ένοιωσε το τρέμουλο της φωνής της στο τηλεφώνημα. Ένα ρίγος διαπέρασε όλο του το κορμί. «Είναι δυνατόν; Μετά από τόσα χρόνια και να κάνω σαν σχολιαρόπαιδο;» αναρωτήθηκε και απάντηση δεν πήρε. ΄<br />
  «Θα πάμε για φαγητό; τον ρώτησε ή Ζωή.<br />
  «Ένα εσπρεσάκι πρώτα, στη καφετέρια, να τα πούμε με την ησυχία μας και μετά» της απάντησε.<br />
  Στο μπαρ του αεροδρομίου ήπιε έναν ελληνικό στα όρθια και πήρε ταξί για τη πόλη. Στο ράδιο του ταξιτζή, ο Λαυρέντης με τον Νιόνιο τραγουδάνε και το διασκεδάζουν:<br />
  <br />
  Και τι ζητάω, τι ζητάω<br />
  Μια ευκαιρία στον παράδεισο να πάω…<br />
  <br />
  Άρχισε να σκέφτεται εντατικά:<br />
  «Εδώ που τα λέμε δεν είναι και το ευκολότερο πράγμα αυτή η συνάντηση. Η Μάρω Βαμβουνάκη περιγράφει στο ομώνυμο βιβλίο της μια τέτοια συνάντηση με μελανά χρώματα. Η ηρωίδα της επιστέφει στο γενέθλιο τόπο με μια τεράστια λαχτάρα να δει την πρώτη της αγάπη. Μιαν αγάπη, που το πέρασμα του χρόνου την εξιδανίκευσε και την τοποθέτησε πάνω απ’ όλα. Όμως η συνάντηση υπήρξε καταστροφική. Ο ήρωας σε μαύρο χάλι, παχύς και με αραιωμένα μαλλιά, με ψόφια μάτια και άδειο βλέμμα. Χαρακτηρίζει μέσα της τη συνάντηση μνημόσυνο της παλιάς αγάπης και φεύγει βιαστικά προσπαθώντας να κρατήσει ανέπαφη την ανάμνησή της. Φευ! Διαπιστώνει τελικά ότι έχει πεθάνει και σαν τέτοια πήγε στο παράδεισο, καθαγιασμένη και εξωραϊσμένη, με τη νοσταλγία να τη μνημονεύει και να τη δοξάζει. Τελικά δεν αποκλείεται να πάθω τα ίδια ή ακόμα χειρότερα να τα πάθει η Ζωή».<br />
  Ένοιωσε τον ιδρώτα να τον περιλούζει. Ξέσφιξε λίγο τη γραβάτα του.<br />
  «Φτάσαμε κύριος».<br />
  Κατέβηκε από το ταξί και μπήκε στο ξενοδοχείο. Πήγε κατευθείαν για μπάνιο, το είχε μεγάλη ανάγκη αυτή τη στιγμή. Παράγγειλε ένα φρέντο και τον απόλαυσε στο μπαλκόνι του δωματίου. Λίγα μέτρα πιο πέρα η θάλασσα λυσσομανούσε. Τα κύματα, στοιχισμένα και με απόλυτη ακρίβεια, έπεφταν στη στεριά και πέθαιναν νικημένα αλλά περήφανα που εκτέλεσαν την αποστολή τους.<br />
  «Εγώ θα το κάνω και ας είναι καταστροφή, το χρωστάω στον εαυτό μου!» είπε με πείσμα και τράβηξε μια γερή τζούρα καπνού που τον ζάλισε.<br />
  «Δηλαδή τι μπορεί να έχει πάθει η Ζωή; Στην ομορφιά των νιάτων της θα έχει προστεθεί η γνώση και η σοφία μιας γυναίκας που πολέμησε με πείσμα και αξιοπρέπεια για τη ζωή της. Κι αν τα χαρακτηριστικά της έχουν αμβλυνθεί από το χρόνο, η ηρεμία και η σύνεση θα τα έχουν κάνει ακόμα πιο αξιαγάπητα. Για να μη πούμε για την εμπειρία μιας σαρανταπεντάρας. Ουάου!»<br />
  Η τελευταία σκέψη τον γέμισε κέφι και αισιοδοξία. Ντύθηκε και ξεκίνησε γεμάτος αυτοπεποίθηση για τη δουλειά. Η μέρα κύλισε με εξαιρετικούς ρυθμούς. Ο Στέφανος είναι στο ξενοδοχείο και ετοιμάζεται για την βραδινή συνάντηση. Μόλις έχει τελειώσει το ξύρισμα και κοιτάζεται στο καθρέφτη. Του αρέσει αυτό που βλέπει, του χαμογελάει και του κλείνει το μάτι. Ντύνεται και φεύγει με βήμα αποφασιστικό και σίγουρο. Φτάνει στη καφετέρια και ρίχνει μια ματιά στο εσωτερικό της. Ήταν εκεί και ήταν η Ζωή! Τον είδε και του χαμογέλασε. Το βλέμμα της του έκοψε τα πόδια, για λίγο. Είδε τα μάτια της, έχασε τον κόσμο και ένα πράγμα μόνο μπόρεσε να σκεφτεί:<br />
  «Λυπάμαι Μάρω, αλλά οι παλιές αγάπες δεν πάνε στο παράδεισο. Είναι ο Παράδεισος!»<br />
</p>
<p>
  <a href="http://koukouboi.blogspot.com/2010/01/blog-post.html">Στίχοι: Μάρω Μαμβουνάκη</a> Μουσική: Φίλιππος Πλιάτσικας
</p><br />
<br />
<p>
  ΥΓ.1Έπαιξα λίγο με τις λέξεις (σαν παιδί κι εγώ...). Αυτό που ήθελα να πω, είναι ότι οι πραγματικές αγάπες (παλιές, νέες, μελλοντικές) δεν χωράνε σε καλούπια, δεν καθορίζονται από νόμους και πολύ περισσότερο από νομοτέλειες. Είναι αποκλειστικό προνόμιο του καθένα μας να τις ερμηνεύσει, να τις κατανοήσει. Αυτές θα συνεχίσουν να μας βασανίζουν και να κάνουν τη ζωή μας καλύτερη (ή χειρότερη...)
</p>
<p>
  ΥΓ2. Το εκπληκτικό αυτό τραγούδι, κόσμημα της νεοελληνικής δημιουργίας, το αφιερώνω σε όλους και όλες με την ευχή: Μεγάλες και αληθινές αγάπες να συνοδεύουν πάντα τη ζωή σας!<a href="http://www.snapdrive.net/%3Futm_source%3Dplayerlogo%26utm_medium%3Dflashplayer_rev1"></a>
</p><img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1109574022742810727-5183358403182799443?l=koukosmonos.blogspot.com' alt="-" /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Η ζωή μας είναι μόνο οι αναμνήσεις μας</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2010/01/11/%ce%97_%ce%b6%cf%89%ce%ae_%ce%bc%ce%b1%cf%82_%ce%b5%ce%af%ce%bd%ce%b1%ce%b9_%ce%bc%cf%8c%ce%bd%ce%bf_%ce%bf%ce%b9_%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%bc%ce%bd%ce%ae%cf%83%ce%b5%ce%b9%cf%82_%ce%bc%ce%b1%cf%82</link>
		<pubDate>Mon, 11 Jan 2010 14:55:00 -0500</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2010/01/11/%ce%97_%ce%b6%cf%89%ce%ae_%ce%bc%ce%b1%cf%82_%ce%b5%ce%af%ce%bd%ce%b1%ce%b9_%ce%bc%cf%8c%ce%bd%ce%bf_%ce%bf%ce%b9_%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%bc%ce%bd%ce%ae%cf%83%ce%b5%ce%b9%cf%82_%ce%bc%ce%b1%cf%82</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://2.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/S0sf-JKY8sI/AAAAAAAABag/PQNgP2eZdlk/s1600-h/tolo.jpg"><img src="http://2.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/S0sf-JKY8sI/AAAAAAAABag/PQNgP2eZdlk/s400/tolo.jpg" alt="-" /></a><br />
<br />
Ο ήχος, αν και ερχόταν από πολύ μακριά, ακούστηκε απειλητικός. Προσπάθησα να μη δώσω σημασία και επικεντρώθηκα σε αυτό που έκανα το τελευταίο διάστημα, το απόλυτο τίποτα. Ήμουν ξαπλωμένος σε μια αιώρα, στη μέση του πουθενά, ένα δροσερό αεράκι χτυπούσε κατευθείαν στο πρόσωπο και τα μάτια μου ήταν καρφωμένα στο απέραντο γαλάζιο. Κανένα συννεφάκι δεν σκίαζε το κάδρο μου, κανένας ήχος δεν αποσπούσε τη προσοχή μου. Κανένας; Το κακό είχε γίνει και ακόμα χειρότερα πλησίαζε με απίστευτη ταχύτητα. Τώρα πια δεν ήταν ένας συνηθισμένος ήχος, έστω και απειλητικός, ήταν ό,τι πιο τρομακτικό είχα ακούσει στη ζωή μου, ήταν οι καμπάνες της κόλασης. Επιχείρησα να προφυλαχτώ, κλείνοντας με τα δυο χέρια και πιέζοντας με δύναμη τα αυτιά μου, μάταια. Με πήρε και με σήκωσε. Έπεσα από την αιώρα και άνοιξα τα μάτια.<br />
Ο απόκοσμος ήχος είχε σταματήσει. Έριξα μια γρήγορη ματιά στο δωμάτιο. Όλα ήταν στη θέση τους. Το κλιματιστικό, ακριβώς απέναντί μου, δούλευε πυρετωδώς. Πρέπει να είχε ξημερώσει γιατί πίσω από τις αδιαφανείς κουρτίνες μια αδιόρατη λάμψη, ένα μουντό φως καλύτερα, φανέρωνε ότι ο ήλιος είχε αρχίσει το καθημερινό του ταξίδι. Για μια στιγμή μου πέρασε από το μυαλό ότι έγινε σεισμός. Κοίταξα το φωτιστικό στο ταβάνι, ακίνητο. Άκρη δεν έβγαλα και άλλαξα πλευρό, όταν τα σημάδια της αποκάλυψης μου φανερώθηκαν πάλι με τον γνωστό ήχο. Δεν μπορεί να μου συμβαίνει αυτό! Ο τρόμος σφήνωσε στο λαρύγγι και μου έκοψε την αναπνοή, η καρδιά μου άρχισε να χτυπά δυνατά και ακανόνιστα. Η στιγμή ήταν πολύ δύσκολη και στα δύσκολα παίρνω μπρός. Γύρισα πάλι πλευρό, άπλωσα το χέρι μου στο κομοδίνο και σήκωσα το τηλέφωνο. Ένας χείμαρρος από λέξεις, που σχημάτιζαν κυρίως βρισιές, με παρέσυρε σαν κλαδί φυλλοβόλου δέντρου το φθινόπωρο και με ξύπνησε για τα καλά.<br />
- Καλημέρα Πάνο, απάντησα και προσπάθησα να δείχνω ήρεμος αν και κατά βάθος πολύ θα ήθελα να τον κάνω μαύρο στο ξύλο με ένα μπαστούνι του μπέιζμπολ. Αυτό πάλι πως μου ’ρθε; Πολλές αμερικάνικες ταινίες βλέπω. Ενυγουέυ.<br />
- Ποια καλημέρα ρε χαμένε! Στις δύο το μεσημέρι λένε καλησπέρα. Πώς την έχεις δει έτσι τη δουλειά; Θα χάσουμε και αυτό το μπάνιο; Ακούστηκε με μια ιερή αγανάκτηση στη φωνή. Δεν με έπαιρνε για δικαιολογίες, με τίποτα όμως.<br />
- Έρχομαι! Σε δυο λεπτά είμαι πλαζ. Έκλεισα το τηλέφωνο και αναρωτήθηκα τι στο καλό είχα πάθει και δεν μπορούσα να ξυπνήσω σαν άνθρωπος. Όσο κι αν έψαξα απάντηση δεν βρήκα. Βρήκα όμως το μαγιό μου, το φόρεσα βιαστικά και κατέβηκα τρέχοντας τις σκάλες του ξενοδοχείου. Η πλαζ, στο Τολό, εκείνο το αυγουστιάτικο πρωινό ήταν πήχτρα στο κόσμο. Ξόδεψα το ένα μου λεπτό, περπατώντας ανάμεσα σε ξαπλωμένα κορμιά, κάτω στην άμμο την ψιλή. Κοιτάζει; αναρωτήθηκα και συνέχιζα να ψάχνω, όταν επιτέλους τον είδα. Ήταν εκεί, σε μια συστάδα από ομπρέλες και σεζλόγκ, αδύνατος σαν τσίρος. Το μόνο πράγμα που ξεχώριζε πάνω του, ήταν ένα μυτερό μουσάκι, στιλ Λένιν, κατάλοιπο μιας εποχής που είχε περάσει ανεπιστρεπτί. Το είχε αφήσει στο γυμνάσιο και είχε κλέψει την παράσταση. Πέντε τρίχες είχε όλες κι όλες ο κωλόφαρδος και αυτές σχημάτιζαν ένα μούσι που έμοιαζε πολύ με αυτό του Λένιν που εκείνη την εποχή, αμέσως μετά τη πτώση της χούντας, ήταν πιο γνωστό πρόσωπο και από τον Βενιζέλο. Φορούσε μια τραγιάσκα και ένα παλτό, προφανώς του παππού του, που έφτανε μέχρι τους αστραγάλους και το πέρασμά του προκαλούσε δέος. Κρατούσε, αντί για τσάντα, δυο βιβλία και ένα τετράδιο και με ύφος σοβαρό χαιρετούσε τα πλήθη. Παρένθεση. Ακόμα δεν μπορώ να χωνέψω πόσο πέραση είχε στις κοπέλες αυτός ο μορφονιός. Στη σειρά περίμεναν να τα φτιάξουν μαζί του και ο Πάνος δεν χαλούσε χατίρια. Τις ξεπαρθένευε (ενίοτε) και τις παρατούσε χωρίς αναστολές. Εγώ πάλι τις παρηγορούσα, λέγοντας ότι τα καλύτερα έρχονται, αλλά παρά τις προσπάθειές μου καμιά τους δεν με ξεπαρθένεψε. Κλείνει η παρένθεση με ουκ ολίγο ψυχικό κόστος από τη θύμηση.<br />
Πλησίασα σαν τη ζημιωμένη γάτα, χαμογελώντας υποτακτικά. Με κοίταξε με κείνο το δηλητηριώδες βλέμμα και χωρίς να πει κουβέντα, μου την είπε κανονικά. Είδε την (ψεύτικη) συντριβή μου και τους μορφασμούς μου και αμέσως ανέκτησε το κέφι του.<br />
- Δεν πρέπει να χάνουμε τον καιρό μας. Οι καιροί ου μενετοί, που λέγαν κι οι αρχαίοι, είπε και η φωνή του είχε μαλακώσει για τα καλά. Και όχι μόνο. Είχε ήδη αποκτήσει εκείνη την περιπαιχτική χροιά, αυτό το ανεπαίσθητα ειρωνικό ύφος που ξεχείλιζε από εξυπνάδα και που ελάχιστοι καταλάβαιναν και ήταν ένας από τους λόγους που τον αγαπούσα τόσο πολύ. Ένας άλλος λόγος ήταν οι ατελείωτες πλάκες που κάναμε κάθε φορά που βρισκόμαστε, τα απίστευτα γέλια μας, που η θύμησή τους και μόνο μας έκανε να ξαναγελάμε ασταμάτητα. Ο κοινός βηματισμός κάπου χάθηκε, ο Πάνος έφυγε για σπουδές στο εξωτερικό, εγώ συνέχισα τις προσπάθειές μου να ξεπαρθενευτώ σπουδάζοντας στο εσωτερικό. Είχα μερική επιτυχία μιας και πτυχίο δεν πήρα ποτέ. Βρεθήκαμε μετά από πέντε χρόνια, χωρίς τη σοβαροφάνεια που επέβαλε η κομματική ένταξη και με μια τάση απαξίωσης των πάντων, με έναν αναβαθμισμένο και χωρίς όρια χαβαλέ. Δική του ιδέα ήταν να πάμε για δέκα μέρες διακοπές στο Τολό. Την δέχτηκα χωρίς καν να σκεφτώ τις συνέπειες. Όλα εδώ πληρώνονται.<br />
Δεν πρόλαβα να ξαπλώσω στη πολυθρόνα, όταν ξετρύπωσε από το πουθενά ο Θανάσης και στρογγυλοκάθισε δίπλα μας. Ο Θανάσης ήταν περίπτωση. Ντόπιος, από τη πρώτη στιγμή που πατήσαμε το πόδι μας στο Τολό και τον ρωτήσαμε αν ξέρει μέρος για να μείνουμε, έγινε κολλητός μας. Μας βρήκε ξενοδοχείο, μας σύστησε ταβέρνες και μπαράκια, έγινε ο ξεναγός μας. Ένα παιδί με χρυσή καρδιά αλλά λίγο αγαθός, με την έννοια του ευκολόπιστου, έμενε κάθε φορά έκπληκτος από τις ατάκες και τα πειράγματα που ανταλλάσαμε με τον Πάνο. Πιο πολύ γούσταρε τις φάρσες μας και τα γέλια μας, τρελαινόταν να μας βλέπει να γελάμε κι ας μη καταλάβαινε τις περισσότερες φορές το λόγο. Το να μας κάνει να γελάσουμε, με οποιονδήποτε τρόπο, ήταν το άπιαστο όνειρό του.<br />
Ο Πάνος πήρε το σοβαρό του ύφος.<br />
- Έλα μη κάθεσαι καθόλου. Τρέχα για καφέδες.<br />
- Πάλι εγώ; διαμαρτυρήθηκε ο Θανάσης. Και χτες και προχτές εγώ πήγα!<br />
- Έλα ρε Θανάση! Θες κομπλιμέντα; Αφού μόνο εσύ μπορείς να φέρεις τρεις καφέδες χωρίς να τους χύσεις.<br />
Ο Θανάσης φούσκωσε από υπηρηφάνεια, κορδώθηκε σαν διάνος και τράβηξε για το μπαράκι.<br />
- Χαζό παιδί χαρά γεμάτο είπε μειδιάζοντας ο Πάνος.<br />
- Έλα, σταμάτα! Κρίμα είναι, δεν πρέπει να γελάμε μαζί του, αντέταξα.<br />
- Ο Μπέκετ, ο τεράστιος αυτός θεατρικός συγγραφέας, έλεγε ότι η δεν υπάρχει τίποτα κωμικότερο από την δυστυχία. Με τι νομίζεις ότι γελάμε στο σινεμά και το θέατρο από τον Αριστοφάνη ακόμα;<br />
- Με τη δυστυχία των άλλων;<br />
- Ακριβώς! Με τον δυστυχή βλάκα και τα παθήματά του. Και γελάμε κυρίως γιατί εμείς δεν είμαστε στη θέση του, γιατί ανακουφισμένοι από αυτά που βλέπουμε θεωρούμε ότι εμείς δεν είμαστε βλάκες.<br />
- Δεν έχεις άδικο σε αυτό. Τώρα που το σκέφτομαι, οι καλύτερες κωμωδίες με τον Τσάρλι Τσάπλιν, τους αδερφούς Μαρξ, τον Λουί ντε Φινές, τον ροζ πάνθηρα, σε αυτό το μοτίβο στηρίζονται. Το ίδιο και τα ανέκδοτα για τους Πόντιους, τις ξανθιές. Τελικά το γέλιο είναι περίπτωση.<br />
- Το γέλιο είναι το δώρο της εξελικτικής διαδικασίας στο καλύτερο επίτευγμά της, τον άνθρωπο, είπε ο Πάνος.<br />
- Θες να πεις ότι κανένα άλλο ζώο δεν γελάει;<br />
- Δεν ξέρω αν με το γαργάλημα γελάνε οι χιμπαντζήδες ή άλλα πρωτεύονται αλλά σίγουρα κανένα ζώο δεν γελάει με το μυαλό του.<br />
Για πρώτη φορά, μετά από τόσες μέρες στο Τολό, δεν συζητούσαμε για γυναίκες. Ακόμα χειρότερα, για πρώτη φορά συζητούσαμε σοβαρά και η συζήτηση αφορούσε το γέλιο. Συνεπαρμένος από τη τροπή της έβαλα τα δυνατά μου.<br />
- Πρόσφατα διάβασα ότι υπάρχουν τρία είδη ερεθίσματος που προκαλούν το γέλιο. Το αισθητηριακό με το γαργάλημα, το χημικό με ένα αέριο, το πρωτοξείδιο του αζώτου και το πνευματικό με το χιούμορ. Το ήξερες ότι το γέλιο κάνει καλό στην υγεία; Είκοσι δευτερόλεπτα γέλιου έχουν για τη καρδιά την ίδια αξία που έχουν τρία λεπτά γρήγορου βαδίσματος;<br />
- Το σεξουαλικό που το πας; Το καλύτερο φάρμακο κατά της στυτικής δυσλειτουργίας, μιας και με το γέλιο προκαλείται διαστολή των αρτηριών που τροφοδοτούν με αίμα τα γεννητικά όργανα.<br />
- Όσο το ψάχνεις, τόσο παθαίνεις. Οι φιλόσοφοι έχουν ασχοληθεί με το γέλιο; ρώτησα μιας και ο Πάνος είχε σπουδάσει φιλοσοφία.<br />
- Υπάρχουν τρεις σχολές. Η πρώτη, με κύριους εκφραστές τον Πλάτωνα (λείπει ο Μάρτης από τη σαρακοστή;) και τον Μπεργκσόν, υποστηρίζει τη θεωρία της ανωτερότητας. Γελάμε με τον χαζό και τα καμώματά του. Αυτά που λέγαμε πριν. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, το χιούμορ είναι κυρίως κοροϊδία και χλεύη. Η δεύτερη σχολή υποστηρίζει τη θεωρία της αισχρολογίας με εκφραστές τον Πασκάλ, τον Καντ και τον Σοπενχάουερ. Η θεωρία αυτή υποστηρίζει ότι το χιούμορ προκύπτει όταν η λογική και η ευπρέπεια ανατρέπονται και περνούν ξαφνικά στο παράλογο και τη χυδαιότητα. Η τρίτη σχολή, με εκφραστή τον Φρόιντ, υποστηρίζει την θεωρία της ανακούφισης. Υποστηρίζει δηλαδή ότι το αντικείμενο του γέλιου, όπως ένα σόκιν ανέκδοτο, απελευθερώνει τον άνθρωπο που γελά από τις αναστολές απαγορευμένων σκέψεων και αισθημάτων.<br />
- Πρέπει να υπάρχει και τέταρτη. Κάπου έχω διαβάσει για τον Χομπς και την “αιφνίδια δόξα” του. Το παπούτσι που πετάει ξαφνικά ο ιρακινός δημοσιογράφος στον Μπους.<br />
<br />
Αυτά τα σοβαρά κουβεντιάζαμε, τελείως απορροφημένοι, όταν συνέβη. Ο Θανάσης επέστρεφε έχοντας τοποθετήσει τα τρία πλαστικά ποτήρια με τους φραπέδες πάνω σε ένα χαρτόνι. Την ίδια στιγμή έβγαινε από τη θάλασσα μια γυναίκα, με ένα σώμα που η θέα του γεννούσε τέτοια αρχέγονα ένστικτα, που μετέτρεπαν κάθε άντρα ανεξαρτήτου ηλικίας σε Νεάντερλαντ, με έντονη την επιθυμία να την αρπάξει από τα μαλλιά και να την σύρει στη σπηλιά για τα περαιτέρω. Ο Θανάσης, σαν παιδί κι αυτός, έβλεπε και περπατούσε. Αφηρημένος όπως ήταν κάπου μπλέχτηκε το πόδι του, έχασε την ισορροπία του και άρχισε να πέφτει. Αμέσως συνήλθε και όλη του η προσοχή επικεντρώθηκε στη προσπάθειά του να σώσει τους καφέδες. Προσγειώθηκε με τη μούρη πάνω στο (πλούσιο) πισινό μιας ευτραφούς κυρίας. Χωρίς να σηκώσει το κεφάλι του, με μια πλάγια ματιά, είδε γεμάτος ανακούφιση, ότι το χέρι του με τους καφέδες είχε σταματήσει πέντε εκατοστά από την άμμο και τα τρία ποτήρια ήταν στη θέση τους χωρίς να έχει πέσει σταγόνα κάτω. Πρώτος τον αντιλήφθηκε ο Πάνος που ξέσπασε σε γέλια και ταυτόχρονα τον έδειχνε με ύφος θαυμασμού.<br />
- Κοίτα το μαλάκα!<br />
Εδώ πρέπει να ξανανοίξω παρένθεση, τελευταία φορά, + ορκίζομαι. Ο Διονύσης Χαριτόπουλος, στο απολαυστικό βιβλίο του «Εγχειρίδιο βλακείας» κάνει μια εξαιρετική ανάλυση της αξεπέραστης, όπως την λέει, λέξη μαλάκας. Την θεωρεί την ιδεωδέστερη λέξη άμεσης και καταλυτικής προσωπικής κριτικής. Αναλύει μια τεράστια γκάμα περιπτώσεων και περιστάσεων με τη χρήση της λέξης. Του ξεφεύγουν μόνο δυο περιπτώσεις της χρήσης (καθόλου άσχημα για διανοούμενο). Η λέξη χρησιμοποιείται επίσης εκφράζοντας λύπη και συμπόνια: Είναι άτυχος, έχει χρυσή καρδιά ο μαλάκας. Και επίσης εκφράζοντας θαυμασμό: Πω πω, τι έκανε ο μαλάκας! Ακριβώς αυτό το θαυμασμό είχε η φράση του Πάνου. Κλείνει η παρένθεση.<br />
Η σκηνή ήταν σουρεαλιστική. Σηκώθηκα όρθιος για να βλέπω καλύτερα και άρχισα και εγώ να γελάω. Ο Θανάσης μόλις σήκωσε το κεφάλι του και μας είδε να γελάμε με την καρδιά μας, έμεινε εκεί, μισοξαπλωμένος πάνω στη γυναίκα με το χέρι προτεταμένο με τους καφέδες να στέκονται ακίνητοι και γελούσε τρισευτυχισμένος που κατέφερε επιτέλους να μας κάνει να γελάσουμε. Προφανώς η χοντρή κυρία εκτίμησε διαφορετικά τη κατάσταση. Κάποιος άγνωστος είχε πέσει πάνω της και αντί για συγνώμη παρέμενε εκεί και γελούσε τρανταχτά. Ε, όχι! Αυτό πάει πολύ. Γύρισε απότομα και του έριξε μια γερή σφαλιάρα στο σβέρκο, ακριβώς στο σημείο που ο λαιμός συναντάει το κεφάλι. Τόσο η δύναμη, όσο και το απρόβλεπτο του χτυπήματος, είχαν δραστικά αποτελέσματα. Οι καφέδες χοροπήδησαν στον αέρα, το χαρτόνι του έφυγε από τα χέρια, το κεφάλι του Θανάση χώθηκε στην άμμο την ίδια στιγμή που τα ποτήρια με τον φραπέ έπεφταν το ένα μετά το άλλο πάνω στο ηλιοκαμένο κορμί του.<br />
- Αιφνίδια δόξα! είπε ο Πάνος, τη στιγμή που έπεφτε προς τα πίσω με ένα παρατεταμένο γέλιο. Η πολυθρόνα δεν άντεξε το βάρος και έσπασε, ο Πάνος έπεσε στην άμμο ανάσκελα, η πολυθρόνα βρέθηκε πάνω του και αυτός συνέχισε να γελά και να χτυπιέται.<br />
Οι επιστήμονες λένε ότι το μεταιχμιακό σύστημα του εγκεφάλου, που είναι μια συλλογή δομών σε σχήμα δαχτυλιδιού, παίζει αποφασιστικό ρόλο στην παραγωγή του γέλιου. Όλες αυτές οι καταστάσεις που προηγήθηκαν, με τη μορφή νευρωνικών κυκλωμάτων, έφτασαν στο μεταιχμιακό μου σύστημα που αποφάσισε το γέλιο μου να είναι ξεκαρδιστικό με την κυριολεκτική όμως έννοια της λέξης. Πρώτα παρέλυσαν οι σκελετικοί μύες και κυρίως ο μέγας γλουτιαίος, πράγμα που έκανε να λυγίσουν τα γόνατά μου και με ανάγκασε να καθίσω. Απέφυγα τη πολυθρόνα και προτίμησα απ’ ευθείας την άμμο. Έπεσα μπρούμυτα, γιατί την ίδια στιγμή άρχισαν να χαλαρώνουν οι σφιγκτήρες και προσπάθησα να πιέσω την κατάσταση, πιέζοντας την άμμο, για να μη κατουρηθώ (τελείως). Όλη αυτή η υπερπροσπάθεια αύξησε τους καρδιακούς παλμούς και έκανε τις αναπνοές τεράστιες με συνέπεια οι κοιλιακοί μύες να συσπώνται αδυσώπητα και να δημιουργούν μεγάλο πόνο στη κοιλιά. Αλλά αυτό ήταν το λιγότερο. Το περισσότερο ήταν όταν έπαψαν να συνεργάζονται με το διάφραγμα με αποτέλεσμα να μην μπορώ να εκπνεύσω. Ο εγκέφαλος σταμάτησε να οξυγονώνεται, το πρόσωπό μου να κοκκινίζει επικίνδυνα και τα μάτια να γουρλώνουν. Η κατάσταση ήταν κρίσιμη. Λίγο πριν λιποθυμήσω, αγωνιζόμενος απελπισμένα, μπόρεσα τελικά να εκπνεύσω. Λίγες ανάσες ακόμα και την γλύτωσα. Είχα διαβάσει για θανάτους από το γέλιο, ο νομπελίστας Τρόλοπ για παράδειγμα, αλλά δεν είχα δώσει σημασία. Γύρισα προς τον Πάνο.<br />
- Σταμάτα, θα με σκοτώσεις!<br />
Ο Πάνος που μέχρι εκείνη τη στιγμή γελούσε ακατάπαυστα, σταμάτησε ξαφνικά, πήρε ένα πολύ σοβαρό ύφος (πώς τα κατάφερε ο άτιμος;) και ρώτησε με αληθινά έκπληκτο ύφος:<br />
- Εγώ;<br />
Με αποτελείωσε. Νέος γύρος ακόμα πιο βασανιστικός. Γελούσα και έκλαιγα, μάλλον γιατί είχα πια συνειδητοποιήσει ότι θα πεθάνω. Το κλάμα όμως με έσωσε τελικά. Πήρε πάνω του μεγάλο μέρος της νευρικότητας και έτσι μπόρεσα να επιβιώσω.<br />
*****<br />
Τα θυμήθηκα όλα αυτά σε μια προσπάθεια αυτοθεραπείας από μια μίνι κατάθλιψη που με κυνηγούσε αυτές τις μέρες. Ο γιατρός μου σύστησε ένα αγχολυτικό χάπι και πράγματι το αγόρασα. Πριν το πάρω όμως προβληματίστηκα πολύ. Αναρωτήθηκα τι παραπάνω μπορούσε να κάνει η χημεία από τον εγκέφαλο. Τίποτα αποφάνθηκα (θεωρητικά) και πέταξα στα σκουπίδια το κουτί με τα χάπια. Έμενε να το αποδείξω στη πράξη. Προσπάθησα να σκεφτώ και κυρίως να καταγράψω μια κατάσταση που θα έδιωχνε το στρες και τα επακόλουθά του. Στις τρεις μέρες που μου πήρε να το γράψω, το καταδιασκέδασα και όταν τελείωσε η κατάθλιψη μας είχε αφήσει χρόνους. Ο τίτλος είναι μια φράση που έλεγε από τότε ο Πάνος. Έπρεπε να περάσουν πάνω από είκοσι χρόνια για να καταλάβω την αξία της.<br />
Πάνο τι έχεις προγραμματίσει για αυτό καλοκαίρι είπαμε;<br />
<br />
*Αφιερωμένο στον Πάνο Σταθόγιαννη.<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1109574022742810727-5446020568452336968?l=koukosmonos.blogspot.com' alt="-" /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): (Σ)το πνεύμα των Χριστουγέννων</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2009/12/20/(%ce%a3)%cf%84%ce%bf_%cf%80%ce%bd%ce%b5%cf%8d%ce%bc%ce%b1_%cf%84%cf%89%ce%bd_%ce%a7%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%85%ce%b3%ce%ad%ce%bd%ce%bd%cf%89%ce%bd</link>
		<pubDate>Sun, 20 Dec 2009 21:26:00 -0500</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2009/12/20/(%ce%a3)%cf%84%ce%bf_%cf%80%ce%bd%ce%b5%cf%8d%ce%bc%ce%b1_%cf%84%cf%89%ce%bd_%ce%a7%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%85%ce%b3%ce%ad%ce%bd%ce%bd%cf%89%ce%bd</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://4.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/Sy56q9ik1xI/AAAAAAAABaQ/gkqf-7k4zxc/s1600-h/Old-Fashioned_Christmas_Tree+%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%BF.jpg"><img src="http://4.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/Sy56q9ik1xI/AAAAAAAABaQ/gkqf-7k4zxc/s400/Old-Fashioned_Christmas_Tree+%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%BF.jpg" alt="-" /></a><br />
Ο Γιάννης Φωτεινός, ένας μικρομεσαίος εμποράκος σε μια συνηθισμένη επαρχιακή πόλη, παντρεμένος με δυο παιδιά που μεγάλωσαν πια, περίμενε με μεγάλη ανυπομονησία τις φετινές γιορτές των Χριστουγέννων. Δεν το έκανε για λόγους θρησκευτικούς, είχε πάρει διαζύγιο με τη θρησκεία από τότε που ήτανε μαθητής λυκείου. Δεν ήταν όμως από τους φανατικούς αθεϊστές, από αυτούς που η μανιώδης ενασχόλησή τους με τα θεία, τη δημιουργία και τις κάθε είδους εκκλησίες, είχε μετατραπεί σε αυτοσκοπό και τρόπο ζωής. Είχε άλλα πράγματα, πολύ πιο σοβαρά να ασχοληθεί. Η δουλειά του το τελευταίο διάστημα πήγαινε από το κακό στο χειρότερο. Ποτέ, στα είκοσι χρόνια της εμπορικής του απασχόλησης, δεν είχε ξαναζήσει αυτό το χάλι. Δεν τον τρόμαζε το γεγονός ότι δεν πάταγε άνθρωπος για μέρες ολόκληρες στο μαγαζί, ούτε που τα έσοδα της επιχείρησης ήταν κάθε μήνα κάτω από τα μισά έξοδα της οικογένειας. Μερικές οικονομίες υπήρχαν (ακόμη) στην άκρη. Ήταν η προοπτική που δεν υπήρχε, το φως στο βάθος του τούνελ δεν φαινόταν. Είχε ξαναζήσει και άλλες οικονομικές κρίσεις στο παρελθόν. Τούτη τη φορά, χωρίς να έχει τις ειδικές οικονομικές γνώσεις για να το τεκμηριώσει επιστημονικά, περισσότερο από ένστικτο, καταλάβαινε ότι μετά το τέλος αυτής ειδικά της κρίσης τα πράγματα στη δουλειά του δεν θα ήταν ποτέ ξανά τα ίδια. Όσοι καταφέρουν τελικά να επιζήσουν και δεν κλείσουν, σκεφτόταν, θα συμπιεστούν τόσο πολύ από τις αλυσίδες καταστημάτων της πρωτεύουσας που ψάχνουν ζωτικό έδαφος στην επαρχία γιατί με τη σειρά τους συμπιέζονται από τους ευρωπαϊκούς κολοσσούς, ώστε να μη ξέρει αν θα ήταν καλό να κλείσει από τώρα το μαγαζί του και να το πάρει απόφαση ή να αφήσει την εξέλιξη να το κάνει για κείνον με το γνωστό αργό και βασανιστικό της τρόπο. Περίμενε λοιπόν τις γιορτές, ελπίζοντας σε λίγη δουλειά, που θα του έδινε τις ανάσες που ήταν απαραίτητες για να συνεχίσει τον κρίσιμο αγώνα του. Δεν είχε όμως μεγάλες προσδοκίες, δεν πίστευε σε θαύματα.<br />
Μια από αυτές τις μέρες, στις αρχές του Δεκέμβρη, ο Φωτεινός, ήταν στο γραφείο του και μπροστά στον υπολογιστή του. Είχε δώσει εντολές για συμμάζεμα και καθαριότητα του μαγαζιού στους δυο υπαλλήλους του. Ο ίδιος δεν έψαχνε για φτηνές αγορές, ούτε έκανε τίποτα περίπλοκους υπολογισμούς για να αυξήσει τα κέρδη του. Είχε ανασκουμπώσει τα μανίκια του, είχε πάρει ένα φτυάρι και σκάλιζε τη φάρμα του. Μια εικονική μεν φάρμα που όμως δεν την επηρέαζε καμιά οικονομική κρίση και όπου μπορούσε (άνετα) να φυτεύει καρπούζια στο χιονισμένο τοπίο, την ίδια ώρα που περισυνέλλεγε κόκκινες τουλίπες μαζί με μπλε βατόμουρα και τα μοσχοπουλούσε όλα, χωρίς ποτέ να του χαλάνε από τον καιρό και τα ζιζάνια. Για να μην πούμε για τα δεκάδες ζωντανά που διατηρούσε και δεν χρειαζόταν να τα ταΐζει, ούτε να τα καθαρίζει. Είχε πάθει μια ψύχωση με αυτή την αμερικανιά και ενώ γνώριζε ότι ο βασικός σκοπός του παιχνιδιού ήταν να περάσει το αμερικάνικο όνειρο πασπαλισμένο με οικολογικές ευαισθησίες και επιστροφή στη φύση, παρ’ όλα αυτά συνέχιζε να το παίζει. Είχε ανάγκη από εργασιακή επιβεβαίωση. Έτσι αφηρημένος που ήταν λοιπόν και αναθεμάτιζε την ώρα και τη στιγμή που φύτεψε πατάτες, γιατί έκαναν τρεις ολόκληρες μέρες να φυτρώσουν, δεν πρόσεξε τον καλοντυμένο κύριο που μπήκε στο γραφείο του. Σήκωσε ξαφνιασμένος το βλέμμα του και αντίκρισε έναν μεσόκοπο άντρα, γύρω στα εξήντα, ντυμένο με ένα πανάκριβο σπορ κοστούμι, που όσο κι αν έψαξε δεν μπόρεσε να μαντέψει τη φίρμα. Τα μαλλιά του ήταν κάτασπρα, χωρίς αυτό να τον δείχνει μεγαλύτερο και διατηρούσε ένα περιποιημένο μούσι στο ίδιο χρώμα. Το όλο παρουσιαστικό ήταν εντυπωσιακό και άφηνε ένα άρωμα αρχοντιάς (και χλίδας;) σε σημείο που τον έκανε να ξεχάσει τις αγροτικές του ασχολίες. Άρχισε πυρετωδώς να σκέφτεται και να αναλύει τη κατάσταση. «Εφοριακός δεν είναι, συνήθως πάνε από δύο και πάνω. Προμηθευτής μου δεν είναι, τους γνωρίζω όλους, υπάλληλος προμηθευτή με τέτοιο ντύσιμο αποκλείεται. Τι να είναι; Δημοσιογράφος; Δικηγόρος; Γιατρός;»<br />
- Ο κύριος;<br />
- Ονομάζομαι Βασίλης και σου φέρνω ένα πολύ ευχάριστο νέο.<br />
- Σε ακούω με μεγάλη μου χαρά!<br />
- Κύριε Φωτεινέ, πρέπει να ξέρεις ότι δεν είμαι ένας κοινός άνθρωπος. Έχεις την τιμή και κυρίως την τύχη να συνομιλείς με τον Άγιο Βασίλη!<br />
Το όνομα έπεσε στο τραπέζι σαν αστροπελέκι. Ο Φωτεινός έμεινε να τον κοιτάζει αποσβολωμένος. Από τη μια του ερχόταν να βάλει τις φωνές και να τον πετάξει έξω από το μαγαζί και από την άλλη κάτι απροσδιόριστο στο παρουσιαστικό του ξένου του δημιουργούσε μια ανασφάλεια, τον συγκρατούσε.<br />
- Σας παρακαλώ κύριε, πέστε μου τι θέλετε, γιατί έχουμε και δουλειές.<br />
-Βλέπω τη δυσπιστία στο βλέμμα σου και σε καταλαβαίνω. Και επειδή εγώ ειδικά αυτό τον καιρό έχω πολλές δουλειές θα είμαι σύντομος. Πρώτα και κύρια να σου αποδείξω ότι είμαι αυτός που λέω.<br />
Έκανε μια απότομη κίνηση και μεταμορφώθηκε στον γνωστό σε όλους συμπαθητικό και ιδιαίτερα αγαπητό γεράκο, τον κοκκινούλη, τον Άγιο Βασίλη των παιδιών.<br />
- Και επειδή θα νομίζεις ότι αυτό είναι τρικ, θα σου πω τούτο που δεν το ξέρει κανένας στον κόσμο. Όταν ήσουν επτά χρονών, έδωσες στη γειτονοπούλα σου τη Τριανταφυλλιά ένα τάλιρο για να κατεβάσει το βρακί της.<br />
- Αυτό… αυτό… μπορεί να το έμαθες από τη Φιλίτσα ψέλλισε φανερά ταρακουνημένος ο Φωτεινός.<br />
- Ναι αλλά αμέσως μετά σκέφτηκες και δεν το είπες ποτέ και πουθενά: Χαρά στο πράγμα που έδωσα πέντε δραχμές ούτε δυο δεκάρες δεν αξίζει. Ο Άγιος Βασίλης τον κοίταξε με βλέμμα υπεροπτικό.<br />
Ο Φωτεινός δεν ήταν πια χλωμός. Ήταν φοβισμένος κι έτρεμε.<br />
- Άκου λοιπόν και μη φοβάσαι. Για καλό σκοπό είμαι εδώ. Έχεις επιλεγεί από τον Μεγαλοδύναμο, για λόγους που δεν γνωρίζω, για να σου πραγματοποιηθεί μια σου επιθυμία. Όποια κι αν είναι αυτή. Προφανώς έκανες μια πολύ καλή πράξη, ή συνολικά ο βίος σου είναι παραδειγματικός.<br />
- Μα εγώ… εγώ μέχρι τώρα μόνο καλές σχέσεις δεν είχα με τον Θεό και την εκκλησία.<br />
- Κανείς δεν ξέρει τα κριτήρια του μεγαλοδύναμου και προπαντός κανένας δεν τα αμφισβητεί. Σε ακούω λοιπόν, πια είναι η επιθυμία σου;<br />
Ο Φωτεινός άρχισε να σκέφτεται εντατικά. «Να ζητήσω να κερδίσω το πρωτοχρονιάτικο λαχείο. Με δέκα εκατομμύρια ευρώ την ψιλοαντιμετωπίζεις τη κρίση»… «Μπα, τα λεφτά δεν φέρνουν την ευτυχία. Να ζητήσω υγεία και μακροημέρευση»… «Και τι να την κάνεις την μακροημέρευση χωρίς λεφτά;»… «Να ζητήσω να πάρει η ΑΕΚ το πρωτάθλημα»… «Μπα, δεν θα την αντέξουμε τόση ευτυχία»<br />
- Τελείωνε σε παρακαλώ, τον επανέφερε η φωνή του Άγιου Βασίλη.<br />
Κάτι άρχισε να γυαλίζει στο μάτι του Φωτεινού. Κάτι καλά θαμμένο μέσα του άρχισε να βγαίνει στην επιφάνεια. Θυμήθηκε τα εφηβικά του χρόνια. Τότε που δεν υπολόγιζε τις συνέπειες, τότε που διεκδικούσε από τη ζωή αυτό που του χρωστούσε. Τότε που ρεαλιστικά ζητούσε το αδύνατο.<br />
- Θέλω το βράδυ της πρωτοχρονιάς κάτω από το Χριστουγεννιάτικο δέντρο την Μόνικα Μπελούτσι, είπε θριαμβευτικά.<br />
Και αυτό το όνομα έπεσε στο τραπέζι σαν αστροπελέκι. Το πρόσωπο του Άγιου Βασίλη έγινε κατακόκκινο.<br />
- Πας καλά άνθρωπέ μου; Χαραμίζεις μια τέτοια ευκαιρία για μια βραδιά με μια γυναίκα; Έστω και με τη Μόνικα; Εδώ μιλάμε για ευκαιρία ζωής!<br />
- Τι να την κάνω τέτοια ζωή; Την έζησα μέχρι τώρα και ξέρω πόσο μίζερη είναι. Παντού σιδερένια πρέπει που φυλακίζουν τα θέλω, παντού συμβιβασμοί. Ας κάνω έστω και μια φορά, έστω και για μια νύχτα αυτό που γουστάρω επιτέλους!<br />
- Τι να πω; Μόνο αυτό δεν περίμενα να ακούσω από σένα. Μισό λεπτό να δω τι θα κάνω. Έβγαλε από τη τσέπη του μια συσκευή, που θα έκανε και τα πιο πανάκριβα κινητά να αυτοδιαλυθούν από ντροπή. «Όλες οι εξουσίες την έχουν τελικά τη χλίδα τους» σκέφτηκε ο Φωτεινός μόλις την είδε.<br />
- Έλα Πέτρο. Βασίλης εδώ. Έχουμε πρόβλημα.<br />
Σηκώθηκε και βγήκε έξω από το γραφείο. Σε λίγο επέστρεψε ήρεμος.<br />
- Και ο Άγιος Πέτρος έγινε έξαλλος με την επιθυμία σου. Πρέπει να έχεις πολύ μεγάλο βύσμα στον Μεγαλοδύναμο, γιατί δεν μπόρεσε να το αποτρέψει. Τον ουρανό με τα άστρα του ζήτησε η Μόνικα για να δεχτεί. Εντάξει λοιπόν, η επιθυμία σου θα πραγματοποιηθεί. Τη παραμονή το βράδυ, ακριβώς στις δώδεκα, η Μόνικα Μπελούτσι θα είναι κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο σου.<br />
Έκανε πάλι αυτή την απότομη κίνηση και εξαφανίστηκε από μπροστά του ως δια μαγείας. Ο Φωτεινός, άφωνος από την εξέλιξη έκλεισε τα μάτια του και σκέφτηκε τη Μόνικα.<br />
Τα άνοιξε και είδε τη γυναίκα του που κοιμόταν δίπλα του.<br />
«Όχι δεν ήταν όνειρο! Όραμα ναι, όνειρο όχι. Τέλος πάντων θα δείξει. Αλλά και όνειρο να ήταν, εγώ έχω τη γυναικούλα μου» σκέφτηκε, άπλωσε το χέρι του και της χάιδεψε απαλά το δεξί της κωλομέρι.<br />
- Παράτα με χριστιανέ μου! Ήθελα να ξέρω που τη βρίσκεις πρωί – πρωί την όρεξη!<br />
Ο Φωτεινός τράβηξε το χέρι του λες και τον χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα. Σηκώθηκε εκνευρισμένος από το κρεβάτι. «Μόνο παρακάλα να μην υπάρχει Θεός κακομοίρα μου» μονολόγησε μέσα του την ώρα που ντυνόταν. «Γιατί έτσι και υπάρχει, θα σου εξηγήσω εγώ…» είπε και έκανε (στα μουλωχτά) μετά από πάρα (πάρα) πολύ καιρό το σταυρό του.<br />
<br />
Καλές γιορτές αδέρφια, με όποια ευχή επιθυμεί ο καθένας σας!<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1109574022742810727-7712460237319902020?l=koukosmonos.blogspot.com' alt="-" /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Θλίψη</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2009/12/08/%ce%98%ce%bb%ce%af%cf%88%ce%b7</link>
		<pubDate>Tue, 08 Dec 2009 14:17:00 -0500</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2009/12/08/%ce%98%ce%bb%ce%af%cf%88%ce%b7</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://1.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/Sx5EzFCQYmI/AAAAAAAABZ8/C4byk-BAFTA/s1600-h/Pink_Floyd_-_A_Momentary_Lapse_Of_Reason-frontb.jpg"><img src="http://1.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/Sx5EzFCQYmI/AAAAAAAABZ8/C4byk-BAFTA/s400/Pink_Floyd_-_A_Momentary_Lapse_Of_Reason-frontb.jpg" alt="-" /></a><br />
- Χωρίζουμε!<br />
Η λέξη βγήκε με άνεση από το κινητό, χώθηκε σχεδόν καμαρωτή στο αυτί και εκεί άρχισαν τα ζόρια της. Έφτασε στον τυμπανικό υμένα και τον έθεσε σε δόνηση επιπέδου συναγερμού. Όλες οι υπόλοιπες διεργασίες μέχρι την μετατροπή της σε πληροφορία έγιναν εκπρόθεσμα, με τρόπο επώδυνο και προκάλεσαν ένα σύνολο συμπτωμάτων που περιελάμβανε ίλιγγο, ναυτία, μεταβολή της αρτηριακής πίεσης, ψυχρό ιδρώτα και νύστα. Το κρύο εκείνο το περίεργο μεσημέρι του Δεκέμβρη ήταν αλλού, ο αγέρας σώπασε και ο στρατιώτης Χρήστος Βλουτής ένοιωσε ξαφνικά την υπνηλία να τον καταβάλλει. Ο εγκέφαλός του αρνιόταν πεισματικά να δουλέψει, να επεξεργαστεί την πληροφορία, να κάνει μια πρώτη αποτίμηση της νέας κατάστασης. Ένα κρεβάτι με μαλακό στρώμα ήταν το μόνο που ήθελε. Ακούμπησε το όπλο του σε μια γωνιά της σκοπιάς, έβγαλε το κράνος και έκλεισε τα μάτια.<br />
Τα φαντάστηκε όλα στη θέση τους, τακτοποιημένα και καθαρά. Τα σεντόνια φρεσκοπλυμένα, απαλά και κυρίως ευωδιαστά στο άρωμα της λεβάντας. Το γραφείο του χωρίς ίχνος σκόνης και ο υπολογιστής έτοιμος για αποδράσεις. Στο τοίχο, ο Χέντριξ με το κόκκινο πουκάμισο και τα φουντωτά μαλλιά, σοβαρός και αφοσιωμένος στο παίξιμο της λευκής κιθάρας του. Λίγο πιο πέρα, σε μια ερημική ακτή του Νορθ Ντέβον, οχτακόσια νοσοκομειακά κρεβάτια αραδιασμένα κατά μήκος της παραλίας, μια νοσοκόμα που κουβαλούσε λευκά σεντόνια, ένας νέος σκεφτικός αναπολούσε (τα χρόνια που χάθηκαν;) και πέντε λυκόσκυλα στο βάθος, σχημάτιζαν τη πιο φουτουριστική αφίσα των Πινκ Φλόυντ. Χαμογέλασε όταν θυμήθηκε την αντίδραση της μάνας του μόλις την είδε. Η σκηνή φανερώθηκε ολοζώντανη μπροστά του: «Τι είναι αυτό που κόλλησες στο τοίχο, για όνομα του Θεού!» του έβαλε τις φωνές. «Ηρέμησε μάνα, μια αφίσα είναι από ένα εξώφυλλο δίσκου ενός συγκροτήματος» της απάντησε. «Είστε για δέσιμο και αυτοί και εσύ που τους ακούς» συνέχισε. «Και τι νομίζεις ότι είναι αυτά κρεβάτια; Από ένα απέραντο φρενοκομείο που φιλοξενεί τους ροκάδες τα έβγαλαν για να τα αερίσουν» της είπε χαμογελώντας και αυτή βγήκε από το δωμάτιο μουρμουρίζοντας κάτι ακατάληπτο την ίδια στιγμή που έκανε το σταυρό της. Ένοιωσε ασφάλεια στην θαλπωρή του σπιτιού του.<br />
- Αυτή είναι η ασφάλεια που παρέχεις οπλίτη στο στρατόπεδο;<br />
«Όχι ρε πούστη μου, δεν συμβαίνει αυτό!» Έκανε μια κίνηση με το χέρι του για να διώξει τη σκέψη. Πάντα, όταν μικρές τραγωδίες εξελίσσονταν στη ζωή του, σκεφτόταν τα χειρότερα που θα ακολουθήσουν. «Νομίζεις ότι καθάρισες; Πολύ αισιόδοξο σε βρίσκω».<br />
(έλα σταμάτα)<br />
Άνοιξε τα μάτια για να δει το ρολόι του. Η ώρα της αντικατάστασής του πλησίαζε και έπρεπε να ετοιμαστεί. Το πρόσωπο του νέου διοικητή ήταν εκεί μπροστά του, με όλη την αγριάδα που του έδιναν τα γουρλωμένα μάτια του. Παρ’ όλο που το τικ έκανε τα χείλη του να σχηματίζουν ένα ηλίθιο χαμόγελο, η παγωμάρα της έκφρασης, του έκοψε τα πόδια.<br />
- Το πρωί στην αναφορά του τάγματος διότι συνελήφθεις ασκεπής, έχων τας χείρας εντός των θυλακίων του στρατιωτικού ενδύματος και δεύτερον γιατί είχες εναποθέσει το όπλο σου εις τον εσωτερικό τοίχο του κουβουκλίου της νοτιοδυτικής φρουράς.<br />
Μόλις τελείωσε το λογύδριο, το πρώτο πράγμα που μπόρεσε να σκεφτεί είναι ότι οι καραβανάδες χρησιμοποιούν ένα μέρος της καθαρεύουσας για να μη γίνονται άμεσα κατανοητοί και τα λόγια τους να ακούγονται περισσότερο απειλητικά από όσο πραγματικά είναι. Όταν αποχώρησε ο διοικητής με τα χέρια δεμένα πίσω του, άρχισε να αναλογίζεται με τρόμο, ότι τα λόγια του ήταν περισσότερο απειλητικά απ’ όσο ακούστηκαν. Τουλάχιστον είκοσι μέρες φυλακή, συν τις πέντε πού είχε και τώρα θα μέτραγαν και αυτές. «Πάει ο Αύγουστος, πάνε οι διακοπές» μονολόγησε και άρχισε να κυριαρχείται αργά αλλά σταθερά από έναν ιερό θυμό. Ήθελε να φωνάξει, τι να φωνάξει, να τσιρίξει, να κραυγάσει και η κραυγή του να φτάσει μέχρι το διπλανό χωριό τον Δαφνώνα, ποιο Δαφνώνα, μέχρι τη πόλη της Χίου και ακόμα παραπέρα. Και επειδή σε μια απόμακρη γωνιά του μυαλού του υπήρχε με ανεξίτηλα γράμματα η επιγραφή, συν είκοσι μέρες, συγκρατήθηκε και στριφογύρισε σαν το αγρίμι που ψάχνει τρόπο διαφυγής από το δόκανο που μόλις είχε πιαστεί. Όσο κι αν έψαξε δεν τη βρήκε πουθενά. Θρονιάστηκε στο πάτωμα, έφερε τα πόδια του στο στήθος, έβαλε το κεφάλι του πάνω τους και ξέσπασε σε ένα δυνατό και παρατεταμένο κλάμα. Δεν έκλαψε για τον χαμένο χρόνο στο στρατό, δεν έκλαψε για τις διακοπές που έχανε, δεν έκλαψε ούτε καν για το χωρισμό του με τη Βίκυ, ένα χωρισμό που τον έβλεπε να έρχεται αναπόφευκτα. Έκλαψε, γιατί για πρώτη φορά στη ζωή του συνειδητοποίησε το αναπόφευκτο τέλος όλων, ακόμα και του έρωτα, που μέχρι πρότινος έσφυζε από ζωή. Τον ίδιο το θάνατο.<br />
«Το καλύτερο είναι να μην έρχεσαι στη ζωή. Σοφοκλής νομίζω» μονολόγησε και κοίταξε με μάτια που γυάλιζαν το όπλο του. Το πήρε στα χέρια του και ετοιμάστηκε. Η ώρα (της αντικατάστασης;) είχε έρθει.<br />
<br />
Στίχοι - Μουσική: Pink Floyd<br />
<br />
<a href="http://www.snapdrive.net/%3Futm_source%3Dplayerlogo%26utm_medium%3Dflashplayer_rev1"></a><img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1109574022742810727-7345953220369098537?l=koukosmonos.blogspot.com' alt="-" /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Εκατό*</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2009/11/12/%ce%95%ce%ba%ce%b1%cf%84%cf%8c*</link>
		<pubDate>Thu, 12 Nov 2009 11:49:00 -0500</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2009/11/12/%ce%95%ce%ba%ce%b1%cf%84%cf%8c*</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://4.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SvvbJHruMxI/AAAAAAAABZU/17fLDP2HcuI/s1600-h/xxx.jpg"><img src="http://4.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SvvbJHruMxI/AAAAAAAABZU/17fLDP2HcuI/s400/xxx.jpg" alt="-" /></a> Ο Λευτέρης χαιρέτησε τους τελευταίους καλεσμένους και έκλεισε με ανακούφιση τη πόρτα. Ώρες περίμενε τούτη τη στιγμή, την ονειρευόταν από το πρώτο λεπτό που ξεκίνησε η γιορτή. Κάθε φορά, σε τούτη την πολύωρη διάρκειά της, που ένοιωθε ένα αόρατο χέρι να τον πνίγει, κάθε φορά που ήθελε με μανία να κλωτσήσει το τραπέζι και να γκρεμίσει τα σερβίτσια που φάνταζαν σαν τα κουτάκια μιας ζωής που δεν τη διάλεξε, κάθε φορά που ήθελε να ξεφωνίσει την υποκρισία που έκρυβαν τα ψεύτικα λόγια και τα προσποιητά χαμόγελα, τότε σκεφτόταν ότι πλησιάζει η τελευταία καληνύχτα και έκανε υπομονή.<br />
Έριξε μια κουρασμένη ματιά στις χάρτινες σακούλες πολυτελείας που ήταν στριμωγμένες σε μια γωνιά του δωματίου. Παλιά του άρεσε πολύ η στιγμή που άνοιγε τα δώρα, προφανώς κατάλοιπο της δύσκολης παιδικής ηλικίας του, τότε που η φτώχεια και η ανέχεια δεν του επέτρεπαν αυτή τη χαρά. Στο χριστουγεννιάτικο δέντρο υπήρχαν μόνο μερικές ευχετήριες κάρτες με το Χριστό αγκαλιά με ένα αρνί και στη γιορτή του, στη καλύτερη των περιπτώσεων, ένα ταψί με μπακλαβά.<br />
Το επαναλαμβανόμενο όμως του πράγματος και το προβλέψιμο του περιεχομένου, είχαν μετατρέψει και αυτή τη χαρά σε κοινοτυπία. Ήξερε από πριν τι θα βρει. Πουκάμισο, πουκάμισο, μπλούζα, πουκάμισο και πάλι από την αρχή.. Άντε να άλλαζε η σειρά. Άρχισε να ανοίγει τις σακούλες και διαπίστωσε βαριεστημένα ότι η σειρά δεν είχε αλλάξει. Όμως τούτη η σακούλα που κρατούσε τώρα ήταν μικρότερη και ελαφρύτερη. «Τι να είναι άραγε;» αναρωτήθηκε την ώρα που η αδημονία είχε κυριαρχήσει μέσα του. Άνοιξε τη σακούλα και είδε ένα δώρο σε σχήμα παραλληλόγραμμου, τυλιγμένο με ακριβό γυαλιστερό χαρτί. Αμέσως κατάλαβε ότι ήταν βιβλίο και ένοιωσε μια αίσθηση ευχάριστης προσμονής να τον διατρέχει, όπως παλιά, την εποχή που τα δώρα ήταν δίσκοι βινυλίου με ροκ μουσική. Έσκισε με βιαστικές κινήσεις το περιτύλιγμα και έπιασε στα χέρια του το βιβλίο. Ήταν μικρό, με σκληρό εξώφυλλο, ντυμένο με ένα άλλο μαλακό εξώφυλλο όπως έντυναν στο δημοτικό τα τετράδια με το μπλε χαρτί.<br />
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Π. ΚΑΒΑΦΗΣ<br />
Ποιήματα<br />
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΥΛΛΟΓΗ<br />
Αν και είχε όλα τα ποιήματα του Καβάφη σε μια ιστοσελίδα στο ίντερνετ, του άρεσε πολύ που θα τα έχει και σε βιβλίο. Άλλη αίσθηση να διαβάζεις από το βιβλίο, καμιά σχέση με το ψυχρό γυαλί της οθόνης. Το χάιδεψε, ένοιωσε την απαλότητά του, το μύρισε, μια γνώριμη και ευχάριστη οσμή αυστηρότητας και πειθαρχίας τον γέμισε και τον μετέφερε στην βιβλιοθήκη της πολιτιστικής λέσχης που με τόσο τρέξιμο και κόπο είχαν φτιάξει στη γειτονιά τους, τότε που όλοι πάσχιζαν για ένα κόσμο καλύτερο. Το άνοιξε στη τύχη, έπεσε στη σελίδα πενήντα τρία.<br />
<br />
ΕΠΕΣΤΡΕΦΕ<br />
Επέστρεφε συχνά και παίρνε με,<br />
αγαπημένη αίσθησις επέστρεφε και παίρνε με --<br />
όταν ξυπνά του σώματος η μνήμη,<br />
κ' επιθυμία παληά ξαναπερνά στο αίμα·<br />
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται,<br />
κ' αισθάνονται τα χέρια σαν ν' αγγίζουν πάλι.<br />
<br />
Επέστρεφε συχνά και παίρνε με την νύχτα,<br />
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται....<br />
<br />
Έκλεισε τα μάτια. Λες και ήταν προγραμματισμένη, αναδύθηκε από το πουθενά ολοζώντανη η σκηνή με το τόπο, το χώρο και τα πρόσωπα. Περίεργο πράγμα η μνήμη. Είναι ανεξήγητος ο τρόπος με τον οποίο φυλάγει στιγμές άφθαρτες, απείραχτες από το χρόνο και παρόλο που μπορεί να πέρασαν δεκαετίες από τότε που τέλειωσαν, όταν επανέρχονται, είναι σαν να μη πέρασε μια μέρα.<br />
<br />
<br />
*****<br />
Μια μέρα μόλις είχε περάσει από την ανακοίνωση της πολιτιστικής λέσχης για την δημιουργία της δανειστικής βιβλιοθήκης, όταν εμφανίστηκε το βράδυ η κοπέλα με μια αγκαλιά βιβλία. Ερχόταν για πρώτη φορά, δεν ήξερε κανέναν και στεκόταν στη μέση του δωματίου, με βλέμμα αμήχανο και μάγουλα αναψοκοκκινισμένα. Φορούσε μια πολύχρωμη ινδική φούστα, ένα λευκό πουκάμισο και είχε κρεμασμένη στον ώμο της μια πάνινη φαρδιά τσάντα. Τα καστανά μαλλιά της έπεφταν κυματιστά μέχρι τους ώμους. Ο Λευτέρης σχεδόν έπεσε πάνω της, καθώς περπατούσε και διάβαζε ένα έγγραφο. Ετοιμάστηκε να την επιπλήξει, όταν παρατήρησε ότι την έβλεπε για πρώτη φορά και αντί για αυτό της χαμογέλασε. Θυμήθηκε ξαφνικά τους καλούς του τρόπους; Η αλήθεια είναι ότι για κάθε νέα παρουσία σήμαινε συναγερμός. Ήταν εν δυνάμει νέο μέλος για τη λέσχη και πιθανή στρατολογία για τη νεολαία. Αυτή ήταν η μόνη αλήθεια; Εντάξει, ήταν και συμπαθητική. Μόνο συμπαθητική; Όχου! Ήταν γυναικάρα, τι να λέμε τώρα.<br />
- Κινδυνεύεις εκεί που στέκεσαι! Εδώ μέσα οι περισσότεροι είμαστε αφηρημένοι.<br />
- Διάβασα την ανακοίνωση για τη βιβλιοθήκη, μου άρεζε η προσπάθειά σας και έφερα αυτά τα βιβλία. Έρχομαι όμως για πρώτη φορά και δεν ξέρω σε ποιον να απευθυνθώ.<br />
- Σε ευχαριστούμε πολύ! Με λένε Λευτέρη και είμαι στο δέλτα σίγμα της λέσχης, της συστήθηκε και πήρε τα βιβλία από τα χέρια της. Τα ακούμπησε πρόχειρα σε ένα πάγκο.<br />
- Ώστε σου άρεζε η προσπάθεια είπε χαμογελώντας, τονίζοντας επιδεικτικά το ζήτα.<br />
- Με μένε Μαρία και είμαι απ΄ τη Θεσσαλονίκη. Είμαι φοιτήτρια στη Νομική και μένω εδώ και τρεις μήνες στη γειτονιά σας, σε μια γκαρσονιέρα που νοικιάζω, απάντησε η κοπέλα χαμογελώντας και αυτή.<br />
Συζήτησαν για αρκετή ώρα στα όρθια. Ο Λευτέρης εξηγούσε με πάθος τους σκοπούς και τις προοπτικές της λέσχης και η Μαρία άκουγε γοητευμένη από το χειμαρρώδη λόγο. Ανέλυε την ανάγκη για άνοδο του μορφωτικού και πολιτιστικού επιπέδου του λαού και με άριστη τεχνική περνούσε και τις πολιτικές του θέσεις για το ποιος φταίει και πως θα λυθεί το πρόβλημα οριστικά. Μεγάλος μάστορας, τι να λέμε τώρα. Όσο καλός όμως ήτανε στον πολιτικό λόγο, τόσο και άλλο τόσο είχε πρόβλημα στο να φλερτάρει μια γυναίκα. Όταν επρόκειτο να το κάνει έχανε τα λόγια του, κοκκίνιζε έλεγε ασυναρτησίες και σαν φυσική συνέπεια ερχόταν η απόρριψη. Μια, δυο, τρεις, στο τέλος το έκοψε τελείως και αφοσιώθηκε ψυχή τε και σώματι στο να καλυτερεύσει τον κόσμο. Ενδόμυχα πίστευε ότι σε έναν καλύτερο κόσμο, οι γυναίκες θα ήταν πιο συγκαταβατικές και ενδεχομένως πιο προσιτές. Έχουμε καιρό, έλεγε στον εαυτό του. Άμα είσαι νέος, ακόμα και οι γυναίκες μπορεί να περιμένουν. Στερνή του γνώση…<br />
Η ώρα πέρασε και η Μαρία ετοιμάστηκε να φύγει. Και τότε ο Λευτέρης έκανε την κίνηση που άφησε τους συντρόφους του έκπληκτους και τον εαυτό του άφωνο. Προσφέρθηκε να τη συνοδέψει μέχρι το σπίτι της. Η Μαρία δέχτηκε με ευχαρίστηση. Βγήκαν έξω στο δρόμο.<br />
<br />
*****<br />
Ο δρόμος είχε δική του ιστορία, αλλά ο Λευτέρης είχε τα δικά του προβλήματα. Μόλις συνειδητοποίησε τι είχε συμβεί, τον κυρίευσε ο πανικός. Από τη μια καταλάβαινε ότι για να κάνει ένα τόσο προχωρημένο βήμα, η κοπέλα του άρεσε πολύ και από την άλλη ήταν σίγουρος ότι θα τα θαλασσώσει. Και καλά, στο θαλάσσωμα ήταν εξοικειωμένος. Το πρόβλημα ήταν ότι μετά από αυτό θα έχανε ένα σίγουρο μέλος για τη λέσχη και κυρίως μια πιθανή στρατολογία για τη νεολαία. Ο εγκέφαλός του διχάστηκε. Το αριστερό του ημισφαίριο επιτακτικά και με αυστηρό τόνο του είπε να αφήσει τα σαλιαρίσματα και να επικεντρωθεί στο κομματικό του καθήκον «που στο κάτω κάτω της γραφής δεν περικλείεται στα στενά κομματικά πλαίσια, είναι το καθήκον σου απέναντι στην ανθρωπότητα. Πρόκειται για το σκοπό της ζωής σου, επιτέλους!» Το δεξί του ημισφαίριο, μόνιμα καταπιεσμένο και ατροφικό από την έλλειψη πρωτοβουλίας, επιφυλακτικά στην αρχή, αλλά με μια φλόγα εσωτερική, του μίλησε για πιο απλά θέματα, καθημερινά, που οφείλει στον εαυτό του να τα ζήσει τώρα «γιατί στο κάτω κάτω της γραφής, πάντα πάντα θα ΄ναι αργά, δεύτερη ζωή δεν έχει». Παράνοια!<br />
Άλλα ήθελε να πει:<br />
«Η ζωή είναι μικρή και πρέπει να τη ζήσουμε χωρίς περιορισμούς, χωρίς όλα αυτά τα εμπόδια που υψώνουμε και την κάνουμε δύσκολη και ανυπόφορη. Τι πιο φυσικό από το κάλεσμα της φύσης, τι πιο όμορφο από δυο νέα παιδιά που ερωτεύονται; Δεν νοιώθεις τον ηλεκτρισμό ανάμεσά μας; Τα σώματα μιλάνε και στέλνουν τα δικά τους σήματα, θα τα αφήσουμε αναπάντητα;»<br />
Και άλλα έλεγε:<br />
- Δεν πρέπει να μείνουν αναπάντητα τα σύγχρονα προβλήματα της ανεργίας, της φτώχειας και της εκμετάλλευσης. Η ζωή μας έχει γίνει δύσκολη και ανυπόφορη και πρέπει να γκρεμίσουμε τα εμπόδια και τους περιορισμούς του συστήματος.<br />
«Να πάρει!»<br />
Περπάτησαν μαζί για αρκετή ώρα. Η Μαρία έδειχνε να απολαμβάνει τη κουβέντα τους. Ο Λευτέρης παρατήρησε ότι ήταν και αυτή ντροπαλή. Κάποια στιγμή που τα σώματά τους ακούμπησαν τυχαία, πρόσεξε το κοκκίνισμα του προσώπου της. Αφού εξερεύνησαν όλα τα στενά, τα σοκάκια και τους παράδρομους, στη προσπάθειά τους να μείνουν για λίγο ακόμα μαζί, κάποια στιγμή έφτασαν στην είσοδο της πολυκατοικίας.<br />
- Εδώ είμαστε, είπε η Μαρία σχεδόν λυπημένη. Μένω στο τρίτο όροφο, και η πόρτα μου είναι ακριβώς απέναντι από τη πόρτα του ασανσέρ, συνέχισε με μια έκφραση προσμονής στα μάτια. Περίμενε να ακούσει αυτό που η ίδια δεν τολμούσε να πει.<br />
«Μη διανοηθείς και τη κοπανήσεις. Πες της να πάτε πάνω για ένα καφεδάκι».<br />
- Χάρηκα που τα είπαμε, σε περιμένω στη λέσχη, καληνύχτα.<br />
«Φτου!»<br />
Πήρε το δρόμο της επιστροφής κλωτσώντας με μανία οτιδήποτε έβρισκε μπροστά του, από μικρές πέτρες μέχρι κάδους απορριμμάτων.<br />
«Άχρηστο κορμί, άφησες τέτοια ευκαιρία να πάει χαμένη!»<br />
«Μα… ξέρεις…»<br />
«Ξεράδια! Δεν το έβλεπες ότι και η κοπέλα ήθελε; Τι περίμενες; Να σε πάρει από το χέρι και να σε οδηγήσει στο κρεβάτι της;»<br />
«Δεν είναι όλα στη ζωή ένα γαμήσι. Εξάλλου τη κοπέλα μόλις σήμερα τη γνώρισα. Μπαίνουν και ζητήματα ηθικής».<br />
«Άντε τράβα τώρα να την παίξεις και πάρε μαζί και το βιβλίο της ηθικής για καλύτερες φαντασιώσεις!»<br />
Το σφυροκόπημα συνεχίστηκε χωρίς έλεος. Το δεξί ημισφαίριο, μετά από χρόνια καταπίεσης είχε επαναστατήσει, μη έχοντας να χάσει παρά μόνο της αλυσίδες ενός νου που έλυνε το πρόβλημα που τον ταλάνιζε, σκεπάζοντάς το με νέφη λησμονιάς. Τα επιχειρήματα του άλλου εξαντλήθηκαν και χωρίς να το καταλάβει τα βήματά του τον οδήγησαν πίσω στη πολυκατοικία. Μπήκε αποφασισμένος στο ασανσέρ και πάτησε το κουμπί για τον τρίτο.<br />
<br />
*****<br />
Μόλις πάτησε το κουδούνι της εξώπορτας, όλη του η αποφασιστικότητα πήγε περίπατο. Κρύος ιδρώτας τον περιέλουσε όταν συνειδητοποίησε ότι δεν είχε κάποια σοβαρή δικαιολογία για την επιστροφή του. Άκουσε βήματα πίσω από τη πόρτα και μετά σιωπή. Ένα ολόκληρο μαρτυρικό δευτερόλεπτο. Το φως του διαδρόμου έκλεισε και ο Λευτέρης μαρμαρωμένος έστεκε ακίνητος στο σκοτάδι κι περίμενε. Τι στιγμή που άρχισε να αναρωτιέται τι στο καλό κάνει εκεί πέρα, άνοιξε η πόρτα. Η Μαρία στεκόταν μπροστά του αμίλητη και το πρόσωπό της είχε μια από τις συνηθισμένες αποχρώσεις του κόκκινου, στο πιο ελαφρύ τούτη τη φορά, στο χρώμα του άγουρου ροδιού. Κοίταζε ο ένας τον άλλο και κανείς δεν μιλούσε.<br />
«Πες κάτι πριν καταστραφούν όλα!»<br />
«Τι να πω; Έχει κολλήσει το μυαλό μου»<br />
«Αυτοσχεδίασε, πες μια φορά στη ζωή σου κάτι έξυπνο, κάνε κάτι, κουνήσου!»<br />
Και ο Λευτέρης έκανε τη κίνηση εκείνη που θα μακάριζε στην υπόλοιπη ζωή του: Έσκυψε και τη φίλησε απαλά στο μάγουλο.<br />
- Στο χρωστούσα το φιλί. Σε καληνύχτισα βιαστικά και ξέχασα να στο δώσω.<br />
«Που ήσουνα κρυμμένος παιχταρά μου!»<br />
Το άγουρο ρόδι στο πρόσωπο της Μαρίας ωρίμασε με ταχύτητα φωτός και αυτοπυρπολήθηκε. Την ίδια στιγμή, μια δύναμη πολύ ανώτερη από τη ντροπαλοσύνη της, τον έπιασε από το χέρι και τον τράβηξε μέσα στο δωμάτιο κλείνοντας πίσω του τη πόρτα. Κοιτάχτηκαν στα μάτια σιωπηλοί. Έσκυψε τρυφερά προς το μέρος της και της πρότεινε ένα φιλί σύντομο, αναγνωριστικό. Το φευγαλέο άγγιγμα τους χάρισε την αίσθηση που αφήνει ένα μεταξένιο ρούχο όταν έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με το δέρμα. Με την ανυπομονησία μικρού παιδιού που μόλις ανακάλυψε το βάζο με το γλυκό, επιχείρησαν δεύτερο, πιο φιλόδοξο. Η πίεση άνοιξε τα χείλη. Tα δόντια τους συγκρούστηκαν άγαρμπα, όμως αυτό ακούστηκε σαν τη μουσική που παράγουν τα βότσαλα την ώρα που τα παρασέρνει ένα θαρραλέο κύμα. Σαν έτοιμοι από καιρό και με τη πείρα των δυο προηγούμενων, αφέθηκαν σε ένα φιλί σταχανοφικής επίδοσης σε διάρκεια και με τέτοια δόση απελπισίας, λες και σ΄ αυτό θα έβρισκαν το ελιξίριο της ζωής ή ακόμα χειρότερα τις απαντήσεις που δεν είχαν για την επερχόμενη θύελλα.<br />
Το μονό κρεβάτι στη μέση του ταπεινού δωματίου φάνταζε σαν το μόνο έπιπλο που θα άντεχε ένα τέτοιο ψυχικό βάρος. Ξάπλωσαν κολλητά ο ένας πλάι στον άλλο και το χέρι του Λευτέρη βιαστικό, ανυπόμονο και κυρίως ανύποπτο, αναζήτησε αμέσως τη μυστική σχισμή που μέσα από υγρά μονοπάτια οδηγούσε στο κέντρο της ύπαρξης. Η Μαρία, με χέρια που έτρεμαν, τον σταμάτησε.<br />
- Δώσε μου λίγο χρόνο. Φοβάμαι!<br />
«Εγώ να δεις κορίτσι μου…»<br />
- Έχε το χρόνο σου συντρόφισσα, βρήκε το κουράγιο να αστειευτεί την ώρα που μάζευε εσπευσμένα το χέρι του.<br />
«Και τώρα τι κάνουμε;» αναρωτήθηκε πανικόβλητος. Έβαλε κάτω τα πράγματα και αναζήτησε απαντήσεις στις μέχρι τότε εμπειρίες του. Την πρώτη φορά η Τζένη, στο σκοτεινό δωμάτιο της Λιοσίων, τον πήρε από το χέρι και τον οδήγησε μέσα της λέγοντάς του μερικά ερωτόλογα και τέλος. Την επόμενη, στη Φυλής, η Πέπη ούτε καν του μίλησε. Τζίφος. Μήπως ο κινηματογράφος; Οι τσόντες στο Ίλιον ήταν πεντάλεπτες και έδειχναν μόνο τη πράξη, ούτε καν πρόσωπα. Η κυρία Ρόμπισον είχε την πρωτοβουλία και τις λύσεις και ο Χόφμαν απλά το απολάμβανε. «Κωλόφαρδε!» Ο Μπρούς Λι έδερνε αλύπητα, ο Τραβόλτα χόρευε ασταμάτητα και ο βρώμικος Χάρυ σκότωνε αβέρτα. Δεν είχαν χρόνο για άλλες ασχολίες. Στο Θίασο, ο άλκιμος του Μεταξά ήταν όλο φρου φρου κι αρώματα, τζούφιος.<br />
«Είσαι μόνος σου αγόρι μου. Κολύμπα!»<br />
<br />
*****<br />
Τελικά αποδείχτηκε ότι Λευτέρης δεν ήταν μόνος. Ήταν μαζί του και η Μαρία. Μαζί περπάτησαν τα υγρά μονοπάτια, γλίστρησαν αλλά κρατούσε ο ένας το χέρι του άλλου, μαζί εξερεύνησαν απάτητους δρόμους, λοξοδρόμησαν αλλά δεν χάθηκαν, μαζί έφτασαν μέχρι το τέλος.<br />
Ο Λευτέρης άνοιξε τα μάτια και έκλεισε το βιβλίο. Το τοποθέτησε με σεβασμό στη βιβλιοθήκη του, παράτησε όλα τα υπόλοιπα και πήγε για ύπνο. Την ώρα που ανέβαινε τη σκάλα, δεν έκρυψε ένα χαμόγελο ικανοποίησης, μιας και στη ζωή του μπόρεσε και αποστράφηκε την κάθε απόλαυσιν ερώτων της ρουτίνας.<br />
<br />
<br />
*Αυτή είναι η εκατοστή ανάρτησή μου. "Σπουδαία τα λάχανα" θα πείς και δικαίως. Άλλοι φίλοι μου που έχουμε ξεκινήσει σχεδόν μαζί, έχουν ξεπεράσει τις επτακόσιες. Για μένα όμως είναι ένας σημαντικός σταθμός.<br />
**Στη <a href="http://elafivolion.blogspot.com/">Βάσσια</a> που επέστρεψε.<br />
***Στις <a href="http://adacamino.blogspot.com/">Αδαμαντία</a>, <a href="http://kykneioasma.blogspot.com/">Ανασαιμιά</a>, <a href="http://devilswoman.blogspot.com/">Devils Woman</a>, <a href="http://agnostinisos.blogspot.com/">Mrs Smith</a>, <a href="http://meta-vasi.blogspot.com/">Νότα</a>, <a href="http://sofiascomments.blogspot.com/">Σοφούλα</a> και <a href="http://kibouko.blogspot.com/">Venceremos</a> που θα επιστρέψουν.<br />
****Σε όλους εσάς που συνεχίζετε τούτο το όμορφο ταξίδι...<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1109574022742810727-2073926184156652488?l=koukosmonos.blogspot.com' alt="-" /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Η αβάσταχτη βαρύτητα του έρωτα</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2009/10/23/%ce%97_%ce%b1%ce%b2%ce%ac%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%87%cf%84%ce%b7_%ce%b2%ce%b1%cf%81%cf%8d%cf%84%ce%b7%cf%84%ce%b1_%cf%84%ce%bf%cf%85_%ce%ad%cf%81%cf%89%cf%84%ce%b1</link>
		<pubDate>Fri, 23 Oct 2009 19:39:00 -0400</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2009/10/23/%ce%97_%ce%b1%ce%b2%ce%ac%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%87%cf%84%ce%b7_%ce%b2%ce%b1%cf%81%cf%8d%cf%84%ce%b7%cf%84%ce%b1_%cf%84%ce%bf%cf%85_%ce%ad%cf%81%cf%89%cf%84%ce%b1</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://4.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SuHcd7VBBzI/AAAAAAAABY0/Chkq6NN5LIc/s1600-h/dancingintherain2.jpg"><img src="http://4.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SuHcd7VBBzI/AAAAAAAABY0/Chkq6NN5LIc/s400/dancingintherain2.jpg" alt="-" /></a>Τα βήματα της Ελευθερίας ήταν νωθρά, σχεδόν αβέβαια, μέχρι που ένοιωσε τις πρώτες σταγόνες της βροχής στο πρόσωπό της. Η επιτάχυνση του βαδίσματος ήρθε μαζί με την ανησυχία για την κόμμωση και το μακιγιάζ, που με τόση προσοχή είχε επιμεληθεί μόλις πριν από δέκα λεπτά. Τα έβαλε με τον εαυτό της που ξέχασε την ομπρέλα, αν και κατά βάθος ήξερε ότι αυτή η παράλειψη και όλος ο εκνευρισμός που ένοιωθε τούτη την ώρα, οφείλονταν στο άγχος που της είχε δημιουργήσει η επικείμενη συνάντηση. «Ραντεβού στα τυφλά; Εγώ; Ποιος να μου το έλεγε και να το πίστευα! Και το χειρότερο, εγώ που τρελαίνομαι να περπατώ στη βροχή και να την απολαμβάνω, να τα βάζω με την τύχη μου για μερικές σταγόνες! Μα τι ήθελα να μπλέξω σε μια τέτοια κατάσταση;» αναρωτήθηκε αλλά απάντηση δεν πήρε. Ξαναέφερε στο μυαλό της όλα τα γεγονότα που είχαν προηγηθεί.<br />
Πάνε τρία χρόνια από τότε που χώρισε. Αν και ήταν δική της απόφαση ο χωρισμός, η εξέλιξη αυτή την ταρακούνησε για τα καλά. Δεν είναι και λίγο πράγμα να χωρίζεις μετά από είκοσι χρόνια γάμου. Μόλις ξεπέρασε το αρχικό σοκ από την απότομη μεταβολή στη ζωή της, η νέα κατάσταση στην οποία βρέθηκε, άρχισε σταδιακά να της αρέσει όλο και περισσότερο. Μόνη στο σπίτι, μιας και η κόρη σπούδαζε τη Νομική στην Ξάνθη, ένοιωσε για πρώτη φορά το θεμελιώδες δικαίωμα στην τεμπελιά και το απολάμβανε με όλο της το είναι. Τη τεμπελιά όμως γρήγορα τη βαριέσαι και τότε αρχίζει η αναζήτηση για κάλυψη του κενού. Η αναζήτηση στις μέρες μας φέρνει το ίντερνετ και άμα είσαι λίγο ανήσυχος τύπος τότε έρχονται τα μπλοκάκια και το φέισμπουκ και ακολουθούν οι γνωριμίες. Η Ελευθερία ακολούθησε την πεπατημένη. Επηρεασμένη από όσα κατά καιρούς είχε ακούσει και διαβάσει για τους περίεργους που καραδοκούν στον κυβερνοχώρο, είχε υποσχεθεί στον εαυτό της ότι δεν πρόκειται να μπλέξει με ιστοϊστορίες. Οι υποσχέσεις όμως δοκιμάζονται σε τούτη τη ζωή και συνήθως καταρρέουν, ιδίως όταν ο λόγος του απέναντι είναι γοητευτικός, πρωτότυπος και κυρίως επιτηδευμένα ανιδιοτελής. Η πρόκληση ήταν δυνατή, ξεκίνησε να δοκιμάσει τις δυνάμεις της και στη πορεία διαπίστωσε με έκπληξη ότι ο δρόμος είναι χωρίς επιστροφή.<br />
Η αλήθεια είναι ότι δεν περίμενε να συμβεί κάτι παρόμοιο. Ξεχώριζε από μακριά τα καμάκια και διασκέδαζε πολύ με τον τρόπο που την προσέγγιζαν. Όλοι τους παντρεμένοι, άντρες μέσης ηλικίας, ο καθένας είχε τον τρόπο του. Τους είχε μάλιστα χωρίσει σε τρεις κύριες κατηγορίες. Πρώτα και κύρια ο ιδεολόγος. Αριστερός, συνήθως ανένταχτος, αγωνιζόταν ενάντια στη παγκόσμια καπιταλιστική κυριαρχία, μη διστάζοντας να τα βάζει με τους δυνατούς αυτού του κόσμου. Και έτσι μπαρουτοκαπνισμένος που ήταν, έκανε ένα διάλειμμα για μια ανάσα και ένα απλό πηδηματάκι ώστε να μπορεί να συνεχίζει αταλάντευτα τον αγώνα του. Στην ερώτηση γιατί δεν κάνει το διάλειμμα με την γυναίκα του, απαντούσε με το γνωστό τσιτάτο του Τσε: «Κανείς δεν έχει θεμελιώσει τους λόγους για τους οποίους ένας άνδρας πρέπει να ζήσει με την ίδια γυναίκα όλη του τη ζωή.» Δεύτερος ερχόταν ο βιολόγος. Ρεαλιστής, χωρίς υπεκφυγές, τόνιζε την ανάγκη του άντρα για όσο το δυνατόν περισσότερες συνευρέσεις, εξηγώντας το επιστημονικά: «Το ότι η φύση έδωσε στην γυναίκα λίγα ωάρια, σημαίνει ότι το θηλυκό επιλέγει με αυστηρά κριτήρια αυτόν που θα την γονιμοποιήσει. Το ότι η φύση έδωσε στον άνδρα εκατομμύρια σπερματοζωάρια, σημαίνει ότι το αρσενικό θέλει να αφήσει το στίγμα και τα ίχνη του παντού.» (*) Στην ερώτηση αν δεν αρέσει, μιας και τα κριτήρια θα είναι αυστηρά, απαντούσε προβλέψιμα ότι έχει χορτάσει από επιβεβαιώσεις. Τρίτος, αλλά όχι τελευταίος, ερχόταν ο φιλόλογος. Διαβασμένος, έπαιζε τους ποιητές και τους πεζογράφους στα δάκτυλα: «Σφάζω τις φλέβες μου και αντί να κοκκινίσουν τα όνειρα, που έλεγε ο Ελύτης, εμφανίζεσαι στον ύπνο μου με ένα κόκκινο τριαντάφυλλο στo χέρι». Στην ερώτηση τι θέλει να πει ο ποιητής, απαντούσε ότι το σύμπαν συνωμοτεί για μια συνάντησή τους.<br />
Τον Ορέστη, όσο και να προσπάθησε, δεν μπόρεσε να τον κατατάξει. Ορθολογιστής και ταυτόχρονα ρομαντικός, είχε λόγο τεκμηριωμένο και παράλληλα ελκυστικό. Κατείχε την τέχνη της σαγήνης με τρόπο επιβλητικό. Χωρίς αναστολές μάγευε τα θύματά του, έκαμπτε τις αντιστάσεις τους και τελικά τα υποχρέωνε σε παράδοση. Η Ελευθερία στην αρχή προσπάθησε να αντισταθεί αλλά δεν μπόρεσε να πιαστεί από πουθενά. Απέναντί της δεν είχε κάποιον που το έπαιζε ιδανικός εραστής, ούτε γόης, ούτε καν χαρισματικός. Έχοντας διαβάσει με την κουβέντα τον χαρακτήρα της και τα πιστεύω της, υιοθέτησε την πόζα του ανεπιτήδευτου, αυτού που ενσαρκώνει τις επιθυμητές ιδιότητες της παιδικής ηλικίας, τον αυθορμητισμό και την ειλικρίνεια, για να εξουδετερώσει την φυσική αμυντική στάση της και να της μεταδώσει την απόλαυση του να είναι ανίσχυρη. Η γνωριμία φάνταζε αναπόφευκτη. Βοήθησε και η φωτογραφία με τα όμορφα χαρακτηριστικά και το ανεπαίσθητα ειρωνικό χαμόγελο. Το ραντεβού κλείστηκε σε κεντρική καφετέρια της Αθήνας. Οι μέρες πέρασαν και η προσμονή μετατράπηκε σε αγωνία και η αγωνία σε εκνευρισμό. «Ας ελπίσουμε ότι η πραγματικότητα θα είναι αντάξια των προσδοκιών» μονολόγησε και τάχυνε ακόμα πιο πολύ το βήμα της.<br />
Λένε πως η πρώτη εντύπωση είναι αποφασιστική και έχουν δίκιο. Η πραγματικότητα ξεπέρασε τις όποιες προσδοκίες. Ο Ορέστης ήταν εκεί, άνετος, χαμογελαστός και, πράγμα σπάνιο για άντρες, κομψός. Με δυο απλές κινήσεις έδιωξε την ένταση και με ένα έξυπνο κομπλιμέντο την έκανε να αισθανθεί όμορφα. Η κουβέντα είχε ρυθμό, κυλούσε ήρεμα και ευχάριστα. Σταδιακά πέρασαν και σε πιο προσωπικά ζητήματα. Ο τόνος της φωνής του έγινε πιο έντονος και το πάθος άρχισε να τον κυριεύει. Για το τελειωτικό χτύπημα άλλαξε στρατηγική. Άφησε κατά μέρος τη πόζα του ανεπιτήδευτου και επέλεξε τον δελεασμό, με τη δημιουργία του κατάλληλου πειρασμού. Μια γεύση από τις απολαύσεις που έπονται. Η συζήτηση βρισκόταν στο κατάλληλο σημείο, ήταν για τον έρωτα.<br />
«Το πάθος είναι το ζητούμενο στον έρωτα. Προσωπικά δεν επιζητώ μια ακόμα περιπέτεια. Αναζητώ την περιπέτεια. Αυτή που θα με βάλει σε μπελάδες, αυτή που θα με κάνει να χάσω τα λογικά μου, αυτή που δεν θα μπορώ με λόγια καθημερινά να περιγράψω» είπε ο Ορέστης με μάτια φλογισμένα.<br />
«Λίγο βαρύ δεν ακούγεται αυτό;» αντέταξε με χαμηλό τόνο η Ελευθερία.<br />
«Ο έρωτας είναι για τους δυνατούς! Ο Σοφοκλής και ο Νίτσε τον παρομοίωσαν με μάχη και σε μια μάχη έχεις απώλειες, πόνο, χάσιμο. Ο Μαρκές με την φοβερή αρρώστια της χολέρας. Περιγράφει τον ερωτευμένο νέο με την κατάσταση του άρρωστου, γιατί είχε αδύναμο σφυγμό, ακανόνιστη αναπνοή και ίδρωνε, χλωμός σαν ετοιμοθάνατος. Ο Μπέρναρντ Σω με θάλασσα που σε βάζει σε φουρτούνες κι ένας του συναφιού μας με το ανέβασμα στον Γολγοθά. Αυτόν τον έρωτα ψάχνω, αυτή τη περιπέτεια θέλω να ζήσω» είπε και έγειρε ικανοποιημένος προς τα πίσω παρατηρώντας τις αντιδράσεις της Ελευθερίας με θριαμβευτικό ύφος.<br />
Η Ελευθερία είχε εντυπωσιαστεί από τον λόγο και το πάθος της εκφοράς του και το έδειχνε. Ήπιε μια γουλιά από τον καφέ της και έκλεισε τα μάτια. Σαν κινηματογραφική ταινία σε ανάποδη προβολή πέρασαν από μπροστά οι έρωτές της. Παθιασμένοι, άτυχοι, αδιάφοροι. Περνούσαν και δεν σταματούσαν. Τη στιγμή που αναρωτιόταν με τρόμο αν ερωτεύθηκε ποτέ, η μηχανή προβολής τσίριξε και η ταινία σταμάτησε απότομα εστιάζοντας στον Χάρη. Ένα κύμα νοσταλγίας την πλημμύρισε και οι σκηνές ολοζώντανες δραπέτευσαν από τις φυλακές της μνήμης. Μακριά μαλλιά, μούσι, ντύσιμο χάλια κι ένα χαμόγελο για κάθε δυσκολία. Μόλις έμπαινε στο δωμάτιό της την άρπαζε από τη μέση και χόρευαν στο σκοπό που της τραγουδούσε, τη σήκωνε με τα δυο του χέρια και την πέταγε στον αέρα, την έπιανε και έπεφταν με δύναμη στον καναπέ σκασμένοι στα γέλια. Τότε πλησίαζε το πρόσωπό της, η ανάσα του χάιδευε το λαιμό της και η γλώσσα του έψαχνε τις σπηλιές των αυτιών της με το πείσμα και την επιμονή ποντοπόρου εξερευνητή. Ένοιωθε το σώμα της να παραλύει και το μέλι να την πλημυρίζει. Την σήκωνε με ευλάβεια, την άφηνε στο κρεβάτι και έτρεχε στο πικάπ να βάλει έναν δίσκο των Πινκ Φλόυντ. «Ο έρωτας είναι απαλός και ελαφρύς σαν τη μουσική των Πινκ Φλόυντ» της σιγοψιθύριζε. «Ποτέ δεν σε ξετινάζει, ποτέ δεν σε πνίγει. Τελειώνει με μια γεύση ανικανοποίητου, που σε κάνει να την αναζητάς ξανά, αλλά και όταν δεν ξαναβρείς την ίδια, δεν σε τρελαίνει. Πάντα θα υπάρχει καλή μουσική που θα σε περιμένει να την ανακαλύψεις. Είναι σαν να βαδίζεις σε αμμόλοφους. Πίσω από κάποιον θα υπάρχει κάποιος άλλος, για όσο κρατήσει αυτό το ταξίδι. Γιατί να το ξέρεις, τα τραγούδια πάντα τελειώνουν, η ζωή συνεχίζεται». Και το τραγούδι του Χάρη τελείωσε το ίδιο απότομα όπως άρχισε και μόλις τώρα η Ελευθερία συνειδητοποίησε το μεγαλείο της ελαφρότητας εκείνου του ακούσματος.<br />
Άνοιξε τα μάτια απελευθερωμένη και ανακουφισμένη για την απόφαση που μόλις πήρε. Ο αμμόλοφος που έψαχνε ήταν πιο… λάιτ. Σηκώθηκε και άπλωσε το χέρι της στον Ορέστη.<br />
«Χάρηκα πολύ που τα είπαμε και σου εύχομαι ολόψυχα να βρεις αυτό που ψάχνεις. Λυπάμαι που δεν μπορώ εγώ να στο προσφέρω». Τον άφησε εμβρόντητο και γεμάτο απορίες για το τι δεν πήγε καλά και βγήκε στο δρόμο. Η βροχή είχε δυναμώσει και έπεφτε σαν βάλσαμο επάνω της. Πρώτα ξεφούσκωσαν τα μαλλιά της και μετά το μακιγιάζ άρχισε να φεύγει από πάνω της όπως το βάρος που πετάνε απ΄ το αερόστατο. Ένοιωσε ανάλαφρη σαν πούπουλο, έτοιμη να χορέψει.<br />
<p>
  <a href="http://koukouboi.blogspot.com/2009/10/shine-on-you-crazy-diamond-part-2.html">Στίχοι</a> (κλικ)- Μουσική: Pink Floyd<br />
</p><br />
<p>
  <br />
  <br />
  (*) Το απόσπασμα από την ανάρτηση της Κατερίνας: <a href="http://agauch-katerina.blogspot.com/2009/10/blog-post_18.html">Μου ανήκεις...</a>
</p><img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1109574022742810727-8117992494477889361?l=koukosmonos.blogspot.com' alt="-" /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Κράτησα τη ζωή μου</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2009/09/22/%ce%9a%cf%81%ce%ac%cf%84%ce%b7%cf%83%ce%b1_%cf%84%ce%b7_%ce%b6%cf%89%ce%ae_%ce%bc%ce%bf%cf%85</link>
		<pubDate>Tue, 22 Sep 2009 11:15:00 -0400</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2009/09/22/%ce%9a%cf%81%ce%ac%cf%84%ce%b7%cf%83%ce%b1_%cf%84%ce%b7_%ce%b6%cf%89%ce%ae_%ce%bc%ce%bf%cf%85</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://1.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SriH5kronNI/AAAAAAAABVQ/FPyohP7jpXc/s1600-h/1240-bigthumbnail.jpg"><img src="http://1.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SriH5kronNI/AAAAAAAABVQ/FPyohP7jpXc/s400/1240-bigthumbnail.jpg" alt="-" /></a><br />
Ο Γιάννης έριξε άλλη μια ματιά στο τοπίο. Η βροχή είχε σταματήσει και όλα εκεί έξω πάσχιζαν να προσαρμοστούν στη νέα κατάσταση. Τα δέντρα, ξεπλυμένα πια από τη σκόνη του καλοκαιριού, είχαν συγκρατήσει χοντρές σταγόνες στα φύλλα τους και φάνταζαν ξαναγεννημένα, έτσι που λαμπίριζαν στο λιγοστό φώς του απογεύματος. Η γη, με μικρές λακκούβες σε διάφορα σχήματα, προσπαθούσε να απολαύσει για λίγο ακόμα το νερό, πριν σβήσει με αυτό βαθύτερες πυρκαγιές που άναβε μέσα της μια λάβα προπατορική. Ο ουρανός, παιδί που δεν θα μεγαλώσει, έπαιζε με τα σύννεφα κρυφτό κι η θάλασσα με λόγια αφρισμένα, μονολογούσε τα βάσανά της ξανά και ξανά. Η εικόνα άρχιζε σταδιακά να ξεθωριάζει. Μια συγκεχυμένη κατάσταση επικράτησε παντού, με την ασάφεια να την ορίζει και την αδιαφάνεια να τη σημαδεύει. Ο Γιάννης κούνησε έντονα το κεφάλι του σε μια προσπάθεια να ξεδιαλύνει αν αυτό που δεν ξεχώριζε πια, ήταν παιχνίδι των ματιών του που εστίαζαν στο άπειρο αναπολώντας ξοδεμένες αγάπες ή ένα φυσικό φαινόμενο που δημιουργούσε η μεγάλη μάζα πολύ μικρών σταγόνων νερού που αιωρούνταν πάνω από το έδαφος. «Ομίχλη!» φώναξε δυνατά τη διαπίστωσή του την ώρα που ένα ψυχρό κύμα αέρα του έφερε ανατριχίλα. Έκλεισε το παράθυρο και προσπάθησε να βάλει μια τάξη στο μυαλό του. Μάταια, οι σκέψεις με πείσμα απωθούσαν κάθε προσπάθειά του να τις βάλει στα κουτάκια τους. Η κάθε μια, χωρίς να ρωτήσει, έπαιρνε το λόγο και άρχιζε να λέει τα δικά της, μέχρι να τη σπρώξει με δύναμη η επόμενη και να πάρει τη θέση της. Η κατάσταση ήταν επαναστατική, η αναρχία είχε επικρατήσει στο μυαλό του.<br />
Νικημένος, παρέδωσε τα χειμερινά ανάκτορα της μνήμης του και άνοιξε τον υπολογιστή. Είχε δουλειές να κάνει και όλο τις ανέβαλε. Το φέισμπουκ που σχεδόν είχε παρατήσει, τα μπλογκάκια που έπρεπε να επισκεφτεί, τα φόρουμ που ήταν γραμμένος, η αλληλογραφία που στοιβάζονταν μέρες τώρα. Πήρε το αποφασιστικό του ύφος, σήκωσε τα μανίκια και στρώθηκε στη δουλειά. Η μητέρα του μπήκε μέσα χωρίς να την καταλάβει. Κρατούσε ένα πιάτο με τα αγαπημένα του φρούτα. Δυο φέτες καρπούζι και πολλές ρόγες σταφύλι από αυτές χωρίς τα κουκούτσια. Η ματιά της ξεχείλιζε από αγάπη και το χαμόγελό της τον γέμισε ηρεμία.<br />
- Κουράζεσαι πολύ αγόρι μου και πρέπει να προσέχεις. Φάε τα φρούτα, έχουν βιταμίνες.<br />
- Εντάξει ρε μάνα, είπε και σκέφτηκε ότι έδειχνε πολύ πιο νέα, ρε μπας και έκανε κανένα λίφτιγκ;<br />
Τότε μπήκε στο δωμάτιο ο πατέρας του και τον κοίταξε με κείνο το βλέμμα της επιδοκιμασίας που τον γέμιζε αυτοπεποίθηση. Η θαλπωρή της οικογένειας τον απογείωσε και ένοιωσε την ευτυχία να τον πλημμυρίζει. Για μια στιγμή μόνο. Γιατί την επόμενη πάγωσε.<br />
«Δεν μπορεί, δεν είναι δυνατόν!» μονολόγησε. Ή πρώτη σκέψη του έφερε ανατριχίλα. «Οι γονείς μου έχουν πεθάνει και οι δυο, τι γίνεται; Πρέπει να βλέπω όνειρο, αλλά τι όνειρο είναι αυτό που μέσα του διαπιστώνω ότι βλέπω όνειρο; Δεν μου έχει ξανατύχει ποτέ αυτό». Η δεύτερη σκέψη τον διέλυσε. «Λες να πήγα εκεί που βρίσκονται;» Δεν τόλμησε να πει «πέθανα». Επαναστάτησε όλο του το είναι. «Αποκλείεται, δεν υπάρχει τίποτα μετά το θάνατο». Δεν το διαπραγματευόταν αυτό, ήταν από τα σίγουρά του. Τρίτη σκέψη και φαρμακερή. «Κι αν πεθαίνω τώρα στον ύπνο μου και μου γλυκαίνει το χάπι η συνείδησή μου;» Ένοιωσε να πνίγεται, προσπάθησε να κινηθεί, αδύνατον, κλώτσησε, το σεντόνι τον έσφιγγε. Πετάχτηκε όρθιος, ανασαίνοντας βαθιά, λουσμένος στον ιδρώτα. Κοίταξε το ρολόι του, δεν είχε περάσει ούτε ένα τέταρτο από την ώρα που ξάπλωσε για τον μεσημεριανό του ύπνο. Έγειρε πάλι πίσω στο κρεβάτι και σκούπισε το δάκρυ που κύλισε αργά στο μάγουλό του. Ένοιωσε τις τύψεις να τον πολιορκούν. «Δεν έδωσα στους γονείς μου τις χαρές που περίμεναν από μένα, αν και ποτέ δεν μου παραπονέθηκαν». Χωρίς να το καταλάβει βρέθηκε να κάνει απολογισμό των περασμένων. Ένοιωσε για πρώτη φορά τόσο κοντά τη παγωνιά του θανάτου, του δικού του θανάτου και όλα αυτά που θεωρούσε μέχρι τώρα επιτεύγματα, του φάνηκαν ξέθωρα, κιτρινισμένα. «Τι έκανα τελικά; Κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας ανάμεσα σε κίτρινα δέντρα». Η τελευταία φράση βγήκε αυθόρμητα και τον άφησε άφωνο. Προσπάθησε πολλές φορές στο παρελθόν να εξηγήσει αυτόν το στίχο του Σεφέρη και δεν μπορούσε να τα καταφέρει. Και τώρα ξεδιπλώνονταν μπροστά του ένα δάσος από κίτρινα δέντρα, ένα δάσος από μικρές και μεγάλες δράσεις της μέχρι τώρα πορείας του που δεν είχαν πια την αξία που τότε τις προσέδιδε. Η δουλειά, η κοινωνική καταξίωση, οι κοινωνικές σχέσεις, το ατελείωτο τρέξιμο για την επιτυχία. Όλα του φάνηκαν σαν φούσκες του χρηματιστηρίου που σκάνε γιατί στηρίζονται σε υπερβολικές προσδοκίες. Ένα σισύφειο κυνήγι αποδοχής με τίμημα την ίδια τη ζωή. Και επειδή τα κατάφερνε στα οικονομικά, διαπίστωσε έκπληκτος ότι τον έπιασαν κορόιδο. Ήταν και όλοι αυτοί οι συμβιβασμοί που αναγκάστηκε να κάνει, τα πρέπει που δεν έπρεπε να ξεπεράσει, τη λογική που δεν μπόρεσε να αγνοήσει. Αναρωτήθηκε αν υπήρχε ακόμα χρόνος για αναζήτηση πράσινων δέντρων.<br />
Χρειαζόταν επειγόντως καθαρό αέρα. Ντύθηκε και βγήκε έξω. Η ομίχλη είχε διαλυθεί και τα πεσμένα από τα δέντρα φύλλα έδιναν έναν μελαγχολικό καφεκίτρινο τόνο στο τοπίο.<br />
- Μην αργήσεις το βράδυ, να δούμε το ντιμπέιτ, άκουσε μια απόμακρη φωνή. Δεν απάντησε. Έστριψε ένα τσιγάρο, το άναψε και μονολόγησε την ώρα που ξεφυσούσε τον καπνό: «Χέστηκα για το ντιμπέιτ».<br />
<a href="http://koukouboi.blogspot.com/2009/09/37.html">Στίχοι: Γ. Σεφέρης</a> - Μουσική: M. Θεοδωράκης<br />
Τραγούδι: Γ. Μπιθικώτσης<br />
<br />
<br />
<a href="http://www.snapdrive.net/%3Futm_source%3Dplayerlogo%26utm_medium%3Dflashplayer_rev1"></a><img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1109574022742810727-9222641156705667350?l=koukosmonos.blogspot.com' alt="-" /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Τι κάνουμε;</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2009/09/04/%ce%a4%ce%b9_%ce%ba%ce%ac%ce%bd%ce%bf%cf%85%ce%bc%ce%b5;</link>
		<pubDate>Fri, 04 Sep 2009 13:41:00 -0400</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2009/09/04/%ce%a4%ce%b9_%ce%ba%ce%ac%ce%bd%ce%bf%cf%85%ce%bc%ce%b5;</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://1.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SqDvZAnuvuI/AAAAAAAABVI/it3pSlOWPcc/s1600-h/1%CE%B1.jpg"><img src="http://1.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SqDvZAnuvuI/AAAAAAAABVI/it3pSlOWPcc/s400/1%CE%B1.jpg" alt="-" /></a><br />
Το μπλογκάκι, ξεπερνώντας και την πιο αισιόδοξη πρόβλεψη, συμπληρώνει δυο χρόνια συνεχούς και αδιάλειπτης παρουσίας. Το γεγονός από μόνο του είναι από τα παράδοξα του κόσμου τούτου και δεν θα το προσπεράσω με ένα επετειακό ποστ, όπου απολογισμοί, ευχές και άλλα τέτοια επικοινωνιακά καλύπτουν αγωνιώδη ερωτήματα για τον χρόνο, τον χώρο και την παρουσία της ύπαρξης σε αυτόν. Αφήνω προς το παρόν τον χρόνο. Έτσι κι αλλιώς έχω ανοιχτούς λογαριασμούς μαζί του, μπορεί να περιμένει λίγο, θα επανέλθω δριμύτερος. Πάμε λοιπόν στο χώρο και εν προκειμένω στο δικό μας χώρο που συνηθίζουμε να τον αποκαλούμε μπλογκόσφαιρα. Τι στο καλό κάνουμε εδώ πέρα και κυρίως γιατί το κάνουμε;<br />
Φυσικά και δεν είμαι ο πρώτος που ασχολείται με ένα τέτοιο θέμα. Πολλοί και αξιόλογοι μπλόγκερς έχουν κατά καιρούς ασχοληθεί με το ζήτημα και οι απόψεις τους είναι σεβαστές. Οι περισσότερες όμως έχουν ένα κοινό παρονομαστή. Αφού κάνουν μια ιστορική αναδρομή και μια ανάλυση για το που βρισκόμαστε, προσπαθούν με υποδείξεις και προτάσεις να αλλάξουν το χώρο σύμφωνα με τα πιστεύω τους και την ιδεολογική τους συγκρότηση. Θεμιτό; Αδιάφορο! Το θέμα δεν είναι να αλλάξουμε τον χώρο, άσε που έχει τους νόμους της αυτή η ιστορία, το θέμα είναι να τον ερμηνεύσουμε. Το να προσέλθει ένας μπλόγκερ σε μια συγκέντρωση είναι ένα φαινόμενο, αλλά όχι ανεξήγητο. Αυτό που χρήζει ενδελεχούς ανάλυσης είναι γιατί ένας άνθρωπος υψηλού μορφωτικού επιπέδου (σχεδόν), σωστός οικογενειάρχης (ενίοτε), με σχετικά καλή δουλειά (ενδεχομένως), με φίλους και πάρα πολλούς γνωστούς (πάραυτα), κάθεται μπροστά στο κομπιούτερ και γράφει ποιήματα, ιστορίες, ταξιδιωτικές περιηγήσεις, πολιτικές αναλύσεις και καταγγελίες, επιστημονικά άρθρα, κάνει πλάκα με ανέκδοτα και χιουμοριστικά βιντεάκια ή κρατάει ημερολόγιο με προσωπικές αναφορές και καταθέσεις; Τι είναι αυτό που τον οδηγεί σε μια τέτοια κατάσταση, πέρα από την φυσιολογική ανθρώπινη ματαιοδοξία; Σε μια παλιότερη ανάρτησή μου, με ρώτησε η Κατερίνα, τι κάνουμε μπλογκάροντας και απάντησα γράφουμε. Τώρα που το ξανασκέφτομαι η απάντηση είναι εν μέρει σωστή. Κάτι όμως της λείπει. Αυτό το κάτι θα ψάξουμε να βρούμε.<br />
Κάθε μπλόγκερ είναι ένας συγγραφέας. Προσοχή, δεν λέω λογοτέχνης (ποιητής, διηγηματογράφος, δοκιμιογράφος), δεν λέω δημοσιογράφος. Από τη στιγμή που γράφεις, οτιδήποτε είναι αυτό και απευθύνεσαι σε κάποιους, ακόμα και σε έναν, είσαι συγγραφέας. Άρα αυτό που κάνουμε κυρίως εδώ είναι να γράφουμε. Δεν εξετάζω την ποιότητα της γραφής, δεν είναι αυτό το ζητούμενο, αφήστε το γεγονός ότι μια τέτοια εξέταση είναι πολύ υποκειμενική. Ποιό είναι όμως το κοινό χαρακτηριστικό τόσο ανόμοιων ανθρώπων; Δεν είναι η ιδεολογική ταυτότητα (ευτυχώς), δεν είναι η πολιτική συμφωνία (αυτό μας έλειπε), δεν είναι οι απόψεις για τη ζωή, τον έρωτα, την οικογένεια και την κοινωνία (αλίμονο). Το κοινό χαρακτηριστικό όλου αυτού του πολύβουου, πολύχρωμου και τόσου ζωντανού πλήθους είναι η μοναξιά. Πριν βιαστείς να καγχάσεις φίλτατε αναγνώστη, ας δούμε με νηφαλιότητα για πια μοναξιά μιλάμε. Δεν αναφέρομαι στη μοναξιά του μοναχού. Αυτή είναι επιλογή και μέσο αυτοπραγμάτωσης και σαν τέτοια δεν μας ενδιαφέρει. Αναφέρομαι στη μοναξιά του σχοινοβάτη λίγο πριν τη παράσταση, στη μοναξιά του μεταφραστή μέσα στο πέλαγος των λέξεων, στη μοναξιά του συγγραφέα από την έλλειψη αυτών των λέξεων, στη μοναξιά του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτι. Αναφέρομαι στην εσωτερική μοναξιά αυτή που ο Ρίλκε ονομάζει αναγκαία. Λέει ο μεγάλος στοχαστής: «Ένα και μόνο μας είναι απαραίτητο: η Μοναξιά, η μεγάλη εσώτερη Μοναξιά. Να βυθίζεσαι στον εαυτό σου και, ώρες ολόκληρες, να μην ανταμώνεις εκεί κανέναν -αυτός πρέπει να είναι ο ανώτερος του καθενός στόχος. Να είσαι μονάχος... Όσο όμως πιο πολύ αποζητούμε τη μοναξιά στη ζωή μας, τόσο περισσότερο ζυγώνουμε το μεγάλο νόημα του έρωτα και του θανάτου».<br />
Αναφέρομαι σε κείνη τη γυναίκα, που πήγε στη δουλειά της και μίλησε με πολύ κόσμο, διάβασε τα παιδιά της, μίλησε με τις φίλες της, πήγε σε μια πολιτιστική εκδήλωση στη γειτονιά της ή συμμετείχε σε μια διαδήλωση, έκανε έρωτα με την άντρα της ή τον εραστή της και λίγο πριν κοιμηθεί άρχισε αυτόν τον μακρύ και επίπονο εσωτερικό διάλογο για το κενό που υπάρχει μεταξύ των προσδοκιών της και της ψυχρής πραγματικότητας. Ένα κενό που την απωθεί και συνάμα την έλκει και της δημιουργεί την αίσθηση ότι μάχεται μόνη εναντίων όλων. Αναφέρομαι σε κείνον τον άντρα που δεν αισθάνεται μόνος για να διαφέρει. Το κάνει για να αντισταθεί στην εξουσία όποια μορφή κι αν έχει. Παλιά έλεγαν ότι η εξουσία προωθεί το ατομικό μοντέλο για να διαιωνίσει τη παρουσία της και ότι η απάντηση σε αυτό ήταν η συλλογική δράση. Σήμερα μετά από δεκαετίες αγώνων κοινωνικών, συνδικαλιστικών και πολιτικών, έχοντας νοιώσει στο πετσί του τα κομματικά, τα συνδικαλιστικά και τα επαγγελματικά κυκλώματα, η μη συμμετοχή, εκτός από αντίσταση είναι και αυτοπροστασία. Όποιος έχει ζήσει από «τα μέσα» τέτοιες καταστάσεις δεν μπορεί παρά να νοιώθει απέχθεια για τα υποκινούμενα κινήματα, για τις αποκλίσεις που πρέπει να γίνουν για το γενικό καλό, για τις αποφάσεις που θα πάρουν οι ειδήμονες για τη μάζα. Μια τέτοια στάση δεν έχει να κάνει με έναν φτηνό εγωισμό, δεν σημαίνει ότι παραβλέπει τα προβλήματα, αλλά όταν οι προσφερόμενες λύσεις είναι οι παραπάνω, τότε ο μοναχικός δρόμος δεν είναι μεταμοντερνισμός, είναι ενδεχομένως η μόνη αξιοπρεπής στάση, σήμερα. Αύριο μπορεί να είναι κάτι άλλο. Βεβαίως ότι ισχύει για τον άντρα ισχύει και για τη γυναίκα και αντίστροφα. Αν όμως η μοναξιά είναι κοινός παρονομαστής για όλους τους μπλόγκερ, δεν είναι φοβερά πληκτική η επανάληψή της; Δεν είναι τα μπλοκάκια ένας χώρος που διαβάζεις τα ίδια με διαφορετικό ύφος και στυλ; Ευτυχώς όχι. Αυτό που κάνει το χώρο συναρπαστικό είναι η διαχείρισή της από τον καθένας μας ξεχωριστά. Αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο τη ξορκίζουμε. Υπάρχουν βέβαια και οι εξαιρέσεις, πάντα και παντού θα υπάρχουν, αλλά εγώ απευθύνομαι στο κύκλο των μπλόγκερ που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, συνομιλούμε.<br />
Απαντώ λοιπόν σήμερα στη Κατερίνα και μέσω αυτής σε όλους για το τι κάνουμε μπλογκάροντας: Γράφουμε, ξορκίζοντας την (όποια) μοναξιά μας.<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1109574022742810727-952607826498118137?l=koukosmonos.blogspot.com' alt="-" /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Ηχώ</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2009/08/06/%ce%97%cf%87%cf%8e</link>
		<pubDate>Thu, 06 Aug 2009 12:41:00 -0400</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2009/08/06/%ce%97%cf%87%cf%8e</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://3.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SnqoDuO0kVI/AAAAAAAABU4/1U_0SLbzAuk/s1600-h/3405477087_0218cf0efc.jpg"><img src="http://3.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SnqoDuO0kVI/AAAAAAAABU4/1U_0SLbzAuk/s400/3405477087_0218cf0efc.jpg" alt="-" /></a>Έφυγε με βήμα γοργό προς τη μεριά που πήγε η άγνωστη κοπέλα. Άνοιξε μια πόρτα και βγήκε στο κατάστρωμα. Ένα κύμα ψυχρού αέρα του έφερε ανατριχίλα και η μυρωδιά του ιωδίου λες και του ανακούφισε κάποια εσωτερική πληγή. Όπου και να έστρεψε το βλέμμα του παντού θάλασσα και ουρανός, εναλλαγή του θαλασσί με το γαλάζιο. Είχε αρχίσει να σουρουπώνει και τα χρώματα, οι αποχρώσεις του μπλε, έριχναν λίγο από την περηφάνια τους. Περπάτησε κατά μήκος του καταστρώματος, πήγε από την άλλη μεριά του πλοίου, ανέβηκε σκάλες. Πουθενά δεν του άρεσε να καθίσει, ξανά πίσω η ίδια διαδρομή. Τότε συνειδητοποίησε ότι έκανε όλες αυτές τις βόλτες, ελπίζοντας (κατά βάθος) να συναντήσει κάπου την κοπέλα. «Μα τι έχω πάθει; Είναι δυνατόν τέτοιο κόλλημα; Λες και μου έκανε μάγια! Μόνο η μουσική θα με ηρεμίσει.» Έψαξε για μια ήσυχη γωνιά και τότε το είδε. Το βύθισμα του ήλιου στον ορίζοντα, το ντρόπιασμα του ουρανού και την πυρκαγιά της θάλασσας. Είχε ξαναδεί ηλιοβασιλέματα, με πιο χαρακτηριστικό αυτό της Σαντορίνης, αλλά αυτό που έβλεπε τώρα είχε την δύναμη του αναπάντεχου. Στη Σαντορίνη και όπου αλλού έχει ξακουστά ηλιοβασιλέματα, είσαι προετοιμασμένος να δεις κάτι θαυμαστό, απαιτείς να είναι θαυμαστό. Εδώ, στη μέση του πουθενά, χωρίς τυμπανοκρουσίες, χωρίς καμιά διαφήμιση, χωρίς ανταποδοτικά τέλη και κυρίως χωρίς στριμωξίδι, είχε μπροστά του σε πλήρη εξέλιξη την ερωτική ένωση του ήλιου με τη θάλασσα. Των δυο στοιχείων της δημιουργίας που αυτή ακριβώς η πράξη τους περιέγραφε το τρίτο στοιχείο, τη γυναίκα. Ένοιωσε για μια στιγμή όπως νοιώθει η ανειδίκευτη ψυχή που διαβάζει για πρώτη φορά το «Μονόγραμμα» του Ελύτη.<br />
Το σκηνικό απαιτούσε την κατάλληλη μουσική επένδυση. Έβγαλε από τη τσέπη του το μηχάνημα και φόρεσε τα ακουστικά. Έψαξε για λίγο στο μενού και πάτησε το κουμπί. Η απόκοσμη ηχώ, της αχρείαστης παρέμβασης των Πινκ Φλόυντ, ξεκίνησε με τον πιο επίσημο τρόπο, την ώρα που ο ήλιος έριχνε την τελευταία ματιά του στη μέρα που τελείωνε. Έκλεισε τα μάτια. Ήχοι από το διάστημα ανακατεμένοι με φωνές γλάρων, τον οδηγούν σε μια παραλία. Είναι μια μοναχική ακτή λουσμένη στο φως του ήλιου. Του φαίνεται γνωστή. Το τοπίο αναλλοίωτο λες και ο χρόνος σταμάτησε, όπως ο γλάρος μένει ακίνητος, καρφωμένος στον αέρα. Η ηχώ από άλλες εποχές έρχεται μέσα από τα κύματα. Νοσταλγία τον πλημυρίζει για τα χρόνια που πέρασαν. Πέρασαν; Τα ίδια βράχια, ή ίδια άμμος, τα ίδια κύματα όπως και πέρσι, όπως και πριν από χρόνια όπως εξ ανέκαθεν. Κι αν δεν πέρασαν, μπορεί να αλλάξει τα πράγματα με τις γνώσεις του σήμερα; Το ξέρει πως όχι, αλλά νοιώθει ότι μπορεί να μάθει για τον εαυτό του, για τον προορισμό του. Μόνο που θέλει μια συντροφιά σε τούτο το ταξίδι. Και τότε τη βλέπει να αναδύεται μέσα από τα κύματα, η ίδια γνωστή άγνωστη κοπέλα του πλοίου, να του χαμογελά και να του απλώνει το χέρι. Τον παρασέρνει μαζί της μέσα στην αληθινή πηγή της γνώσης, τη μητέρα όλων, τη θάλασσα. Είναι ένα ταξίδι που μόνο μαζί της θέλει να το κάνει, μέχρι την άβυσσο, για όσο. Ακούει τις φωνές από τις φάλαινες και νοιώθει ήσυχος για το παρόν του κόσμου. Η ανώτερη δύναμη του σύμπαντος μας επιτρέπει να συνεχίσουμε. Για πόσο ακόμα; Το ταξίδι είναι μαγικό, αξίζει κάθε δευτερόλεπτο. Το πλήρωμα του χρόνου όμως φτάνει. Ο αποχαιρετισμός, με ένα παράπονο είναι η αλήθεια, η ανάδυση και τέλος η επιστροφή στο διάστημα που τον περιμένει. Και όταν πια δεν θα να είναι μαζί της, η σκέψη του θα κάνει όλα όσα δεν θα μπορεί να κάνει η παρουσία του.<br />
Άνοιξε τα μάτια, το φεγγάρι σήμερα δεν τόλμησε να βγει.<br />
<br />
<br />
<a href="http://koukouboi.blogspot.com/2009/08/echoes.html">Στίχοι</a> - Μουσική: Pink Floyd<br />
<br />
<br />
<br />
<br />
<p>
  ΥΓ1: Λόγοι εργασίας (και όχι διακοπών) επιβάλλουν την προσωρινή αναστολή του μπλογκ. Θα τα ξαναπούμε τον Σεπτέμβρη. Σας αφήνω συντροφιά με ένα από τα καλύτερα μουσικά κομμάτια του εικοστού αιώνα. Καλά να περνάτε!
</p><br />
<p>
  ΥΓ2 Η εικόνα της ανάρτησης είναι από <a href="http://www.flickr.com/photos/13811704@N00/3405477087">εδώ...</a>
</p><img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1109574022742810727-4458312324047716465?l=koukosmonos.blogspot.com' alt="-" /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Η βέρα</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2009/07/23/%ce%97_%ce%b2%ce%ad%cf%81%ce%b1</link>
		<pubDate>Thu, 23 Jul 2009 19:03:00 -0400</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2009/07/23/%ce%97_%ce%b2%ce%ad%cf%81%ce%b1</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	Το διήγημα που ακολουθεί είναι εμπνευσμένο από την υπέροχη ανάρτηση της Anna - Silia: <a href="http://silia.wordpress.com/2009/04/22/arravwnas/">Ο ...μοναχικός αρραβώνας</a> (και η εικόνα από εκεί είναι) την οποία και ευχαριστώ.<br />
<a href="http://3.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SmiKWDmksKI/AAAAAAAABUw/ObvFKrfo1yc/s1600-h/arrav.jpg"><img src="http://3.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SmiKWDmksKI/AAAAAAAABUw/ObvFKrfo1yc/s400/arrav.jpg" alt="-" /></a><br />
<br />
Αρχές της δεκαετίας του ενενήντα. Η μοίρα θες, η ολοκληρωτική αποτυχία μου σε όλους τους ορόφους του οικοδομήματος που ονομάζουμε ζωή, η τιμωρία που επιφυλάσσει στους χαμένους η απόκοσμη δικαιοσύνη του γαλαξία, μπορεί και όλα μαζί, περιέφεραν εκείνη την εποχή το σαρκίο μου στο κράτος των Αθηνών. Τέτοιος ξεπεσμός.<br />
Λένε πως όταν ο άνθρωπος κάνει σχέδια ο Θεός γελάει. Στη δική μου την περίπτωση πρέπει να ξεκαρδίστηκε. Όταν ήμουν μικρός δυο πράγματα είχα στο μυαλό μου. Τις γυναίκες και τις μηχανές. Δεν είμαι σίγουρος για τη σειρά προτεραιότητας, ακόμα δεν το έχω ξεκαθαρίσει. Ήθελα να γίνω μηχανολόγος μηχανικός αλλά οι γυναίκες δεν με άφησαν. Πέρασα στο πανεπιστήμιο και σπούδασα για χρόνια πολλά τη γυναίκα. Μελέτησα με τη μέθοδο του Τολστόι κάθε πτυχή του χαρακτήρα της, εξερεύνησα με το πάθος του Μάρκο Πόλο κάθε απώτερο σημείο του κορμιού της, πειραματίστηκα ως άλλος Βενιαμίν Φραγκλίνος με το ηλεκτρικό της φορτίο, αλλά πτυχίο δεν μπόρεσα να πάρω. Για την ακρίβεια δεν πέρασα ούτε ένα μάθημα αλλά αυτό δεν το έλεγα. Στις ερωτήσεις φίλων και γνωστών για το αν τελείωσα απαντούσα αόριστα χρωστάω. Μαθήματα εννοούσα, της Μιχαλούς καταλάβαιναν. Και να ΄μαι τώρα στη Νέα Ιωνία, στο εργοστάσιο της Triumph, μόνος άντρας ανάμεσα σε εκατό γυναίκες να λαδώνω μηχανές που παράγουν σουτιέν και βρακιά. Μα αυτό είναι αρρωστημένο χιούμορ Επουράνιε, για όνομα του Θεού!<br />
Επιτέλους η ώρα πήγε τρεις και οι μηχανές σταμάτησαν. Πέρασα την σιδερένια πύλη και βγήκα στον καθαρό αέρα. Το νέφος είχε καλύψει τον ορίζοντα και είχε μετατρέψει τον καταγάλανο (υποθέτω) αττικό ουρανό σε κείνη την απαισιόδοξη απόχρωση του μπλε που έχει η στολή των αεροπόρων. Τα μάτια έτσουζαν, ο λαιμός στέγνωνε, αλλά εγώ δεν χόρταινα να ρουφώ αέρα. Το να προσπαθήσω να περιγράψω τη μυρωδιά που έχει ένας κλειστός χώρος που δουλεύουν εκατό γυναίκες κάθε είδους και ρυθμού, είναι ματαιότητα. Ακόμα και ο Ζαν-Μπατίστ Γκρενούιγ, ο σκοτεινός ήρωας του μυθιστορήματος «Το άρωμα», θα δυσκολευόταν να το κάνει και εγώ γνωρίζω τα όριά μου. Περπάτησα για λίγο και χάρηκα τον Απρίλη που έβρισκε τρόπο να κάνει αισθητή την παρουσία του στην τερατούπολη. Έφτασα στο σταθμό του ηλεκτρικού στα Πευκάκια και περίμενα το τρένο για τη Βικτώρια. Η κούραση της μέρας και η αϋπνία της νύχτας με οδήγησαν να κάτσω σε ένα παγκάκι. Είδα από μακριά το ζητιάνο με το ακορντεόν να πλησιάζει χτυπώντας δεξιά και αριστερά το μπαστούνι του. Σταμάτησε μπροστά μου και μπόρεσα να διαβάσω, παρά τα ορνιθοσκαλίσματα, μια πινακίδα που κρεμόταν στο λαιμό του: «Ελεήστε τον τυφλό». Μου πρόταξε μπροστά στη μούρη μου ένα μικρό τενεκεδένιο κουτί χωρίς να πει κουβέντα. Ούτε κι εγώ μίλησα. Ο ζητιάνος περίμενε κι εγώ σκεφτόμουν. Ήταν πάγια αρχή μου να μην δίνω τίποτα σε όλους αυτούς που λυμαίνονταν τον ηλεκτρικό. Εκτός από το ενοχλητικό του πράγματος που είχε καταντήσει μάστιγα εκείνη την εποχή, ήταν και όλα αυτά τα ψέματα που σκαρφίζονταν οι διάφοροι επιτήδειοι για να παίρνουν τα λεφτά του κοσμάκη ποντάροντας στα ανθρώπινα συναισθήματα. Είδα από μακριά το τραίνο να πλησιάζει. Σηκώθηκα όρθιος και πάνω που ετοιμαζόμουν να του πω ότι δεν έχω ψιλά, για κάποιον ανεξήγητο λόγο, εγώ ο μόνιμος μπατίρης, έβγαλα από την τσέπη μου ένα χιλιάρικο και το έριξα στο κουτί. Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου. Έκανα ένα βήμα μπροστά και ο ζητιάνος μου άρπαξε το χέρι.<br />
- Περίμενε, ποτέ κανένας εδώ και εικοσιπέντε χρόνια δεν μου έδωσε τόσα λεφτά. Έχεις μεγάλη καρδιά και εγώ θα σου κάνω ένα δώρο. Να, πάρε αυτό το δαχτυλίδι, δεν έχει αξία αλλά θα σου φέρει τύχη, μου είπε και μου έδωσε μια φτηνή γυναικεία βέρα.<br />
Πήγα να διαμαρτυρηθώ (τι να την κάνω εγώ τη γυναικεία βέρα) αλλά το τρένο ήδη είχε ανοίξει τις πόρτες. Τον ευχαρίστησα και με ένα σάλτο βρέθηκα μέσα. Έριξα το δαχτυλίδι σε μια τσέπη και το ξέχασα.<br />
<br />
***<br />
<br />
Το να βρεις θέση στον ηλεκτρικό την ώρα που σχολάνε τα εργοστάσια δεν είναι και από τα ευκολότερα πράγματα στο κόσμο. Χρειάζεται υπομονή, κουράγιο και κυρίως στρατηγική. Έστεκα όρθιος στο διαχωριστικό των θέσεων και παρατηρούσα όλους τους επιβάτες που κάθονταν στα καθίσματα. Έψαχνα να βρω την παραμικρή κίνηση που θα με οδηγούσε να μαντέψω ποιος ετοιμάζεται να κατέβει στον επόμενο σταθμό και να προλάβω να αρπάξω τη θέση του. Το δίπλωμα της εφημερίδας, το πιάσιμο της τσάντας ή της σακούλας, το σκούντημα στο διπλανό να μαζέψει τα πόδια. Για καλή μου τύχη, η χοντρή κυρία που ανάσαινε βαριά και ξεφυσούσε με τρόπο που θα έκανε ακόμα και τον Μουτζούρη να ζηλέψει, σηκώθηκε και εγώ πήρα τη θέση της. Βολεύτηκα και έκλεισα τα μάτια. Δεν το έκανα για να κοιμηθώ, είχα τις αϋπνίες μου τότε, αλλά για να κάνω τον εξακοσιοστό εξηκοστό έκτο απολογισμό της μίζερης ζωής μου. Και τότε το άκουσα για πρώτη φορά. Η αλήθεια είναι ότι ενοχλήθηκα με τη φασαρία που έκαναν οι δυο νεαροί που μπήκαν από το σταθμό του Περισσού. Άνοιξα τα μάτια μου και είδα αυτόν με το πέτσινο μπουφάν να έχει ένα τεράστιο φορητό κασετόφωνο στον ώμο. Σκέφτηκα ότι τώρα θα αρχίσει ο Καζαντζίδης να αναστενάζει και να βγαίνει φωτιά - να κλαίει και να ραγίζουν τα βουνά και ό άλλος νεαρός να περιφέρεται με το τενεκεδάκι προτεταμένο ζητώντας ό,τι έχουμε ευχαρίστηση. Το είχα δει (και κυρίως ακούσει) το έργο χιλιάδες φορές, αλλά έκανα λάθος. Ο νεαρός πάτησε το κουμπί και η φωνή του Παπακωνσταντίνου γέμισε το χώρο. Κάτι έλεγε για ψύχρα και αφρισμένη θάλασσα, για στεριές που βουλιάζουν, δεν καταλάβαινα στην αρχή, αλλά μου άρεσε ο ρυθμός και η φωνή του Βασίλη. Ο επόμενος στίχος όμως με συντάραξε:<br />
Αυτή η άνοιξη καθόλου δεν μ΄ αγγίζει<br />
μου ΄λεγες πέρσι τέτοιο βράδυ σκεφτική.<br />
Αμέσως θύμισες και εικόνες, βαθιά κρυμμένες, ξεπετάχτηκαν από το μυαλό μου. Η Σαλονίκη όμορφη και ξελογιάστρα με τη γοητεία των seventies να την περιβάλει, η άνοιξη να δικαιολογεί τη φασαρία των ποιητών γύρω από το όνομά της, οι μυρωδιές και τα αρώματα που μόνο σε αυτά τα ιερά χώματα απολαμβάνεις και πάνω απ΄ όλα η μορφή της Άννιτσκα, της Αννούλας, της δικιάς μου Αννούλας.<br />
Ήταν μεγάλη Παρασκευή και βρισκόμασταν στο Σιδηροδρομικό Σταθμό της Θεσσαλονίκης. Ατμόσφαιρα περίεργη, κορμιά μουδιασμένα, πρόσωπα λυπημένα, αποχαιρετισμός. Εγώ όπως πάντα να το παίζω άνετος, να προσπαθώ να συμβουλέψω, να παρηγορήσω.<br />
- Έλα βρε, μην κάνεις έτσι. Όλος ο χρόνος δικός μας θα είναι. Μην ξεχνάς, πως φέτος παντρευόμαστε, τελείωσαν τα ψέματα.<br />
Η Άννα δεν μίλησε. Το βλέμμα της χαμένο στον ορίζοντα, συνέχισα.<br />
- Δες, όλα γύρω μας ξαναγεννιούνται. Η άνοιξη προμηνύει και τη δική μας ανάσταση.<br />
Η απάντησή της μαχαιριά.<br />
- Δεν ξέρω γιατί, αλλά τούτη η άνοιξη καθόλου δεν μ΄ αγγίζει.<br />
Σιωπή ξανά. Αμηχανία. Ένα βιαστικό φιλί και ο Μουτζούρης που σφυρίζει. Είμαι στο τραίνο της μεγάλης φυγής (της μόνιμης φυγής) και σκέφτομαι την απάντησή της. «Άραγε να κατάλαβε ότι δεν θα με ξαναδεί;» Σιχαίνομαι τον εαυτό μου, τον φτύνω. «Μέχρι πότε θα πουλάς ψέματα, θα κουρσεύεις ψυχές και μετά θα την κοπανάς; Δεν είναι παιχνίδια οι γυναίκες, άνθρωποι είναι». Η αλήθεια είναι ότι μόλις τα έφτιαχνα με μια κοπέλα (λίγο πριν τα φτιάξω) έλεγα πως είμαι παντρεμένος, ο γάμος αποτυχημένος, η οικογένεια προς διάλυση και τα καημένα τα παιδιά που δεν φταίνε. Ήταν η ασπίδα μου για να μη δεσμευτώ, η δικαιολογία μου για να την κοπανήσω. Και έπιανε! Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο εξιτάριζε τις γυναίκες μια τέτοια κατάσταση. Περίεργα πλάσματα οι γυναίκες, ποτέ δεν θα τις μάθω. Βοηθούσαν και δυο φωτογραφίες που είχα μαζί μου. Μια με την μικρότερη αδερφή μου νύφη και μένα ντυμένο σαν γαμπρό και μια μεταγενέστερη, αγκαλιά με τα δίδυμα ανιψάκια μου.<br />
Με την Άννα όμως τα πράγματα ήταν από την αρχή διαφορετικά. Όμορφη, ατίθαση και κυρίως απρόβλεπτη με κέρδισε από την πρώτη στιγμή. Ξέχασα τις παραξενιές μου, τις θεωρίες μου για τον έρωτα, τη φυγή μου. Τρία ολόκληρα χρόνια έμεινα μαζί της. Και πάνω που είχα πάρει τη μεγάλη απόφαση να της αποκαλύψω την αλήθεια και να της ζητήσω να με παντρευτεί, όλες μαζί οι ανασφάλειες επέστρεψαν, μου έκαναν τη ζωή μαρτύριο και εγώ έκανα αυτό που έκανα πάντα. Το έβαλα στα πόδια.<br />
Και να ΄μαι τώρα εδώ, στο τρένο της μικρής φυγής, στη Λεωφόρο να την ζητώ και στη Βικτώρια, να την αναζητώ στη Σαλονίκη ξημερώματα, οι φωνές και τα τραγούδια να μπερδεύονται, οι δεκαετίες να ανακατεύονται και εγώ να κατεβαίνω στη Βικτώρια έχοντας πάρει τη μεγάλη απόφαση να φύγω για τη Σαλονίκη.<br />
***Δεν χρειάστηκε να πάρω πολλά πράγματα μαζί μου. Συνηθισμένος στις φυγές νοίκιαζα πάντα επιπλωμένα δωμάτια, αλλά και μια ζωή άφραγκος όλο μου το βιος συνωστίζονταν σε μια ριγέ πάνινη βαλίτσα. Έφτασα στο σταθμό Λαρίσης, πλήρωσα τα εισιτήρια και μου περίσσεψαν μερικά χιλιάρικα ίσα για το φαί και τα τσιγάρα. Στην εσωτερική τσέπη του σακακιού, προσεκτικά διπλωμένη όλη μου η περιουσία, ένα πεντοχίλιαρο. Δεν περίμενα ούτε το βδομαδιάτικο να πληρωθώ. Τέρμα τα σουτιέν, τα βρακιά, το νέφος, ο ηλεκτρικός. Έψαξα για μαύρη πέτρα, βρήκα μια σκούρα, τη σήκωσα και την έριξα πίσω μου.<br />
Μια ολοκληρωτική έξαψη με είχε καταλάβει σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού. Βαθειά μέσα μου ήξερα πως είναι το τελευταίο. Ο μέχρι τώρα δρόμος μου ήταν μακρύς. Είδα και τους Λαιστρυγόνες και τους Κύκλωπες γιατί τους κουβαλούσα στη ψυχή μου. Απόκτησα σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κι έβενους και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής και τα έχασα όλα, τα σκόρπισα στις λεωφόρους του εφήμερου. Και σαν έτοιμος από καιρό, επέστεφα στην Ιθάκη, την δική μου Ιθάκη, τη Θεσσαλονίκη. Και να μην έβρισκα την Άννα θα είχα αράξει στο νησί μου.<br />
Σε όλη τη διαδρομή σκεφτόμουν τη συνάντηση. Τι θα της έλεγα, γιατί μετά από τόσα χρόνια, πώς θα αντιδρούσε. Έκανα και άλλες σκέψεις, ανομολόγητες. «Θα είναι το ίδιο όμορφη; Ο χρόνος θα έχει αφήσει τα σημάδια πάνω της; Θα με ήθελε καθόλου; Μα τι λες βρε χαμένε, είναι δυνατόν να μη παντρεύτηκε; Σιγά να μη περίμενε εσένα τόσα χρόνια! Αλλά δεν πειράζει. Και να παντρεύτηκε (μακάρι να είναι ευτυχισμένη) εγώ θα της ζητήσω συγνώμη για όλα. Για τη συμπεριφορά μου, τα ψέματά μου, τη φυγή μου. Κι αν πάλι δεν πάει καλά ο γάμος της; Κι αν είναι δυστυχισμένη; Κι αν χώρισε;» Κάπνισα ένα ολόκληρο πακέτο τσιγάρα και ήπια όλους τους καφέδες από το μπαρ. Ούτε που κατάλαβα για πότε έφτασα.<br />
Ξαφνικά ο χρόνος άρχισε να τρέχει και να μη φτάνει. Όλα εξελίχθηκαν σαν κινηματογραφική ταινία. Βολεύτηκα σε ένα φτηνό ξενοδοχείο, παράτησα τη βαλίτσα και πήρα τους δρόμους. Πήγα στα παλιά στέκια και την έψαξα, έψαξα τα στέκια που είχαν ήδη χαθεί, ρώτησα. Παρελθόν χαμένο στην ομίχλη. Απογοητευμένος πήρα τον δρόμο της επιστροφής. Είναι μερικά πράγματα (έστω ελάχιστα) που συμβαίνουν στη ζωή του καθένα που όσο άθεος και να είναι, είναι αδύνατον να μη κλονίσουν αυτή του τη βεβαιότητα. Ένα από αυτά συνέβη στον εξωτερικό χώρο μιας καφετέριας, λίγα μέτρα πριν από την είσοδο του ξενοδοχείου.<br />
Η καφετέρια ήταν σχεδόν άδεια. Ένα ζευγαράκι αγκαλιασμένο έδινε όρκους αιώνιας πίστης που θα τους καταπατούσε πολύ σύντομα, μια νεαρή κοπέλα είχε έρθει νωρίτερα στο ραντεβού και κοιτούσε ανυπόμονη το ρολόι της βρίζοντας τον εαυτό της για όλους αυτούς τους άχρηστους που μπλέκει και μια σοβαρή κυρία άφησε το ποτήρι του καφέ στο τραπέζι, σήκωσε το βλέμμα της και μου πήρε τη ψυχή. Τα έχασα, παραπάτησα και τρεκλίζοντας πιάστηκα από τη διπλανή της καρέκλα λίγο πριν σωριαστώ κάτω. Με κοίταξε διερευνητικά, με απορία και έκπληξη στην αρχή, μέχρι που τα μάτια φωτίστηκαν (από χαρά;) και έβαλε τις φωνές.<br />
- Δημήτρη εσύ είσαι; Δεν το πιστεύω!<br />
Εδώ είναι που κόλλησα τελείως, προσπάθησα είναι η αλήθεια, αλλά μιλιά δεν έβγαινε από το στόμα μου. Πήρα το ποτήρι της με το νερό και το ήπια μονορούφι. Βαθειά ανάσα.<br />
- Άννα… θεέ μου έγινες ακόμα πιο όμορφη… ο χρόνος δεν σε ακούμπησε… θέλω τόσα να σου πω… συγνώμη για ότι σου έκανα… μη με μισήσεις…<br />
- Μα τι είναι αυτά που λες Δημήτρη; Γιατί να σε μισήσω; Ήσουν ένα όμορφο κομμάτι της ζωής μου που πάντα το θυμάμαι με αγάπη και νοσταλγία. Ήσουν ο πρώτος αρραβωνιαστικός μου.<br />
- Μα τι λες; Δεν καταλαβαίνω, πώς, πότε; ψιθύρισα και τα είχα χάσει τελείως. Μου χαμογέλασε και το χάσιμο μεγάλωσε.<br />
- Θυμάσαι τη μέρα που χωρίσαμε; Μεγάλη Παρασκευή ήταν.<br />
- Θυμάμαι είπα κατακόκκινος από ντροπή για τη συμπεριφορά μου.<br />
- Ε, λοιπόν εκείνη τη μέρα αγόρασα μια βέρα και σε αρραβωνιάστηκα. Μιας και δεν μου το πρότεινες ποτέ εσύ, το πρότεινα εγώ στον εαυτό μου.<br />
Γλυκά πονούσε το μαχαίρι, έσταζε μέλι η μαχαιριά. Έψαχνα αλαφιασμένος έναν τρόπο να επανορθώσω, κάτι, ο,τιδήποτε. Και τότε θυμήθηκα τον ζητιάνο και τη βέρα. Έψαξα απελπισμένα τις τσέπες μου (θεέ μου ας μην την έχασα) και κάποια στιγμή γεμάτος ανακούφιση ένοιωσα το κρύο μέταλλο στα δάχτυλά μου. Γονάτισα στα πόδια και της πρότεινα το χέρι με τη βέρα.<br />
- Άννα, θέλεις να με παντρευτείς;<br />
- Θεέ μου αυτή η βέρα! Που τη βρήκες;<br />
- Θα σου πω, είναι ολόκληρη ιστορία. Απάντησέ μου, θέλεις να με παντρευτείς;<br />
Περίμενα με αγωνία την απάντησή της. Έκλεισα τα μάτια…<br />
<br />
***<br />
...και τα άνοιξα στο παγκάκι του σταθμού στα Πευκάκια. Κοίταξα το ρολόι του σταθμού και αμέσως μετά το δικό μου για επιβεβαίωση. Πέντε παρά δέκα. Πρέπει να κοιμόμουν πάνω από μιάμιση ώρα. Η κούραση και η αϋπνία. Έκανα να σηκωθώ όταν άκουσα το βιαστικό χτύπημα του μπαστουνιού. Γύρισα και είδα ένα ζητιάνο με ακορντεόν να πλησιάζει. Πήρα από την εσωτερική τσέπη του σακακιού το διπλωμένο πεντοχίλιαρο, το ξεδίπλωσα και τον περίμενα να πλησιάσει.<br />
<br />
<br />
<br />
<a href="http://www.sync.gr/claim/ELjmpCpemK3G"></a><img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1109574022742810727-8931954828170195536?l=koukosmonos.blogspot.com' alt="-" /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Κρίση στο κρεβάτι</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2009/06/30/%ce%9a%cf%81%ce%af%cf%83%ce%b7_%cf%83%cf%84%ce%bf_%ce%ba%cf%81%ce%b5%ce%b2%ce%ac%cf%84%ce%b9</link>
		<pubDate>Tue, 30 Jun 2009 14:01:00 -0400</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2009/06/30/%ce%9a%cf%81%ce%af%cf%83%ce%b7_%cf%83%cf%84%ce%bf_%ce%ba%cf%81%ce%b5%ce%b2%ce%ac%cf%84%ce%b9</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://2.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/Sknw5kUQiAI/AAAAAAAABT0/135lshXvjs4/s1600-h/sad-bed.jpg"><img src="http://2.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/Sknw5kUQiAI/AAAAAAAABT0/135lshXvjs4/s400/sad-bed.jpg" alt="-" /></a> Ο <a href="http://koukosmonos.blogspot.com/2008/07/blog-post.html">Άρης Αποστόλου</a> τραβούσε ζόρια αυτό τον καιρό. Η οικονομική κρίση τον πέτυχε σε μια περίοδο που είχε μεγάλα ανοίγματα στη δουλειά του. Έπρεπε με κάθε τρόπο να μειώσει τις δαπάνες, να περικόψει όλα τα περιττά έξοδα και να περιορίσει πάση θυσία τον υπέρμετρο τραπεζικό δανεισμό. Για πρώτη φορά στη μακρόχρονη επιχειρηματική του δραστηριότητα αντιμετώπιζε την απειλή της πτώχευσης. Είχε πέσει με τα μούτρα σε αυτή τη προσπάθεια και δεν είχε χρόνο (όρεξη;) για άλλες δραστηριότητες.<br />
Σταδιακά είχαν ψαλιδιστεί οι έξοδοι σε σημείο μηδενισμού και ο Αποστόλου περνούσε τα απογεύματα και τα βράδια σπίτι, συντροφιά με τη γυναίκα του Μαριάνθη. Ώρες ατελείωτες βρισκόταν καθισμένος στο γραφείο παρέα με τον υπολογιστή και προσπαθούσε να συμμαζέψει τα ασυμμάζευτα. Η Μαριάνθη, πάντα διακριτικά, πάσχιζε να του συμπαρασταθεί. Του έφερνε καφέδες, φρούτα, παγωτό, τα έβαζε στο γραφείο του και αποχωρούσε βιαστικά προσπαθώντας να μην ενοχλεί. Είχε και αυτή τις έγνοιες της. Ο Ιούνης τελείωνε και μαζί του όλα τα σήριαλ της τηλεοπτικής χρονιάς. Πήγαινε στο σαλόνι και παρακολουθούσε με αμείωτο ενδιαφέρον τις εξελίξεις. Πολλές φορές σκούπιζε ένα δάκρυ που κυλούσε απαλά στο μάγουλό της. Μετά πήγαινε για ύπνο.<br />
Όσο περνούσαν οι μέρες, τόσο πλήθαιναν οι επισκέψεις της Μαριάνθης στο γραφείο και λιγόστευαν τα ρούχα που φορούσε. «Λόγω ζέστης» σκέφτηκε ο Αποστόλου και συνέχισε τη δουλειά του. Σταδιακά άρχισαν και οι επαφές. Ένα τυχαίο άγγιγμα, ένα τρίψιμο ώμου συμπαράστασης, ένα αγκάλιασμα υποστήριξης. Αργούσε και να κοιμηθεί. Ο Αποστόλου, που στην αρχή δεν είχε δώσει σημασία, μετά από τόσα μηνύματα πήρε (επιτέλους!) το μήνυμα. Έβαλε τα πράγματα κάτω (ως συνήθως) και χάραξε πορεία. «Άρη αγόρι μου, δεν μπορείς να το αποφεύγεις για καιρό. Πρέπει να βγάλεις την υποχρέωση. Πάει η εποχή που την έβγαζες αγοράζοντας καινούρια τηλεόραση. Τώρα, εκτός από το γεγονός ότι έχεις ήδη αγοράσει την πιο μεγάλη σε ίντσες και την πιο λεπτή σε πάχος, δεν είναι καιρός για τέτοια έξοδα» είπε μέσα του. «Πρέπει να το κάνεις» αποφάσισε και της τσίμπησε απαλά το κωλομέρι. Η Μαριάνθη κοκκίνισε, του είπε ναζιάρικα «μα τι κάνεις;» και τράβηξε για τη κρεβατοκάμαρα. Ο Αποστόλου έκλεισε τον υπολογιστή και έκανε ένα κρύο μπάνιο. Κοιτάχτηκε στο καθρέφτη, γέμισε αυτοπεποίθηση και πήγε με βήμα σίγουρο και αποφασιστικό για να την βρει.<br />
Μετά από πολύ προσπάθεια και όλα τα προκαταρκτικά που έχει ανακαλύψει ο ανθρώπινος νους, κατάφερε να σταθεί στο ύψος του. Την ώρα που ήταν έτοιμος για την κατάκτηση του κάστρου και ενώ σκεφτόταν τον Μέγα Αλέξανδρο και την πολιορκία της Τύρου, πέρασε μπροστά από τα μάτια του ένα μικρό χαρτί που ολοένα μεγάλωνε μέχρι που κάλυψε το οπτικό του πεδίο. Θέλοντας και μη το είδε, ήταν το χαρτί της εφορίας για την περαίωση. Είδε το ποσό που του ζητούσαν (οι αθεόφοβοι) και ο πολιορκητικός κριός έντρομος κι αυτός μαζεύτηκε και έγινε πάραυτα αρνάκι.<br />
Έπεσε στο κρεβάτι ξεφυσώντας. Η Μαριάνθη προσπάθησε να τον παρηγορήσει, συμβαίνουν αυτά σε όλους τους άνδρες και τα έκανε χειρότερα, που ξέρεις εσύ για τους άλλους άντρες, αμάν πια με αυτές τις ερωτήσεις σου η τηλεόραση τα λέει, μα να συμβεί σε μένα;<br />
<br />
Ο Αποστόλου, άνθρωπος της δράσης, σκέφτηκε για πρώτη φορά τo βιάγκρα. Είχε ακούσει και διαβάσει διάφορα, αλλά τα προσπερνούσε απαξιωτικά, αυτά είναι για τους άλλους. Θα ρωτούσε όμως το γιατρό του γιατί το συγκεκριμένο φάρμακο είχε και παρενέργειες. Ο Νίκος Αργυρίου, προσωπικός του γιατρός και φίλος, αφού τον άκουσε προσεκτικά, ήταν ανένδοτος: «Δεν χρειάζεσαι βιάγκρα, άσε που έχει επιπλοκές στη καρδιά και δεν το συνιστώ για σένα, το δικό σου πρόβλημα είναι ψυχολογικό. Την λύση δεν θα τη βρεις στη χημεία, αλλά στη θεραπεία της ψυχής. Αυτό που χρειάζεσαι είναι ένας καλός ψυχολόγος». Ο Αποστόλου τα χρειάστηκε, τι λένε τώρα στο ψυχολόγο, και άμα είναι γυναίκα; (ξευτίλα!) Είχε όμως τυφλή εμπιστοσύνη στον Αργυρίου και δεν μπορούσε να κάνει κάτι διαφορετικό. Έπρεπε να ακολουθήσει τη συμβουλή του. «Θα ψάξω τη Δευτέρα για ψυχολόγο».<br />
<br />
Την Κυριακή το βράδυ, αφού τελείωσε όλες τις δουλειές, άρχισε να διαβάζει την εφημερίδα του. Είχε περάσει η ώρα όταν πήρε στα χέρια του το ένθετο περιοδικό, το Έψιλον. Πάντα το ξεκινούσε από τη τελευταία σελίδα για να διαβάσει τον Αρκάς, αυτόν τον σπουδαίο γελοιογράφο. Κουρασμένος φυλλομετρούσε το περιοδικό όταν το μάτι του σταμάτησε στη σελίδα πενήντα δύο. Ο τίτλος του άρθρου τον τράβηξε σαν μαγνήτης: Στην εποχή της ύφεσης, η κρίση στο ντιβάνι. Έριξε μια γρήγορη ματιά στο άρθρο και διαπίστωσε ότι ήταν τοποθετήσεις διακεκριμένων Ελλήνων ψυχιάτρων και ψυχολόγων που αναφέρονταν στην οικονομική κρίση και τις επιπτώσεις της στην ψυχή (και στο κρεβάτι). Αμέσως του έφυγε η κούραση και νύστα. «Εδώ είμαστε δικέ μου» είπε και έπεσε με μούτρα στη μελέτη. Ρούφηξε κυριολεκτικά όλες τις τοποθετήσεις. Αυτό που του έκανε ιδιαίτερη εντύπωση ήταν το άρθρο του καθηγητή Κοινωνικής Ψυχιατρικής, Στέλιου Στυλιανίδη, με τίτλο:<br />
«Αντιμέτωποι με ένα σύγχρονο κοινωνικό κραχ»<br />
Μέσα από ερευνητική τεκμηρίωση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, έχει παρατηρηθεί ότι εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπων διεθνώς ήδη έχουν επηρεαστεί από ψυχολογικά προβλήματα (κατάθλιψη ή διπολικές διαταραχές) και η τρέχουσα κατάρρευση της αγοράς θα μπορούσε να εντείνει τα αισθήματα απόγνωσης όσων είναι ευάλωτοι στις ανωτέρω ασθένειες. ….<br />
….Η εργασία αποτελεί μια υψηλού επιπέδου πολιτισμική– συμβολική – φαντασιακή αξία στον δυτικό κόσμο. Η ακραία νεοφιλελεύθερη πολιτική δεν δημιούργησε συνθήκες οικονομικής κατάρρευσης, αλλά πολύ περισσότερο δημιούργησε ένα σύνθετο κοινωνικό κραχ που αποδομεί όλη την αλυσίδα αξιών γύρω από την εργασία….<br />
…. Τι μπορούμε να κάνουμε; Πέρα από τα μείζονα διακυβεύματα της οικονομικής πολιτικής και της ανασυγκρότησης του κράτους πρόνοιας, είναι σημαντικό να δοθεί έμφαση στην ανάπτυξη του κοινωνικού τομέα και του ανθρώπινου δυναμικού μέσα από μια νέα κουλτούρα σχέσεων με την εργασία, που αναδεικνύει αξίες κοινωνικής αλληλεγγύης, επένδυσης στην τράπεζα ελεύθερου χρόνου των πολιτών σε κοινωνικές δραστηριότητες με νόημα. Δημιουργία ενός ευρέος δικτύου ψυχοκοινωνικής στήριξης από ομάδες ειδικών, σε συνεργασία με την τοπική αυτοδιοίκηση.<br />
Στο επίπεδο της οικογένειας παρατηρείται η κατάρρευση του αρχετυπικού ανδρικού ρόλου (προστάτης, κουβαλητής, φορέας ασφάλειας), με αποτέλεσμα το όλο σύστημα να δυσλειτουργεί ή να καταρρέει παράγοντας - αναδεικνύοντας λανθάνοντα οικογενειακά προβλήματα, περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας, ευαλωτότητα όλων των μελών της οικογένειας. Εύστοχα καταλήγει ο Ζ. Bauman ότι «το δήθεν αυτόνομο και ανεξάρτητο υποκείμενο δεν είναι τίποτα άλλο από το άθροισμα των αγοραστικών του επιλογών». Αυτό είναι που θα πρέπει να αλλάξουμε ως κοινωνία και ως άτομα.<br />
<br />
Ο Αποστόλου διάβαζε και ξαναδιάβαζε το άρθρο του καθηγητή και κάθε φορά το εύρισκε καλύτερο. Πλήρες τεκμηριωμένο, έβαζε τα πράγματα στη σωστή κοινωνικοπολιτική και οικονομική διάσταση. Το δικό του συμπέρασμα ήταν ότι έπρεπε να παλέψει για τα κοινωνικά προβλήματα από κοινού με τους συνανθρώπους του «για να αλλάξουμε ως κοινωνία και ως άτομα». Ξαφνικά κάτι σαν αστραπή πέρασε από το μυαλό του. «Αυτό είναι! Πρέπει να (ξανα)γίνω κομμουνιστής». Θυμήθηκε τα νιάτα του, τότε που δούλευε στις οικοδομές και μετά τη δουλειά όλο το απόγευμα μέχρι το βράδυ έτρεχε για το κόμμα και τα μεσάνυχτα μετατρέπονταν σε αχαλίνωτη μηχανή του σεξ. «Μπορεί να μην ήταν μόνο η ηλικία, να είχε κάτι ο χώρος που εκτόξευε τις επιδόσεις στα ύψη. Να θυμηθώ να ρωτήσω τον <a href="http://afmarx.wordpress.com/">Γιώργη</a> που είναι ενεργός».<br />
Άφησε κατά μέρος τις σκέψεις. Είχε πράγματα να κάνει. Πήρε τη σκάλα και ανέβηκε στο πατάρι. Μετά από πολύ προσπάθεια και αφού γέμισε σκόνη βρήκε τη κούτα που ήθελε. Την κατέβασε, την καθάρισε από τις αράχνες και την άνοιξε με ευλάβια. Άρχισε να βγάζει βιβλία έξω. Πάνω πάνω ήταν τα λογοτεχνικά. Τα σταφύλια της οργής του Τζον Στάιμπεκ σε μαύρο σκληρό εξώφυλλο με χρυσά γράμματα. Ο ηλίθιος του Ντοστογιέφσκι σε κόκκινο σκληρό εξώφυλλο. Οι δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο του Τζον Ριντ σε μαλακό εξώφυλλο. Ακολούθησαν και άλλα μικρά βιβλία, όλα θαύματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Μετά βγήκαν τα πρώτα πολιτικά, όλα με σκληρά εξώφυλλα. Η ιστορία του ΚΚΣΕ, το Κεφάλαιο, η Διαλεχτική της Φύσης. Συνέχισε το ψάξιμο μέχρι που τα χέρια του έπιασαν με συγκίνηση ένα μικρό και ταπεινό βιβλίο από τις εκδόσεις Θεμέλιο: Καρλ Μαρξ - Φρίντριχ Ένγκελς. Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο. Γεμάτος έξαψη άρχισε να διαβάζει:<br />
«Ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από την Ευρώπη:» Η αναπνοή του βάρυνε, το σώμα του ηλεκτρίστηκε, η καρδιά του χοροπήδησε σαν τρελή. Ένοιωσε τη θερμοκρασία να ανεβαίνει, ένα βουβό κύμα να τον ξεσηκώνει. Συνέχισε το διάβασμα με δυσκολία. «Το φάντασμα του κομμουνισμού». Η λίμπιντο χτύπησε ταβάνι.<br />
- Μαριάνθη! φώναξε στη γυναίκα του.<br />
- Τι θέλεις νυχτιάτικα;<br />
- Ετοιμάσου μωρό μου, σου ΄ρχομαι!!<br />
<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1109574022742810727-4367117933223587718?l=koukosmonos.blogspot.com' alt="-" /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Θαλασσοδαρμένα βάθη</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2009/06/11/%ce%98%ce%b1%ce%bb%ce%b1%cf%83%cf%83%ce%bf%ce%b4%ce%b1%cf%81%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%b1_%ce%b2%ce%ac%ce%b8%ce%b7</link>
		<pubDate>Thu, 11 Jun 2009 14:32:00 -0400</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2009/06/11/%ce%98%ce%b1%ce%bb%ce%b1%cf%83%cf%83%ce%bf%ce%b4%ce%b1%cf%81%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%b1_%ce%b2%ce%ac%ce%b8%ce%b7</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://4.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SjDruApxW8I/AAAAAAAABTs/H9XxInpaMew/s1600-h/2625785470103830173S600x600Q85.jpg"><img src="http://4.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SjDruApxW8I/AAAAAAAABTs/H9XxInpaMew/s400/2625785470103830173S600x600Q85.jpg" alt="-" /></a><br />
Ήταν μια μέρα συνηθισμένη, (έλα!) από αυτές που έρχονται και παρέρχονται και χάνονται στη λήθη της περασμένης σου ζωής. Όλα μονότονα και ανιαρά σε σημείο που να βαριέσαι ακόμα και να τα περιγράψεις. Μόνο ο βοριάς είχε κέφια.<br />
Ο Πέτρος έκλεισε το παράθυρο του αυτοκινήτου για να αποφύγει τη σκόνη. Η αλήθεια είναι ότι η πραγματικότητα που ζούσε ήταν πολύ διαφορετική από αυτή που είχε φανταστεί. Γόνος μιας πλούσιας οικογένειας εισοδηματιών, βρέθηκαν τη δεκαετία του εξήντα με μια πολυκατοικία και πέντε μαγαζιά στη Νέα Ιωνία, εκεί που ο παππούς του είχε ένα τεράστιο χωράφι που το καλλιεργούσε με λαχανικά. Ο πατέρας του είχε φροντίσει για τη μόρφωσή του στα καλύτερα σχολεία. Λεόντειο λύκειο, πανεπιστήμιο Οξφόρδης, μεταπτυχιακά στο Γέιλ. «Θα σε κάνω ηγέτη» έλεγε όλο καμάρι και τώρα απολάμβανε τους καρπούς της προσπάθειάς του.<br />
Ο Πέτρος μόνο ηγέτης δεν αισθανόταν. Η δουλειά του βέβαια ήταν καλή και κυρίως καλοπληρωμένη και η θέση του στην επιχείρηση σπουδαία. Διευθυντής παραγωγής σε μια ανερχόμενη και πολλά υποσχόμενη εταιρεία στο κλάδο των τροφίμων. Ήταν όμως στη σκιά του πατέρα αφέντη, του ιδιοκτήτη της επιχείρησης. Οποιαδήποτε πρωτοβουλία του σκόνταφτε στη στενοκεφαλιά του. Κάθε φορά που άπλωνε τα φτερά του, με σχέδια καινοτόμα και πρωτοποριακά, ερχόταν ο αφέντης να τον προσγειώσει ανώμαλα, με μια κρυφή χαρά που φανέρωνε ότι το απολάμβανε. Είδε και απόειδε και συμβιβάστηκε. Όπως συμβιβάστηκε και με την Καλή, την αγαπημένη του. (Λέμε τώρα). Σε τέτοιο επίπεδο σπουδών, η μόρφωσή του ήταν πολύπλευρη. Δεν έμεινε μόνο στο αυστηρό πλαίσιο των εκάστοτε μαθημάτων. Είχε διαβάσει πολύ λογοτεχνία από όλο τον κόσμο και είχε φανταστεί (ονειρευτεί;) κάπως αλλιώς την αγάπη. Και εδώ, όπως και στη δουλειά του, διαπίστωσε με κόστος ψυχικό πως απέχει πολύ η θεωρία από την πράξη.<br />
Καθισμένος στο γραφείο του και χαμένος στα χαρτιά και τις σκέψεις του, αναπήδησε στο άκουσμα του κινητού.<br />
- Ο κύριος Δημητρίου; άκουσε την άχρωμη γυναικεία φωνή.<br />
- Ο ίδιος, απάντησε.<br />
- Σας καλούμε από το Σισμανόγλειο νοσοκομείο. Τα αποτελέσματα της βιοψίας σας είναι έτοιμα. Μπορείτε μέχρι τις δύο το μεσημέρι να τα πάρετε.<br />
- Μπορείτε να μου πείτε πως είναι; ρώτησε με φανερή την αγωνία στην φωνή του.<br />
- Δεν λέμε από το τηλέφωνο, μας το απαγορεύουν, ακούστηκε το ίδιο άχρωμα η φωνή και έκλεισε το τηλέφωνο.<br />
Παράτησε τις δουλειές του και έτρεξε στο αυτοκίνητο. Η τηλεφωνήτρια στην αίθουσα υποδοχής του χαμογέλασε, ούτε που την είδε. Στην αυλή του εργοστασίου η άνοιξη είχε ωριμάσει για τα καλά, ούτε που το πρόσεξε. Βγήκε με τις πάντες στον κεντρικό δρόμο χωρίς να κοιτάξει. Λάστιχα που στριγγλίζουν σερνόμενα στην άσφαλτο και βρισιές ακούστηκαν, σημασία δεν έδωσε.<br />
Στο δρόμο η κίνηση ήταν απελπιστική αλλά δεν το κατάλαβε. Ο επίμονος βήχας. Αυτό τον είχε ταρακουνήσει και πήγε στον πνευμονολόγο. Στην απώλεια βάρους δεν είχε δώσει σημασία, ίσα που του άρεσε. «Αφού μου είπε να μην ανησυχώ. Αυτή η γαμημένη η εξέταση, πως την είπε; Βροχοκόπωση, όχι βρογχοσκόπηση, θα ήταν τελείως τυπική και η βιοψία ρουτίνα, έτσι για να μη μείνει καμιά υποψία, γιατί πανικοβάλλομαι;» Έφτασε χωρίς να το καταλάβει στο νοσοκομείο. Εκεί, ένας ολόκληρος κόσμος που ποτέ δεν θυμόμαστε ότι υπάρχει, ζει στο δικό του ρυθμό. Νοσοκόμοι και γιατροί αδιάφοροι, προσπερνάνε δίχως να νοιάζονται για τα δράματα που συμβαίνουν εκατοστά δίπλα τους.<br />
Περιμένει στη σειρά. Μια μωρομάννα προσπαθεί να ηρεμήσει το παιδί της που κλαίει. Μια γυναίκα γύρω στα σαράντα, με φανερά τα σημάδια από τις κακουχίες, επιχειρεί στα κρυφά να σκουπίσει ένα δάκρυ. Ένας απόμαχος της ζωής γύρω στα εβδομήντα (ογδόντα;) κοιτάζει με χαμένο βλέμμα το ταβάνι. Είναι από τις σπάνιες φορές που σε μια σειρά δεν μιλάνε, δεν σχολιάζουν τα κακώς κείμενα, δεν βρίζουν. Ο Πέτρος κοιτάζει έξω από το παράθυρο. Ο ήλιος λάμπει προκλητικά και του χειροτερεύει ακόμα πιο πολύ τη διάθεση.<br />
<br />
Ο Πέτρος επιστρέφει. (Επιστρέφει;) Είναι στο αμάξι αλλά ο δρόμος που ακολουθεί είναι ο αντίθετος από αυτόν που πάει στη δουλειά του. Πάει στη θάλασσα, τη μεγάλη και διαχρονική αγάπη της ζωής του. Έχει από μικρό παιδί ανακαλύψει μια συστάδα βράχων και του αρέσει να κάθεται εκεί και να αγναντεύει. Ανοίγει το ράδιο. Το τραγούδι τελειώνει. (Τον τελειώνει;)<br />
<br />
Έχει φτάσει και ανεβαίνει στον αγαπημένο του βράχο. Το βαθύ λουλακί της θάλασσας ενώνεται με το ξεθωριασμένο γαλάζιο του ουρανού στο βάθος του ορίζοντα που είναι πράγματι στρογγυλός. (Ποιος νοιάζεται;) Ο βοριάς έχει αγριέψει την αγαπημένη του. Στέλνει ένα τεράστιο κύμα (για να τον υποδεχτεί;) που σκάει με έναν υπόκωφο κρότο την ώρα που το νερό καλύπτει τις σχισμές των βράχων. Κάτασπροι αφροί τον ραντίζουν και τον ηρεμούν. Το νερό, ψάχνει για διέξοδο, ο βράχος αντιστέκεται αιώνες τώρα, τη βρίσκει στη σπηλιά που είναι κάτω χαμηλά, στην θαλασσογραμμή. Ορμάει ακάθεκτο μέσα, με έναν αρχέγονο ήχο που θυμίζει δημιουργία, εκτονώνεται και ηρεμεί και έτσι ήσυχο επιστρέφει ξανά στην αγκαλιά της.<br />
«Ψέματα! Η απόδραση στον ήλιο και την γνώση είναι ουτοπία. Οι μεγαλεπίβολες ιδέες του Πλάτωνα, είναι αυταπάτη. (Απάτη!) Πίσω στη σπηλιά και στις σκιές. Μπορεί να μην μάθω ποτέ τον κόσμο και να ζω σαν φυλακισμένος, αλλά θα με πάρει η θάλασσα μαζί της. Και τούτο το ταξίδι αξίζει τον κόπο». (Αλήθεια!)<a href="http://www.snapdrive.net/%3Futm_source%3Dplayerlogo%26utm_medium%3Dflashplayer_rev1"></a><img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1109574022742810727-3224644041613413305?l=koukosmonos.blogspot.com' alt="-" /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Ωόν τίλλεις. Πλούταρχος. (Πάρ΄ τ΄ αυγό και κούρευ΄ το)</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2009/05/24/%ce%a9%cf%8c%ce%bd_%cf%84%ce%af%ce%bb%ce%bb%ce%b5%ce%b9%cf%82._%ce%a0%ce%bb%ce%bf%cf%8d%cf%84%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%bf%cf%82._(%ce%a0%ce%ac%cf%81%ce%84_%cf%84%ce%84_%ce%b1%cf%85%ce%b3%cf%8c_%ce%ba%ce%b1%ce%b9_%ce%ba%ce%bf%cf%8d%cf%81%ce%b5%cf%85%ce%84_%cf%84%ce%bf)</link>
		<pubDate>Sun, 24 May 2009 11:55:00 -0400</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2009/05/24/%ce%a9%cf%8c%ce%bd_%cf%84%ce%af%ce%bb%ce%bb%ce%b5%ce%b9%cf%82._%ce%a0%ce%bb%ce%bf%cf%8d%cf%84%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%bf%cf%82._(%ce%a0%ce%ac%cf%81%ce%84_%cf%84%ce%84_%ce%b1%cf%85%ce%b3%cf%8c_%ce%ba%ce%b1%ce%b9_%ce%ba%ce%bf%cf%8d%cf%81%ce%b5%cf%85%ce%84_%cf%84%ce%bf)</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://1.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/ShgngT29fbI/AAAAAAAABTk/DbB3UiGL7uA/s1600-h/piase-to-augo1.jpg"><img src="http://1.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/ShgngT29fbI/AAAAAAAABTk/DbB3UiGL7uA/s400/piase-to-augo1.jpg" alt="-" /></a><br />
Όταν ήμουν πολύ μικρός, μου έκανε εντύπωση μια ιστορία που διηγήθηκε η γιαγιά μου, ένα καλοκαιρινό βράδυ στο σοκάκι της γειτονιάς μας. Εκεί είχαν μαζευτεί οι γυναίκες από τα γύρω σπίτια, όπως κάθε βράδυ, και άκουγαν με ιδιαίτερη προσοχή. Η γιαγιά μου είχε έναν γοητευτικό τρόπο να διηγείται μια ιστορία, ένα παραμύθι, ένα κουτσομπολιό. Όταν τελείωσε οι γυναίκες ξέσπασαν σε τρανταχτά γέλια. Εγώ δεν κατάλαβα σχεδόν τίποτα. Παρ΄ όλες τις επίμονες ερωτήσεις στη μητέρα μου, απάντηση δεν πήρα. «Θα καταλάβεις άμα μεγαλώσεις» ήταν η απάντησή της. Και πράγματι μεγάλωσα και κατάλαβα. Κατάλαβα το μεγαλείο ενός λαού, που παρά τις τεράστιες δυσκολίες της ζωής όπως ήταν τότε η τουρκοκρατία και η μεγάλη φτώχεια, παρά τα εμπόδια του πουριτανισμού και της θρησκοληψίας, εύρισκε τον τρόπο να πορεύεται με χιούμορ και αυτοσαρκασμό. Πάμε λοιπόν στην ιστορία.<br />
Ο κάθε τόπος έχει τα έθιμά του, πολλά από τα οποία είναι ανεξήγητα και παράξενα και τα ίχνη τους χάνονται στα βάθη των αιώνων. Ένα τέτοιο παράξενο έθιμο στον Πολυχνίτο ήταν και τούτο. Λίγο πριν το γάμο, ο γαμπρός έπρεπε να ερωτηθεί για την προτίμησή του στο επίμαχο σημείο της γυναίκας. Αν το προτιμάει δηλαδή ξυρισμένο ή αξύριστο. Η ερώτηση βεβαίως δεν γινόταν απευθείας, είχε το τελετουργικό της. Την παραμονή του γάμου, στο τραπέζι που έκαναν στο γαμπρό, έβαζαν σε ένα πιάτο δυο αυγά βρασμένα. Το ένα ξεφλουδισμένο και το άλλο με τα τσόφλια του. Ο γαμπρός, που στο μεταξύ είχε μυηθεί στο κόλπο από τους μεγαλύτερους, διαλέγοντας αυγό, θα έδειχνε και την προτίμησή του. Με το ξεφλουδισμένο θα το προτιμούσε ξυρισμένο, με το άλλο αξύριστο.<br />
Μετά το φαγητό, γυναίκες έπαιρναν τη νύφη και πήγαιναν με πομπή στα λουτρά για να την λούσουν και να την αλείψουν με μυρουδικά, να την χτενίζουν και να την ντύσουν. Εκεί λοιπόν θα γινόταν και ή άλλη διαδικασία, αν θα γινόταν. Γιατί η αλήθεια ήταν ότι οι ντόπιοι το προτιμούσαν φυσικό.<br />
Τούτη τη φορά όμως ο γαμπρός ήταν ξένος. Ο Κωνσταντής ήταν ένα παλληκάρι δυο μέτρα. Είχε σπουδάσει γιατρός. Ο προηγούμενος γιατρός του χωριού, είχε αποσυρθεί λόγω γήρατος, και η Δημογεροντία πήγε στην Αθήνα και προσέλαβε τον Κωνσταντή. Με το που εμφανίστηκε στο χωριό, έγινε πάταγος. Ο πιο περιζήτητος γαμπρός. Τα προξενιά πήγαιναν και έρχονταν, μαζί με τα δώρα. Γαλιά, κοκόρια, κατσίκια, τυριά. Ότι φανταστεί ο νους του ανθρώπου. Ο Κωνσταντής όμως βράχος, τα απέρριπτε όλα.<br />
«Εγώ είμαι προσωρινός εδώ, σύντομα θα φύγω. Αλλά και να μείνω, τη γυναίκα που θα παντρευτώ θα τη διαλέξω μόνος μου» έλεγε στις προξενήτρες και επέστρεφε πίσω τα δώρα.<br />
Ο καιρός πέρασε και ο Κωνσταντής, σοβαρός επιστήμονας και καλός άνθρωπος, είχε γίνει πολύ αγαπητός σε όλο το χωριό. Σε μια από τις επισκέψεις του, στην απομακρυσμένη συνοικία στις παρυφές του χωριού, την είδε για πρώτη φορά. Ήταν μια ψιλόλιγνη κοπέλα με μαύρα μακριά μαλλιά, πλεγμένα πλεξούδες. Δεν πρέπει να ήταν πάνω από είκοσι χρονών. Είχε σκύψει στο πηγάδι και ανέσυρε με τον κουβά νερό. Οι κινήσεις της ήταν αέρινες και ίδια ήταν ατημέλητη και αθώα, μια πραγματική αποκάλυψη, σαν το κελάιδισμα ενός αηδονιού σε μια σύναξη κοράκων. Ο γιατρός έμεινε ώρα πολύ και παρακολουθούσε εκστασιασμένος. Μόλις είδε σε πιο σπίτι μπήκε, κίνησε για το ιατρείο του. Έστειλε και φώναξαν την προξενήτρα την Ευτυχία. Της είπε για την κοπέλα, την περιέγραψε και της είπε πιο είναι το σπίτι της.<br />
«Τ΄ Μελαχρινή του Καραγληγόρ λες!» είπε με θαυμασμό η προξενήτρα.<br />
«Αυτή θέλω για γυναίκα μου» είπε κοφτά και αποφασιστικά. Η Ευτυχία έφυγε σφαίρα για το σπίτι του Καραγρηγόρη.<br />
«Τάξει μι αφέντημ, μεγάλ τύχ σι φέρνου» είπε και περιέγραψε τα καθέκαστα.<br />
Ο Καραγρηγόρης όμως ήταν ανένδοτος. Πρώτα έπρεπε να παντρευτεί η μεγαλύτερη αδερφή της Μελαχρινής και άμα ήθελε αυτή, πολύ ευχαρίστως. Πίσω στο γιατρό η Ευτυχία. Αυτός ούτε να ακούσει κουβέντα για την αδερφή της.<br />
« Ή την Μελαχρινή, ή σταματάει εδώ η κουβέντα» είπε και το εννοούσε.<br />
Όλοι οι γνωστοί και οι συγγενείς έπεσαν πάνω στον Καραγρηγόρη, να μην αφήσει και χαθεί το τυχερό. Με τα πολλά τον έπεισαν και έδωσε την συγκατάθεσή του.<br />
Έφτασε λοιπόν η παραμονή του γάμου και έκαναν το τραπέζι στο γαμπρό. Του έβαλαν το πιάτο με τα δυο αυγά μπροστά του και περίμεναν τι θα διαλέξει. Όμως οι μεγαλύτεροι άντρες, είτε από ντροπή είτε γιατί το ξέχασαν, δεν είπαν στο γιατρό για την τελετουργία. Ο Κωνσταντής χωρίς να γνωρίζει άπλωσε το χέρι του και όπως ήταν φυσικό, πήρε το ξεφλουδισμένο αυγό και άρχισε να το τρώει. Οι γυναίκες με κρυφή χαρά αλλά και θαυμασμό παρακολουθούσαν. Η μεγαλύτερη δεν κρατήθηκε και το σχολίασε.<br />
«Εμ τι πιριμένατι, γραματζούμινους άθρουπους είνι. Όχι σαν τς δκοι μας τσ΄αρκουδιάρδις».<br />
Η πομπή με τις γυναίκες και τη νύφη ετοιμάστηκε για τα λουτρά. Είχαν αρχίσει να βγαίνουν έξω, όταν οι μεγαλύτερες που είχαν μείνει τελευταίες είδαν τη κίνηση του γιατρού και έμειναν με ανοιχτό το στόμα. Ο Κωνσταντής είχε πιάσει και το άλλο αυγό και το ξεφλούδιζε έτοιμος να το φάει. Έκαναν τον σταυρό τους.<br />
«Χριστός τσι Παναγιά! Τι είνι πάλι τούτου; Μισό μισό του θέλ;» Έκαναν νόημα στη πομπή να σταματήσει και με μισόλογα προσπαθούσαν να δώσουν στο γαμπρό να καταλάβει και να τους πει την προτίμησή του.<br />
«Σι άρισι γαμπρέ τ΄αυγό;»<br />
«Ναι ήταν όπως το προτιμώ, μελάτο»<br />
Άκρη δεν έβγαζαν μέχρι που η γηραιότερη πήρε πρωτοβουλία, έσκυψε στο αυτί του και του ψιθύρισε τη σημασία του αυγού.<br />
Ο Κωνσταντής μόλις κατάλαβε τι είχε συμβεί πετάχτηκε όρθιος και είπε τρομοκρατημένος:<br />
«Όχι όχι, το θέλω όπως είναι!»<br />
Και δεν του έφτανε αυτό. Βγήκε στο μπαλκόνι και φώναξε στη πομπή.<br />
«Μελαχρινή το θέλω όπως είναι. Ακούς; Όπως είναι. Με τη γουνέλα του!»<br />
<br />
<br />
<br />
ΥΓ. Αφιερωμένο στο φίλο τον <a href="http://islandlayer.wordpress.com/">Κωστή</a> που πρέπει να είναι υποψιασμένος σε αυτούς τους πονηρούς καιρούς. Ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις όλα τα έθιμα ενός τόπου. Πόσο δε μάλλον, όταν αυτός είναι απομονωμένος σε κακοτράχαλες και δύσβατες βουνοκορφές. <img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1109574022742810727-1066934780039519664?l=koukosmonos.blogspot.com' alt="-" /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Τι δεν μου αρέσει στη πολιτική</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2009/05/13/%ce%a4%ce%b9_%ce%b4%ce%b5%ce%bd_%ce%bc%ce%bf%cf%85_%ce%b1%cf%81%ce%ad%cf%83%ce%b5%ce%b9_%cf%83%cf%84%ce%b7_%cf%80%ce%bf%ce%bb%ce%b9%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ae</link>
		<pubDate>Wed, 13 May 2009 12:14:00 -0400</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2009/05/13/%ce%a4%ce%b9_%ce%b4%ce%b5%ce%bd_%ce%bc%ce%bf%cf%85_%ce%b1%cf%81%ce%ad%cf%83%ce%b5%ce%b9_%cf%83%cf%84%ce%b7_%cf%80%ce%bf%ce%bb%ce%b9%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ae</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://2.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SgqPzRq4FpI/AAAAAAAABTc/E_ipSSioiqQ/s1600-h/DSC00063.JPG"><img src="http://2.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SgqPzRq4FpI/AAAAAAAABTc/E_ipSSioiqQ/s400/DSC00063.JPG" alt="-" /></a><br />
Κάθε άνθρωπος, στο μέτρο του δυνατού, έχει τις μικρές του απολαύσεις. Μια από τις πιο αγαπημένες μου είναι να απολαμβάνω την άνοιξη το πρωινό της Κυριακής. Την ώρα που οι άλλοι κοιμούνται, ξεπορτίζω με τη φόρμα και τα αθλητικά παπούτσια για μια διαδρομή πέντε περίπου χιλιομέτρων. Έτσι και σήμερα, πιστός στο ραντεβού μου, ξεκινώ κατά τις εξήμισι. Οι δρόμοι είναι αδειανοί κι οι φίλοι μου ξενιτεμένοι. Πάντα αυτοί οι στίχοι μου έρχονται στο νου μόλις αντικρίζω την ερημιά. Είναι η μόνη ώρα που δεν ακούς, δεν βλέπεις και δεν μυρίζεις το φετίχ των σύγχρονων Ελλήνων, το αυτοκίνητο. Ένας σκύλος στο βάθος αλυχτάει, ίσως γιατί είναι δεμένος και μια γάτα θηλυκή περνάει από μπροστά μου με τις μπάντες. Πρέπει να είναι σε οίστρο και αναζήτηση αρσενικού. Έχει την ουρά της σηκωμένη και βγάζει έναν ήχο παρακαλετό, σαν κλάμα μωρού. Ο γάτος, αραχτός στα κεραμίδια, δεν φαίνεται να συγκινείται. Προφανώς γιατί είμαι εκεί και περιμένει να φύγω. Μου φαίνεται απίθανη η περίπτωση ν α μη γουστάρει αν και για τα οικόσιτα δεν βάζω το χέρι μου στη φωτιά.<br />
Η διαδρομή είναι υπέροχη, γεμάτη εικόνες της φύσης που ξαναγεννιέται. Τα λουλούδια μου χαρίζουν με ανιδιοτέλεια τα χρώματα και τα αρώματά τους και τα πουλιά φροντίζουν να μην ανοίξω το ακριβό μου γκατζετφλάρι. Στο τέλος της διαδρομής είναι το έπαθλό μου. Ένα μικρό καφενεδάκι με δυο τραπεζάκια δίπλα στη θάλασσα και ένας σκέτος ελληνικός καφές. Τώρα τελευταία έρχεται και ο φίλος μου ο Μιχάλης. Με το αμάξι του βεβαίως και με τα μάτια πρησμένα. Το στόμα του το ανοίγει μόνο για να χασμουρηθεί. Πρέπει να πιεί μια ρουφηξιά καφέ πρώτα για να πει καλημέρα. Και αμέσως μετά το μόνιμο παράπονο του.<br />
- Όλα καλά, αυτό τον καφέ δεν μπορούμε να τον πίνουμε στις δέκα; Έστω στις εννιά;<br />
- Αφού τα έχουμε ξαναπεί βρε Μιχάλη. Μετά τις οχτώ χάνεται η μαγεία.<br />
Ο Μιχάλης δεν έχει κουράγιο για αντιδικία. Προτιμάει τη σιωπή και τη καφεΐνη. Είμαι σίγουρος ότι προσπαθεί να μαζέψει δυνάμεις. Σε λίγο θα ξεκινήσει μια από τις περιβόητες συζητήσεις μας. Μόνο που σήμερα θα τον αιφνιδιάσω. Δεν θα τον αφήσω να επιλέξει το θέμα και το μόνο που δεν θα περιμένει θα είναι κουβέντα περί πολιτικής. Μου έχει ζητήσει η Ελένη από το μπλογκ της να τις πω εφτά πράγματα που δεν μου αρέσουν στη πολιτική. Ευκαιρία να το διαλογιστώ με τον φίλο μου. Προς το παρών απολαμβάνουμε το καφεδάκι και τον γλάρο που κάνει την πάπια. Έχει αράξει στη θάλασσα και αφήνει το κυματάκι να τον νανουρίζει. Η άνοιξη είναι για όλους. Το χτύπημα που του επιφυλάσσω είναι κάτω από τη ζώνη.<br />
-Ζούμε σε μια άθλια κοινωνία που η αλλαγή και η αντικατάστασή της είναι επιβεβλημένη. Και ο μόνος γνωστός και αποδεκτός τρόπος για να γίνει αυτό είναι η πολιτική. Σωστά; ρωτώ.<br />
Η ματιά του, εκτός από την έκπληξη και την απορία, έχει και μια δολοφονική απόχρωση.<br />
- Τι σκατά όνειρο είδες το βράδυ; Ή μήπως φταίνε οι ευρωεκλογές που πλησιάζουν; Γιατί κάθε που έχει εκλογές, σε πιάνει ένα πισωγύρισμα να το πούμε, παλιμπαιδισμό να το πούμε; Τότε θυμάσαι τη πολιτική και την ολέθρια σχέση που έχεις μαζί της. Γιατί τον υπόλοιπο καιρό κάνεις τον κουρασμένο γλάρο που κάνει την πάπια, ανταποδίδει χωρίς έλεος. «Έχει ξυπνήσει για τα καλά» σκέφτομαι.<br />
- Η αλήθεια είναι ότι πράγματι η πολιτική και ιδίως όπως την έχουμε γνωρίσει στην Ελλάδα, με έχει απογοητεύσει. Δεν αντέχω να δω πολιτικό, ανεξαρτήτως κόμματος, να μιλάει. Δεν έχω κουράγιο ούτε να τους βρίσω. Κάποτε αυτό ήταν μια εκτόνωση, τώρα είναι μόνο χάσιμο χρόνου. Παρ΄ όλα αυτά θα σε ρωτήσω κάτι εύκολο. Θέλω να μου πεις εφτά πράγματα που δεν σου αρέσουν στη πολιτική.<br />
- Και γιατί εφτά και όχι πέντε ή δέκα; ρωτάει με απορία.<br />
- Ξέρω κι εγώ; Ίσως γιατί το εφτά έχει τη δική του σημασία, βαριά σαν ιστορία. Τι να πρωτοθυμηθώ; Εφτά ήταν τα θαύματα της αρχαιότητας, επτά οι αρχαίοι σοφοί, εφτά οι μέρες της δημιουργίας, εφτά τα μυστήρια, εφτά τα χρώματα της ίριδας.<br />
- Μην ξεχνάς τους εφτά νάνους, μου λέει με ένα σπαστικό χάχανο.<br />
- Έλα, σοβαρέψου! Εσύ που είσαι ενεργός πολίτης αλλά δεν ασχολείσαι με την τρέχουσα πολιτική κατάσταση, η γνώμη σου μετράει πολύ, του είπα προσπαθώντας να τον κολακέψω. Σοβαρεύει απότομα.<br />
- Οι υποσχέσεις από τα μπαλκόνια που ποτέ δεν τηρούνται. Το εμπόριο της ψήφου των πολιτών. Η ψήφος κατά συνείδηση των πολιτικών. Η διαπλοκή με τα συμφέροντα. Ο φόβος της πολιτικής ευθύνης. Η παραγωγή πολιτικής μέσω των δημοσκοπήσεων. Το χειρότερο απ΄ όλα όμως είναι η επίφαση της δημοκρατίας που καλύπτει όλο αυτό το σκηνικό. Που ο κάθε πικραμένος πιστεύει ότι συμμετέχει, ότι είναι ο νοικοκύρης του τόπου του. Τα λέει όλα εν ριπή πυροβόλου, με μάτια που πετάνε φλόγες. Έχω καταφέρει να τον ανάψω για τα καλά.<br />
- Να γιατί δεν ασχολούμαι με την πολιτική. Καλύτερο δεν είναι το διάβασμα; Άσε που μαθαίνεις και τον κόσμο, συνέχισε με θριαμβευτικό ύφος.<br />
- Ανεξάρτητα από τις δικές μας διαθέσεις και προθέσεις, δεν παύει να υπάρχει μια αντικειμενική πραγματικότητα. Η άδικη, ταξική, απάνθρωπη κοινωνία και η αναγκαιότητα αλλαγής της. Καλό είναι το διάβασμα αλλά δεν φτάνει. Ο Μαρξ είχε πει ότι οι φιλόσοφοι μέχρι τώρα εξηγούσαν τον κόσμο. Το ζήτημα είναι να τον αλλάξουμε, του λέω και παρατηρώ ότι έχω αρχίσει να παθιάζομαι. Το χούι που βγαίνει τελευταίο.<br />
- Εδώ και διακόσια χρόνια, όλες οι προσπάθειες για να τον αλλάξουμε, απέτυχαν παταγωδώς. Σε μερικές περιπτώσεις μάλιστα, αυτή η αλλαγή έγινε ο πιο μεγάλος μας εφιάλτης.<br />
-Δεν φταίει ο Μαρξ για αυτό. Δηλαδή έπρεπε να αποδείξει ότι δεν θα γίνει ελέφαντας στο μέλλον;<br />
- Αναρωτιέμαι τελικά, αν έφταιγε και ο ίδιος ο μαρξισμός και όχι μόνο η εφαρμογή του. Δεν είναι μόνο η αποτυχία του υπαρκτού σοσιαλισμού. Και ο καπιταλισμός δεν κατέρρευσε και η εργατική τάξη μεταλλάχτηκε. Το σίγουρο είναι ότι οι αποκαλύψεις της σταλινικής περιόδου σε συνδυασμό με την ευημερία των εργατών της αναπτυγμένης Ευρώπης ήταν ένα δυνατό χτύπημα. Οι προσπάθειες του Μάο και του Κάστρο αργότερα, να διεθνοποιήσουν την επανάσταση των εργατών μεταφράζοντάς την σε απελευθέρωση του τρίτου κόσμου, κράτησαν τον μαρξισμό τυπικά ζωντανό για λίγο, αλλά ήταν ήδη κλινικά νεκρός.<br />
Έχω αναστήσει το θηρίο! Ο γλάρος έχει αλλάξει κύμα και η κουβέντα επίπεδο.<br />
- Δηλαδή τι μου λες; Επειδή κάποιοι στο όνομα του Μαρξ έφτιαξαν τα γκουλάγκ, δεν έχει λόγο ύπαρξης η θεωρία του Μαρξ;<br />
- Λέω ότι δεν είναι άμοιρη ευθυνών η ίδια η ιδεολογία. Κάπου μπάζει.<br />
- Πως μπορείς ελαφρά τη καρδία να υποστηρίζεις ότι ο μοναδικός Μαρξ, είναι ο Μαρξ του υπαρκτού σοσιαλισμού; Γιατί πρέπει να είναι αληθινός μόνον ο Μαρξ όσων μαρξιστών ήσαν στην εξουσία και όχι εκείνος των μαρξιστών οι οποίοι πάλεψαν, πολλοί πληρώνοντας με τη φυλακή ή και με τη ζωή τους, ενάντια στη δεσποτική παρέκκλιση; Κου που βάζεις όλη αυτή τη στρατιά των μαρξιστών που θυσιάστηκαν στον αγώνα για μια καλύτερη ζωή, στον αγώνα ενάντια στο φασισμό; Πόσο σίγουρος είσαι ότι ο Άρης Βελουχιώτης θα μεταβάλλονταν σε κρατικό ηγέτη τύπου Τσαουσέσκου;<br />
- Όλοι έχουμε τα δίκια μας, μου απαντάει προβληματισμένος.<br />
- Όταν ο Μαρξ μιλούσε για το ν καπιταλισμό και ανέλυε την τάση για συγκέντρωση της οικονομικής εξουσίας και τη διαπλοκή της με την πολιτική εξουσία, οι σημερινές εξελίξεις δεν τον δικαιώνουν απόλυτα;<br />
- Δεν μπορώ να φέρω αντίρρηση.<br />
- Όταν στο Μανιφέστο περιγράφει με τόση οξυδέρκεια την ακατανίκητη ώθηση του καπιταλισμού για παγκοσμιοποίηση, τόσα χρόνια πριν, πιστεύεις αλήθεια ότι ξόφλησε ο μαρξισμός;<br />
- Στις αναλύσεις του όχι. Το μεγάλο του πρόβλημα ήταν και είναι η εξουσία και η διαχείρισή της.<br />
- Εδώ θα συμφωνήσουμε, είπα σχεδόν ανακουφισμένος γιατί και η ώρα είχε περάσει. Αλλά το θέμα της εξουσίας θα το συζητήσουμε άλλη φορά.<br />
- Σηκώνει πολύ διάβασμα η όλη ιστορία, λέει σκεφτικός.<br />
- Σίγουρα, του απαντάω. Και παραφράζοντας λίγο τον Μαρξ μπορούμε να πούμε: Μέχρι τώρα οι φιλόσοφοι μας ζητούσαν να αλλάξουμε τον κόσμο. Το ζήτημα είναι να τον μάθουμε. Μήπως και καταφέρουμε να τον αλλάξουμε.<br />
Έχω πάρει τον δρόμο της επιστροφής. Σκέφτομαι ότι η κουβέντα ξέφυγε από τον αρχικό σχεδιασμό μου. Πάντα έτσι γίνεται. Και τώρα τι θα απαντήσω στην Ελένη; Δεν βαριέσαι κάτι θα σκεφτώ μέχρι να γυρίσω σπίτι. Βάζω τα ακουστικά από το γκατζετφλάρι στα αυτιά μου. Απίστευτο! Η Χαρούλα, με τον μοναδικό της τρόπο, δίνει στην Ελένη την απάντηση…<br />
<br />
Ζούμε σ' έναν κόσμο μαγικό<br />
με φόντο την Ακρόπολη, το Λυκαβηττό<br />
Γεμάτα τα μπαλκόνια, πολιτικά αηδόνια<br />
Υποσχέσεις και αγάπες και πολύχρωμα μπαλόνια<br />
για ευτυχισμένα χρόνια<br />
<br />
Κι εσύ Ελένη και κάθε Ελένη<br />
της επαρχίας, της Αθήνας κοιμωμένη<br />
Η ζωή σου, να το ξέρεις, είναι επικηρυγμένη<br />
Να πεθαίνεις για την Ελλάδα είναι άλλο<br />
κι άλλο εκείνη να σε πεθαίνει<br />
<br />
Κι εσύ Ελένη και κάθε Ελένη<br />
της επαρχίας, της Αθήνας κοιμωμένη<br />
<br />
Ζούμε σ' ένα κόσμο μαγικό<br />
Υποχθόνια δουλεύει με μοναδικό σκοπό<br />
Να σε μπάσει στο παιχνίδι, τη ζωή σου πως θα φτιάξει<br />
Να σου τάξει, να σου τάξει την ψυχή σου να ρημάξει<br />
<br />
Κι όταν φτάσει να ελέγχει της ελπίδας σου τον πόνο<br />
δεν του φτάνει ετούτο μόνο<br />
Με γλυκόλογα σε παίρνει απ' το χέρι<br />
Σε βαφτίζει της Ελλάδας νοικοκύρη<br />
<br />
Κι εκεί που λες αλλάξανε τα πράγματα και σηκώνεις το ποτήρι<br />
Αρπάζει, κλέβει τ' όνειρό σου και του κάνει χαρακίρι<br />
<br />
Στίχοι: Μπάμπης Τσικληρόπουλος - Μουσική: Θάνος ΜικρούτσικοςΤραγούδι: Χαρούλα Αλεξίου<br />
<br />
<br />
ΥΓ1. Αφιερωμένο στην <a href="http://gournelou.blogspot.com/2009/04/blog-post_28.html">Ελένη</a> που με (προ)κάλεσε να το γράψω.ΥΓ2. Η φωτογραφία είναι από κινητό και είναι η ανατολή από τα Μικροασιατικά παράλια μια Κυριακή του Μάη.<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1109574022742810727-2207812120590024112?l=koukosmonos.blogspot.com' alt="-" /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Ο ασέξουαλ και το... κορμί</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2009/05/03/%ce%9f_%ce%b1%cf%83%ce%ad%ce%be%ce%bf%cf%85%ce%b1%ce%bb_%ce%ba%ce%b1%ce%b9_%cf%84%ce%bf..._%ce%ba%ce%bf%cf%81%ce%bc%ce%af</link>
		<pubDate>Sun, 03 May 2009 12:48:00 -0400</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2009/05/03/%ce%9f_%ce%b1%cf%83%ce%ad%ce%be%ce%bf%cf%85%ce%b1%ce%bb_%ce%ba%ce%b1%ce%b9_%cf%84%ce%bf..._%ce%ba%ce%bf%cf%81%ce%bc%ce%af</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://3.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/Sf1oyNCD2DI/AAAAAAAABTU/w4aegd4hyQU/s1600-h/sexy-legs-726542.jpg"><img src="http://3.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/Sf1oyNCD2DI/AAAAAAAABTU/w4aegd4hyQU/s400/sexy-legs-726542.jpg" alt="-" /></a><br />
Ο Δημήτρης Βλαστός, μικρομεσαίος επιχειρηματίας μεγαλομέσης ηλικίας, έκλεισε με δύναμη το τηλέφωνο και σηκώθηκε από τη καρέκλα του. Φανερά εκνευρισμένος άρχισε να πηγαινοέρχεται μέσα στο γραφείο. «Τι μέρα και αυτή! Ανάσα δεν πήρα από το πρωί, δεν αντέχω άλλο, ούτε ένα καφέ δεν ευχαριστήθηκα» είπε και προσπάθησε να βάλει σε μια τάξη το μυαλό του. Ήταν ήδη δώδεκα το μεσημέρι και από τις οχτώ που έφτασε στη δουλειά μέχρι τώρα, είχε δεχτεί πέντε πωλητές και είχε πάνω από δέκα τηλεφωνικές συνομιλίες, από αυτές που διαπραγματεύεσαι, παζαρεύεις, αναλώνεσαι. Το καλοκαίρι πλησίαζε γοργά και όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς με τον τουρισμό ήταν σε εμπόλεμη κατάσταση. Δεν το σκέφτηκε άλλο. Τα παράτησε όλα και βγήκε στην αυλή. Το κτίριο της δουλειάς του ήταν έξω από την πόλη, μακριά από την αποπνιχτική ατμόσφαιρα και την φασαρία, στην εξοχή.<br />
Ήταν μια από κείνες τις μέρες του Απρίλη που ο ήλιος είναι βιαστικός, ο αέρας τεμπέλης και τα πουλιά αφηνιασμένα. Η άνοιξη είχε εισβάλει από παντού και το πράσινο ήταν ο μεγάλος νικητής στην άτυπη μάχη των χρωμάτων. Η μυρωδιά από το χιώτικο γιασεμί που δέσποζε στον χώρο, τον έκανε να σκεφτεί πως ένα τέτοιο άρωμα θα πρέπει να φορούσε η θεά Αφροδίτη. Πέρασε κάτω από την κλαίουσα και μερικά από τα φύλλα της τον χάιδεψαν στο μάγουλο. Η επαφή του έφερε ανατριχίλα. Περπάτησε για λίγο και ηρέμησε. Για την ακρίβεια όχι μόνο ηρέμησε, αλλά άρχισε να του φτιάχνει η διάθεση. Συνέλαβε τον εαυτό του να σιγοτραγουδά το σκοπό που του άρεσε πολύ τον τελευταίο καιρό:<br />
Στο σταυρόλεξο του έρωτα και φέτος/ θα χαθούμε οριζοντίως και καθέτως…<br />
Μετά από αρκετή ώρα, φανερά ικανοποιημένος επέστρεψε στη δουλειά του. Ο τύπος που τον περίμενε στο διάδρομο του έκανε εντύπωση. Γύρω στα τριάντα, με όμορφα χαρακτηριστικά και ακριβό σπορ ντύσιμο. Η χοντρή δερμάτινη τσάντα που κουβαλούσε, φανέρωνε ότι ήταν πωλητής. Ο άγνωστος του συστήθηκε με χαμόγελο και τον ρώτησε με ευγένεια αν μπορούσε να του διαθέσει λίγο από τον πολύτιμο χρόνο του. Άψογος. Ο Βλαστός που είχε κάνει και ο ίδιος πωλητής στα νιάτα του, ξεχώριζε τον επαγγελματία και τον εκτιμούσε. Τον δέχτηκε με ευχαρίστηση.<br />
Ο πωλητής αφού του συστήθηκε άνοιξε το ντοσιέ του και άρχισε την παρουσίαση. Άριστος γνώστης των προϊόντων και καλός χειριστής της γλώσσας, έκανε μια άκρως επαγγελματική και συνάμα ευχάριστη επίδειξη. Ο Βλαστός όμως, κυρίως λόγω της κρίσης, ήταν πολύ φειδωλός στις αγορές του. Παρήγγειλε ελάχιστα πράγματα. Παρατήρησε το απογοητευμένο βλέμμα του πωλητή και τον ρώτησε για τη ζωή του, περισσότερο τυπικά και για να αλλάξει κουβέντα.<br />
- Δύσκολο το επάγγελμα του πωλητή, να γυρίζεις όλη τη χώρα, τόσο καιρό μακριά από την οικογένειά σου.<br />
-Είναι πράγματι δύσκολο, γιατί το σινάφι μας μεγαλώνει όσο μεγαλώνει και η οικονομική κρίση. Ο κάθε άνεργος συμφωνεί με δυο τρεις εταιρείες και νομίζει ότι θα κυριεύσει την αγορά. Οικογένεια δεν έχω, είναι επιλογή μου. Είμαι ασέξουαλ, είπε και η λέξη έπεσε σαν βόμβα στο τραπέζι.<br />
Ο Βλαστός είχε μάθει από τη ζωή, πως το να κρίνεις τους άλλους δεν είναι παρά μια προστατευτική ασπίδα για να κρύβεις τις δικές σου ανεπάρκειες. Τον άφησε να μιλήσει και με την προσοχή που του έδειξε τον βοήθησε να βγάλει τον νταλκά του.<br />
- Και τι ακριβώς είναι ο ασέξουαλ; τον ρώτησε με ενδιαφέρον και συνέχισε. Για να σου πω την αλήθεια, δεν μοιάζεις με ομοφυλόφιλο, όχι πως θα με πείραζε αν ήσουν.<br />
Ο πωλητής γέλασε με κατανόηση.<br />
- Ο ασέξουαλ δεν είναι ομοφυλόφιλος. Πολύ απλά το σεξ δεν με ενδιαφέρει. Δεν μου προκαλεί καμιά περιέργεια, πολύ περισσότερο καμία έλξη. Είμαι εντάξει με τον εαυτό μου και είμαι καλά.<br />
Με την τελευταία ατάκα γέλασαν και οι δυο. Ο Βλαστός γεμάτος περιέργεια, αλλά και αληθινή δίψα για γνώση της άγνωστης γι αυτόν κατηγορίας, συνέχισε τις ερωτήσεις.<br />
- Καλά βρε Γιάννη, έτσι γεννήθηκες; Δεν σου έκανε ποτέ όρεξη να πας με γυναίκα; Μη μου πεις πως είσαι ακόμα παρθένος;<br />
- Όχι δεν γεννήθηκα έτσι, και με γυναίκες έχω πάει αρκετές φορές. Μέσα όμως από αυτή τη διαδικασία και με τις εμπειρίες που απόκτησα, πιστεύω ότι υπάρχουν αξίες πολύ υψηλότερες από την σεξουαλικότητα. Σε μια εποχή που οι τηλεοράσεις, οι εφημερίδες, τα περιοδικά, ο κινηματογράφος μας βομβαρδίζουν με εικόνες και συμπεριφορές που απευθύνονται στα πιο αρχέγονα ερωτικά μας ένστικτα, με σκοπό να πουλήσουν τα προϊόντα τους ή να προωθήσουν αλλότριους σκοπούς, εγώ αντιστέκομαι με τη συνειδητή απόρριψη της σαρκικής απόλαυσης.<br />
- Εντάξει να αντισταθείς, δεν λέω, αλλά δεν υπάρχει άλλος τρόπος; Χάθηκε μια διαδήλωση, μια πορεία, μια πικετοφορία τέλος πάντων; Το έρμο το σεξ τι σου φταίει; ρώτησε ο Βλαστός με καθόλου προσποιητή απορία.<br />
- Αυτό είναι το ιδεολογικό υπόβαθρο. Υπάρχει όμως και η πρακτική πλευρά. Για σκέψου όλη αυτή τη διαδικασία που προηγείται για μερικά δευτερόλεπτα αμφίβολης απόλαυσης. Με πόση αγωνία, άγχος και ανασφάλεια προσεγγίζεις μια γυναίκα. Σκέψου πόσα ψυχολογικά προβλήματα σου προσθέτει κάθε χυλόπιτα. Πόσα ποτάμια από ποτά και πόσα τσιγάρα, πόση πίκρα και στεναχώρια για την κάθε απόρριψη. Και άντε και τη κατάφερες επιτέλους και τη πας σπίτι σου. Σε τρώει το άγχος για τις επιδώσεις σου. Άραγε θα την ικανοποιήσεις; Θα έχει αληθινό οργασμό ή θα προσποιηθεί; Τρέμεις την σύγκριση με τους πρώην. Τη σύγκριση με το μέτρο. Όχι αυτό που οι αρχαίοι έλεγαν άριστον, το άλλο που βρίσκεται στο διεθνές γραφείο των Σεβρών, μαζί με τα σταθμά. Και ενώ σε τρώει η αγωνία για όλα αυτά, επηρεάζεσαι ψυχολογικά και εκσπερματώνεις πρόωρα. Υπάρχει χειρότερο πράγμα από αυτό; Όταν σου λέει με αυτό το μισοθλιμμένο ύφος “καλά είμαι” και εννοεί “χειρότερα δεν γίνεται“ δεν θέλεις να ανοίξει η γη να σε καταπιεί; Μετά από αυτό είσαι καλύτερα σε σχέση με πριν το σεξ ή χειρότερα;<br />
Ο Βλαστός, σοβαρά προβληματισμένος δεν μίλησε. Ο πωλητής συνέχισε.<br />
- Και δεν είναι μόνο αυτά. Είσαι σε ένα μπαρ, ο Θεός κοιμάται και συ ξελογιάζεις μια ομορφούλα και τη πας στο ξενοδοχείο. Πάνω στη τρελή χαρά σου ξεχνάς να πάρεις προφυλακτικά. Μόλις τη γδύσεις και το θυμηθείς, εκτός από την αμείλικτη συρρίκνωση που θα υποστείς, τι κάνεις; Σταματάς, ζητάς συγνώμη και πας στο περίπτερο; Θα έχεις προφυλακτικά για την επόμενη φορά, γιατί θα την έχει κάνει με ψιλά. Το παίζεις άνετος και υπεράνω και συνεχίζεις; Έχεις εξασφαλίσει ένα μήνα αγωνίας, με εξετάσεις αίματος, αϋπνίες και ξενύχτια για τα αποτελέσματα. Για όλους αυτούς τους λόγους και για πολλούς ακόμα, αδιαφορώ για το σεξ. Και όχι μόνο δεν ντρέπομαι πια, αλλά δεν έχω κανένα πρόβλημα να πω και να το υποστηρίξω. Παλιότερα πήγα και σε ψυχολόγο, περισσότερο με τη παρακίνηση ενός φίλου μου.<br />
- Αλήθεια τι γνώμη έχει η επιστήμη για το θέμα; ρώτησε ο Βλαστός.<br />
- Μου είπε τα γνωστά και τετριμμένα. Ότι αυτή η αντίδραση του εαυτού μου είναι μια μορφή άμυνας, που γεννιέται ως αντίδραση σε ένα βαθύτερο πρόβλημα, το οποίο δεν έχω την τόλμη να αντιμετωπίσω, μπλα… μπλα… μπλα. Αφού λέμε δεν γουστάρω, δεν επιθυμώ, δεν θέλω. Είμαι απόλυτα φυσιολογικό άτομο και δεν έχω ανάγκη καμιάς θεραπείας. Και τώρα τελευταία ανακάλυψα ότι δεν είμαι μόνος. Χιλιάδες άτομα σε όλο τον πλανήτη είναι σαν και μένα. Υπάρχει ένα φόρουμ για το τέταρτο φύλλο, τον homo asexual. Έχει το κωδικό όνομα Aven που σημαίνει Asexual Visibility end Education Network όπου συμμετέχω και εγώ. Δεν είμαστε κίνημα, δεν διεκδικούμε κάτι, είμαστε απλά ένα ρεύμα και θέλουμε να δηλώσουμε ότι υπάρχουμε, δεν ντρεπόμαστε για αυτό που είμαστε, δεν κρυβόμαστε, δεν ζητάμε συγνώμη για τις προτιμήσεις μας. Έχουμε και τον τόπο μας στο ιντερνέτ, στο  <a href="http://www.asexuality.org/">[www.asexuality.org]</a> , όπου επικοινωνούμε και ανταλλάσσουμε απόψεις. Αρκετά όμως, σε ζάλισα με τα δικά μου και έχεις και δουλειά. Αλλά είσαι καλός ακροατής και παρασύρθηκα. Χάρηκα για τη γνωριμία.<br />
Ο πωλητής σηκώθηκε από τη καρέκλα και του πρότεινε το χέρι.<br />
- Ήταν χαρά μου που σε άκουσα και έμαθα τόσα καινούρια πράγματα. Καλά να είσαι και καλή συνέχεια, απάντησε ο Βλαστός την ώρα που του έσφιγγε το χέρι.<br />
Έβαλε φρέσκο καφέ στο ποτήρι του και ξανασκέφτηκε την όλη συζήτηση. «Εγώ τι άνθρωπος είμαι;» αναρωτήθηκε, όταν χτύπησε η πόρτα. Αφηρημένος απάντησε «ναι» και κοίταξε προς την είσοδο την ώρα που επιχειρούσε να πιει λίγο καφέ. Έμεινε με το χέρι μετέωρο και το στόμα ανοιχτό. Ήταν μια από αυτές τις γυναίκες που η παρουσία τους και μόνο σου δημιουργεί άλυτα υπαρξιακά προβλήματα. Σε κάνει να αναρωτιέσαι τι στο καλό κάνεις σε αυτή τη ζωή, άμα δεν έχεις έστω και μια φορά γευτεί ένα τέτοιο κορμί. Μελαχρινή, με μαλλιά μεσαίου μήκους και ελαφρώς κατσαρωμένα, πρόσωπο με συμμετρικά χαρακτηριστικά χωρίς να λείπει ή να περισσεύει κάτι και με ένα χαμόγελο ντροπαλό, στη δόση όμως που σου επιτρέπει να ονειρεύεσαι. Φορούσε ένα σκούρο ριγέ ταγιέρ που άφηνε να φανούν κάτι πόδια που η θέα τους σου έφερνε λυγμούς, όχι από αυτούς για τη χαμένη Ατλαντίδα. Κουβαλούσε μια λεπτή δερματινη τσάντα και έναν αέρα με τόσο ηλεκτρικό φορτίο, που θα το ζήλευε ακόμα και ο Βενιαμίν Φραγκλίνος.<br />
Κάθισε στη καρέκλα και έβγαλε το ντοσιέ της. Είπε ότι είναι από μια εταιρεία που ο Βλαστός την ήξερε, αλλά δεν είχε συνεργαστεί ποτέ στο παρελθόν, γιατί είχε φήμη ακριβής και αναξιόπιστης εταιρείας. Άρχισε να παρουσιάζει τα προϊόντα, με τρόπο αδέξιο μεν, αλλά τρομερά ερεθιστικό. Η χροιά της φωνής της, το κόμπιασμα σαν αποτέλεσμα της έλλειψης πείρας, και το παρακαλετό της ύφος με έναν τρόπο που ικανοποιούσε την ματαιοδοξία κάθε βλαμμένου αρσενικού, μετέφεραν τον Βλαστό σε μια πρωτόγνωρη κατάσταση, που αργότερα όταν προσπαθούσε να την περιγράψει δεν έβρισκε τις κατάλληλες λέξεις. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι αυτή η κατάσταση του άρεσε. Η πωλήτρια μιλούσε ασταμάτητα, ο Βλαστός αγόραζε τα πάντα.<br />
- Κύριε Δημήτρη και αυτό είναι καλό, έλεγε χωρίς να το δικαιολογεί.<br />
- Βάλε και από αυτό μια δωδεκάδα, απαντούσε ο Βλαστός.<br />
Μάλιστα στεναχωρήθηκε όταν τελείωσε η παρουσίαση και την παρότρυνε να πάρει και άλλη εταιρεία. Η πωλήτρια μέσα στη καλή χαρά για τις ανέλπιστες πωλήσεις που είχε κάνει, μάζεψε τα πράγματά της, χαιρέτησε και έφυγε αφήνοντας πίσω της συντρίμμια.<br />
Ο Βλαστός μετά από πολύ ώρα κατάφερε να πιει μια γουλιά καφέ. Προσπάθησε να βάλει σε μια σειρά τις σκέψεις του. Να εξηγήσει τη συμπεριφορά του.<br />
«’Ήθελα να ήξερα τι σκατά άνθρωπος είμαι» αναρωτήθηκε μεγαλόφωνα. Του απάντησε ο εαυτός του το ίδιο δυνατά. «Homo adiorthotous».<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1109574022742810727-5933281285209224398?l=koukosmonos.blogspot.com' alt="-" /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Πάσχα, των Ελλήνων Πάσχα.</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2009/04/21/%ce%a0%ce%ac%cf%83%cf%87%ce%b1,_%cf%84%cf%89%ce%bd_%ce%95%ce%bb%ce%bb%ce%ae%ce%bd%cf%89%ce%bd_%ce%a0%ce%ac%cf%83%cf%87%ce%b1.</link>
		<pubDate>Tue, 21 Apr 2009 20:19:00 -0400</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2009/04/21/%ce%a0%ce%ac%cf%83%cf%87%ce%b1,_%cf%84%cf%89%ce%bd_%ce%95%ce%bb%ce%bb%ce%ae%ce%bd%cf%89%ce%bd_%ce%a0%ce%ac%cf%83%cf%87%ce%b1.</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	Προειδοποίηση: Το κείμενο που ακολουθεί είναι δοσμένο από την οπτική πλευρά ενός παιδιού. Από τον γράφοντα, δεν έγινε καμιά προσπάθεια να προσαρμοστεί στον πλούσιο εσωτερικό και συνάμα ευαίσθητο κόσμο των μεγάλων. Επομένως πολλές περιγραφές θα χαρακτηριστούνε και δικαίως, αηδιαστικές και εμετικές. Καλό θα είναι λοιπόν να μη το διαβάσετε, αφήστε που είναι και μεγάλο και έτσι θα γλυτώσετε πολύ από τον πολύτιμο χρόνο σας. Αν παρ΄ όλα αυτά επιμένετε να το κάνετε, στο τέλος θυμηθείτε ότι σας είχα προειδοποιήσει.<a href="http://3.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/Se4ASyILOFI/AAAAAAAABTM/SDdYHSCuSBs/s1600-h/jesus-christ.jpg"><img src="http://3.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/Se4ASyILOFI/AAAAAAAABTM/SDdYHSCuSBs/s400/jesus-christ.jpg" alt="-" /></a><br />
Το Πάσχα πέρασα πολύ όμορφα. Οι γονείς μου με έστειλαν στη θεία μου, στο χωριό. Το χωριό είναι ένα πολύ όμορφο μέρος, χτισμένο σε μια πλαγιά του βουνού και οι άνθρωποί του είναι πολύ καλοί και τηρούν τις ιερές παραδόσεις της φυλής. Την άνοιξη είναι πολύ όμορφα στο χωριό. Τα πάντα έχουν ανθίσει και η πλάση είναι έτοιμη να υποδεχτεί την Ανάσταση του Κυρίου. Το ίδιο και οι κάτοικοι του χωριού. Την Μεγάλη Πέμπτη, οι νοικοκυρές ζυμώνουν τις κουλούρες της Λαμπρής και βάφουν τα κόκκινα αυγά. Από όπου και αν περάσεις, όλες οι γειτονιές μοσχοβολούν βασιλικό, ασβέστη και τσουρέκια. Το βράδυ οι γυναίκες πηγαίνουν στην εκκλησία, παρακολουθούν τα δώδεκα ευαγγέλια, στολίζουν τον επιτάφιο και γεμάτες κατάνυξη σχολιάζουν τα κοινωνικά δρώμενα του χωριού. Οι άντρες πηγαίνουν στα καφενεία όπου συμμετέχουν στο έθιμο της χαρτοπαιξίας και του ταβλιού. Οι άντρες επίσης γεμάτοι κατάνυξη σχολιάζουν τα κοινωνικά με τη διαφορά ότι ο σχολιασμός είναι περισσότερος και ποιοτικότερος.<br />
Το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής πήγαμε στο νεκροταφείο, στο τάφο του παππού. Είναι έθιμο να καθαρίζεται ο τάφος και να ψέλνεται τρισάγιο, την ιερή αυτή μέρα, για την ανάπαυση των ψυχών των πεθαμένων. Το νεκροταφείο ήταν γεμάτο κόσμο, που είχε έρθει για αυτό το σκοπό. Η θεία άρχισε να καθαρίζει τα μάρμαρα και εγώ με τον θείο μου πήγαμε να φωνάξουμε τον παππά. Ο παππάς ήταν ένας κύριος ευτραφής, γύρω στα εκατόν είκοσι κιλά. Ρώτησα τον θείο μου πόσες μέρες είναι η νηστεία του Πάσχα και μου απάντησε πενήντα. Ο παππάς γεμάτος ιδρώτα έψελνε πολύ βιαστικά, με αποτέλεσμα να λέει τα μισά λόγια και αν. Μόλις τελείωσε όρμησαν πάνω του τρείς τέσσερις γυναίκες σε κατάσταση προχωρημένου πανικού και άρχισαν να φωνάζουν όλες μαζί. Λίγα πράγματα ξεχώρισα. Η μια φώναζε σε μένα θα έρθεις σου έδωσα είκοσι, η άλλη εγώ περιμένω μια ώρα, την άλλη δεν την κατάλαβα. Ο θείος μου πλησίασε και έβγαλε ένα πενηντάρι από το τσέπη του. Τα μάτια του παππά άστραψαν. Το άρπαξε στον αέρα και έβγαλε από την δική του τσέπη μια στρογγυλή μπάλα από πιεσμένα χαρτονομίσματα των πενήντα, των είκοσι και των δέκα ευρώ . Το έβαλε και αυτό μαζί, πίεσε δυνατά και με ευχαρίστηση, ξαναέβαλε τη μπάλα στη τσέπη του και ακολούθησε τον θείο. Οι γυναίκες συνέχιζαν να ουρλιάζουν και αυτή με το εικοσάρικο να τον τραβάει από τα ράσα. Σε λίγο κυρία μου, σε παρακαλώ, σε δέκα λεπτά θα έρθω σε σένα είπε και ύψωσε το θυμιατό μέχρι το πρόσωπό της με αποτέλεσμα να δακρύσει και να αφήσει τα ράσα. Ο θείος μου με ύφος νικητή πήγαινε μπροστά καμαρωτός και πίσω του ο παππάς κάτι ψιθύριζε μέσα από τα δόντια του, αλλά δεν άκουσα τι. Έκανα τον σταυρό μου, η στιγμή ήταν ιερή.<br />
Μετά γυρίσαμε στο σπίτι και η θεία είπε στον θείο να φέρει τον πετεινό. Ο θείος βγήκε στην αυλή και άρχισε να τον παρατηρεί. Ο πετεινός σαν κατάλαβε κάτι, άρχισε να κακαρίζει, να τρέχει γύρω γύρω και να μισοπετάει. Ο θείος με μια έξυπνη κίνηση και τα χέρια ανοιχτά τον στριμώχνει σε μια γωνιά και τον αρπάζει από το λαιμό σφιχτά. Ο πετεινός δεν μπορούσε να φωνάξει πλέον, μόνο κουνούσε τα πόδια του και χτύπαγε τα φτερά του. O θείος μου έπιασε με το ελεύθερο χέρι του το κεφάλι του πετεινού, το έστριψε και το τράβηξε με δύναμη, με αποτέλεσμα να του μείνει στο χέρι και από τη πίεση τα δυο του χέρια να ανοίξουν, λες και ευχαριστούσαν τον Θεό. Το αίμα πετάχτηκε σε χοντρές σταγόνες προς όλες τις κατευθύνσεις κάνοντας όμορφα σχέδια στον αέρα και πιτσιλίζοντας τα πάντα, ακόμα και τα ρούχα του θείου, πράγμα που δεν το περίμενε. Βλαστημώντας, τον πέταξε κάτω και κατά έναν περίεργο τρόπο ο πετεινός δεν έμεινε ακίνητος αλλά συνέχισε να περπατάει τρεκλίζοντας, ένα βήμα μπρός και δυο βήματα πίσω. Μόλις έπεσε κάτω και έμεινε ακίνητος τον έπιασε από τα πόδια και τον πήγε στη κουζίνα. Η θεία μου ευχαριστημένη άρχισε να του τραβάει με μανία τα φτερά και τα πούπουλα. Το βράδυ πήγαμε στον επιτάφιο.<br />
Το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου ξύπνησα με μεγάλη ανυπομονησία. Θα πηγαίναμε με τον θείο στο κτήμα να φέρουμε το αρνί. Έβγαλα τη πέτσα που είχε σχηματιστεί και ήπια το πρόβειο γάλα μου με μια γουλιά και με τη μύτη κλειστή με το χέρι μου γιατί με αναγούλιαζε. Ο θείος μου με μεγάλη ευλάβεια ακόνιζε κάτι μαχαίρια και η θεία μου, με κρυφό θαυμασμό, κουνούσε το χέρι της σε σχήμα σταυρού μπροστά στη μούρη του. Μήπως να μη πάρεις το παιδί μαζί τον ρώτησε με μια αμφιβολία στη φωνή της. Άστον να σκληραγωγηθεί, να μη γίνει ντιντής, είπε ο θείος αποφασιστικά και θεία συμφώνησε αμέσως, εσύ ξέρεις Μήτσο μου, ανδρικές δουλειές είναι αυτές. Εγώ δεν ήξερα τι είναι ο ντιντής, αλλά δεν ρώτησε από ντροπή για την αμάθειά μου. Μόλις φτάσαμε στο κτήμα, τρία αρνάκια, δυο μαύρα και ένα άσπρο, έπαιζαν χαρούμενα τρέχοντας στο χορτάρι. Πήγα αμέσως κοντά τους και άρχισα να παίζω και εγώ μαζί τους. Αυτά, λες και με γνώριζαν, άρχισαν να ανεβαίνουν πάνω μου, να φωνάζουν χαρούμενα και να μου γλείφουν τα χέρια. Αχ πόσο μου άρεσε! Πέρασα πολύ όμορφα. Είχα ρωτήσει τη θεία μου γιατί το Πάσχα τρώμε αρνί και μου απάντησε ότι ο Κύριος αγαπούσε πολύ τα αρνάκια, δεν πρόσεξες σε πόσες εικόνες είναι αγκαλιά με ένα αρνί, και το κάνουμε για να Τον τιμήσουμε. Πώς να μην αγαπήσει ο Κύριος τα αρνάκια, τόσο καλά και όμορφα που ήταν; Ο θείος μου, αφού στερέωσε ένα σχοινί με γάντζο στο χοντρό κλαδί του δέντρου, ήρθε κοντά μας και άρχιζε να εξετάζει τα αρνάκια. Τα γύριζε ανάποδα, άνοιγε το στόμα τους, τα σήκωνε στο ένα χέρι, ζυγιάζοντάς τα. Αυτά εξακολουθούσαν να βελάζουν χαρούμενα. Διάλεξε το άσπρο. Το έπιασε από τα πίσω πόδια και το πήγε παραπέρα. Το άσπρο αρνάκι συνέχισε να βελάζει αλλά αλλιώτικα, ακουγόταν σαν κλάμα. Τα άλλα δυο έφυγαν τρομαγμένα προς τη μάνα τους. Αυτή ανήσυχη, σηκώθηκε από το χορτάρι και προσπαθούσε να πλησιάσει αλλά ήταν δεμένη. Ο θείος γονάτισε κάτω από το δέντρο και ακούμπησε το κεφάλι του αρνιού στο γόνατό του. Με μια και μόνο κίνηση του έκοψε το λαιμό, αλλά όχι τελείως, γιατί θα το κάναμε σούβλα. Το αίμα ήταν πολύ περισσότερο από του πετεινού και πεταγόταν όχι σε σταγόνες, αλλά σαν σιντριβάνι, ψηλά και προς τα πλάγια χωρίς να λερώσει καθόλου την κάτασπρη προβιά του. Το αρνάκι έκανε δυο τρεις σπασμούς με το σώμα του και τίναξε για τελευταία φορά τα πόδια του σκαλίζοντας το χώμα και έμεινε ακίνητο. Ο θείος μου το πίεσε στο στήθος για να στραγγίξει το αίμα, που στο τέλος πια ήταν πηχτό σαν κρέμα. Από μια τρύπα στο κάτω μέρος του ποδιού άρχισε να φυσάει, μέχρι που το αρνάκι φούσκωσε και έγινε σαν μπάλα όχι στρογγυλή, αλλά του ράγκμπι. Μετά με άλλο μαχαίρι έκανε μια τρύπα στο κάτω και πίσω μέρος του ποδιού κοντά στον αστράγαλο και το κρέμασε από το γάντζο ανάποδα. Μόλις το αρνί ξεφούσκωσε άρχισε με χέρι σταθερό να το γδέρνει. Δεν έκανε ούτε μια τρύπα στη προβιά του, δεν άφησε ούτε μια τρίχα στο κρέας του. Μετά με το πρώτο μαχαίρι άνοιξε τη κοιλιά του και κρέμασαν τα έντερα και τα εντόσθια προς τα έξω. Έτρεξα στο αμάξι και έφερα μια πλαστική λεκάνη. Όσο πλησίαζα, τόσο μύριζε άσχημα αλλά δεν μίλησα. Κράταγα τη λεκάνη και ανάσαινα από το στόμα και όχι από τη μύτη. Ο θείος έριξε τα κιτρινωπά έντερα μέσα και έβγαλε το στομάχι του που είχε πρασινωπό χρώμα και το έβαλε σε μια σακούλα γιατί είπε ότι θα το κάνει μαγιά για το τυρί. Μετά έπιασε τη συκωταριά με τα πνευμόνια, τα έκοψε με το μαχαίρι και τα έβαλε και αυτά στη λεκάνη. Τη καρδιά τη ξερίζωσε με τα χέρια του και πριν τη ρίξει στη λεκάνη τη δάγκωσε και ρούφηξε λίγο αίμα για να μην αρρωσταίνει. Με την ανάστροφη τη παλάμης σκούπισε το στόμα του, αλλά το μουστάκι είχε αρχίσει να ροδίζει. Έβαλε το αρνί σε μια σακούλα και το πέταξε στη καρότσα του αγροτικού. Το βράδυ πήγαμε στην ανάσταση.<br />
Οι ετοιμασίες άρχισαν από τις εντακάμισι. Βάλαμε τα καλά μας ρούχα, τα καλύτερα δηλαδή, και ο θείος έριξε κάτι μικρά κόκκινα μασουράκια στη τσέπη. Τι να σας κάνω, δεν πρόλαβα να αγοράσω από τις μαύρες ψιθύρισε. Με τις λαμπάδες και τα φαναράκια στο χέρι ξεκινήσαμε δώδεκα παρά τέταρτο για την εκκλησία. Στο δρόμο χαιρετούσαμε τους γνωστούς και τους ευχόμαστε χρόνια πολλά και μετά η θεία σχολίαζε το ντύσιμό τους. Φτάσαμε έξω από την εκκλησία και παραμείναμε έξω. Έγινε ένα σούσουρο και κατάλαβα ότι το Άγιο Φως άρχισε να μοιράζεται στους πιστούς. Εκτός από τις σπρωξιές έπεσαν και κανά δυο κροτίδες μάλλον για προθέρμανση και φοβήθηκα γιατί δεν τις περίμενα. Είχα μαζέψει όλα τα κουράγια μου για τις δώδεκα. Η πόρτα της εκκλησίας άνοιξε και ο παππάς μαζί με τη πασχαλιά και τα παιδιά με τα εξαπτέρυγα πήγαν στη θέση τους. Στις δώδεκα ακριβώς με το Χρ.. άρχισε ο τρίτος παγκόσμιος πόλεμος. Η νύχτα έγινε μέρα, και οι κρότοι σκέπασαν τα πάντα. Κάτι περιστέρια αλαφιασμένα, πέταγαν αλλοπρόσαλλα προς όλες τις κατευθύνσεις. Ο θείος μου έβγαζε τις κροτίδες και τις πέταγε στα πόδια των πιστών και μετά κοίταζε αλλού και χαιρετούσε τον κόσμο. Δεν υπάρχει κράτος άκουγα διαμαρτυρίες και κοίταξα τον αστυνόμο. Αυτός με όλη του την οικογένεια, σοβαρός και αυστηρός, επιβλητικός με τη στολή του, πέταγε από τις μαύρες, τις επικίνδυνες και καμάρωνε. Είχα χεστεί από το φόβο μου, αλλά έκανα κουράγιο. Πρώτον γιατί σε πέντε λεπτά θα είχαμε φύγει και δεύτερον και κυριότερο, όλα αυτά τα πυρομαχικά, αυτός ο ακήρυχτος πόλεμος, τι άλλο είναι, πέρα από το να δείξουμε την αγάπη μας και τη χαρά μας στην ανάσταση του Κυρίου μας; Όπως έλεγε και ένας γείτονας, έτσι αγαπάει ο τσολιάς.<br />
Το πρωί της Λαμπρής όλα ήταν γιορτινά. Από τις οχτώ η ώρα άρχισαν οι προετοιμασίες. Ο θείος μου και άλλοι συγγενείς άρχισαν να ετοιμάζουν το αρνί. Ο ξάδερφος του θείου έφερε μια σούβλα που έμοιαζε με τη Χαλκιδική, αλλά με πολύ μακρύ το μεσαίο της πόδι. Πέρασε το μεσαίο πόδι στον πωπό του αρνιού, μετά μέσα από την ανοιχτή κοιλιά και το κλειστό στήθος , βγήκε από τον μισοκομμένο λαιμό του και σταμάτησε στο κεφάλι , ακριβώς κάτω από το σαγόνι του. Ο ξάδερφος πίεσε ενώ άλλοι δυο κρατούσαν το αρνί για αντίσταση αλλά τίποτα. Ο ξάδερφος κάτι είπε για τη μάνα του αρνιού, και πίεσε πιο δυνατά, μέχρι που ακούστηκε το κρακ από τα κόκκαλα που έσπαγαν και το μυτερό τρίτο πόδι βγήκε από το μέτωπο του αρνιού ανάμεσα στα μάτια, την ίδια στιγμή που τα δυο μικρότερα πόδια της σούβλας καρφώνονταν στα μπούτια του. Μετά πήραν σύρμα και έδεσαν τα πόδια και τα χέρια του αρνιού και έραψαν τη κοιλιά του. Το έβαλαν πάνω στη ψησταριά και ένας μηχανισμός άρχισε να το γυρίζει πάνω από τα κάρβουνα. Άναψαν τσιγάρο και τσούγκρισαν τα ποτήρια τους ευχαριστημένοι και ικανοποιημένοι για τη δουλειά που είχαν κάνει, ενώ τα ηχεία κάτι έλεγαν για τη μάνα του Κίτσου. Μετά σε μια λεπτότερη σούβλα, χωρίς πλαϊνά πόδια, άρχισαν περνούν μικρά κομμάτια από το συκώτι, τα πνευμόνια και την καρδιά του αρνιού. Μόλις τα πέρασαν όλα, πήραν τα έντερα που εν τω μεταξύ από κίτρινα είχαν γίνει ζαχαρί και άρχισαν να τυλίγουν τα εντόσθια. Μόλις τελείωσαν πέρασαν και αυτή τη σούβλα στη ψησταριά και ξαναέκαναν τσιγάρο, ξανατσούγκρισαν τα ποτήρια ενώ τώρα τα ηχεία έλεγαν για μια φασαρία στα λεμονάδικα. Κάτω. Ο θείος με έστειλε στην κουζίνα να φέρω τα αμελέτητα του μοσχαριού. Όταν τον ρώτησα τι είναι τα αμελέτητα, ξεκαρδισμένος στα γέλια, μου είπε να ρωτήσω τη θεία μου. Γέλασαν και οι άλλοι και εγώ από ντροπή δεν ρώτησα. Η θεία μου έδωσε ένα πιάτο που είχε δυο πράγματα ροζ, γυαλιστερά, σε σχήμα μικρού πεπονιού όχι από τα στρογγυλά, αλλά από τα άλλα τα χειμωνιάτικα, τα μακρουλά. Ο θείος πήρε ένα μαχαίρι και τα άνοιξε στη μέση. Μέσα ήταν κιτρινωπά. Τα έβαλε στη σχάρα και άρχισε να τα ψήνει, ενώ οι άλλοι τον πείραζαν και έλεγαν, σήμερα θα αναστήσει ο Μητσάρας.<br />
Έτσι λοιπόν, με κέφι ποτό και τραγούδι πέρασαν οι ώρες και ψήθηκε το αρνί αλλά και το κοκορέτσι. Το τραπέζι ήταν έτοιμο, γεμάτο σαλάτες, τυριά, τζατζίκια και άλλα πολλά. Πρώτα σερβιρίστηκε το κοκορέτσι που είχε μαυρίσει από το ψήσιμο, έγιναν οι προπόσεις για χρόνια πολλά, υγεία πάνω απ΄ όλα και μετά ήρθε το ταψί με το αρνί. Ο θείος σαν επικεφαλής του συμποσίου σηκώθηκε και έκοψε το κεφάλι με το χέρι του. Το έβαλε στο πιάτο του και έμπηξε ένα πιρούνι στο μάτι του, όχι στο μέσον αλλά στην άκρη και άρχισε να το γυρίζει γύρω γύρω. Οι άλλοι επιδοκίμαζαν και συνιστούσαν προσοχή στον αμφιβληστροειδή. Μετά έβαλε το κεφάλι στο στόμα του και ρούφηξε το μάτι, το οποίο καθώς έβγαινε φανέρωσε τις οπτικές ίνες που το συγκρατούσαν. Το άλλο μάτι το έδωσε στον ξάδερφό του. Μετά το έπιασε από τα σαγόνια και άρχισε να τα τραβάει , μέχρι που έσπασε σε δυο κομμάτια. Ξερίζωσε τη γλώσσα και την έδωσε στον άλλο κύριο και τα μάγουλα τα έδωσε στις γυναίκες. Στο μεγάλο κομμάτι που είχε μείνει, έβαλε το μαχαίρι στη τρύπα από τη σούβλα, ανάμεσα στα μάτια και το στριφογύρισε μέχρι που άνοιξε στα δύο. Το γύρισε ανάποδα και βούτηξε το δάχτυλό του μέσα και έβγαλε ένα παχύ άσπρο πράγμα σαν γιαούρτι, αλλά πιο σκούρο. Δώσε στο παιδί μυαλό, φώναξε η θεία μου και μου πρότεινε τα χέρι να το γλύψω. Εγώ περήφανος για την τιμή, το έφαγα αλλά δεν μου άρεσε, μου ήρθε να το φτύσω, αλλά κρατήθηκα και είπα ευχαριστώ. Ήπια δυο ποτήρια νερό για να το χωνέψω. Μετά πέσαμε όλοι μαζί πάνω στο αρνί και το κατασπαράξαμε.<br />
Όλη αυτή η εμπειρία, μου έδωσε με τον καλύτερο τρόπο να καταλάβω, γιατί το Πάσχα είναι πρώτα και κύρια η γιορτή της αγάπης.<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1109574022742810727-4759267062520860126?l=koukosmonos.blogspot.com' alt="-" /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Μια καλησπέρα</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2009/04/10/%ce%9c%ce%b9%ce%b1_%ce%ba%ce%b1%ce%bb%ce%b7%cf%83%cf%80%ce%ad%cf%81%ce%b1</link>
		<pubDate>Fri, 10 Apr 2009 13:25:00 -0400</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2009/04/10/%ce%9c%ce%b9%ce%b1_%ce%ba%ce%b1%ce%bb%ce%b7%cf%83%cf%80%ce%ad%cf%81%ce%b1</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://3.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/Sd8esAAtBuI/AAAAAAAABQ4/cZzTcr83qjU/s1600-h/full-moon-reflection-350-px.jpg"><img src="http://3.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/Sd8esAAtBuI/AAAAAAAABQ4/cZzTcr83qjU/s400/full-moon-reflection-350-px.jpg" alt="-" /></a><br />
Σου γράφω αυτό το γράμμα γιατί έχω μεγάλη ανάγκη να επικοινωνήσω μαζί σου. Εντάξει, το ξέρω ότι θα το σκίσω και δεν θα στο στείλω, όπως τόσα άλλα, αλλά το γράφω γιατί έτσι έχω τη ψευδαίσθηση πως τα λέμε.<br />
Δεν ξέρω τι με έπιασε βραδιάτικα και εκεί που ήμουν αραχτός στο καναπέ και έβλεπα τα χάλια μας στη τηλεόραση, μην αμφιβάλεις καθόλου τα δικά μας χάλια δείχνει η τηλεόραση και όχι των άλλων, αποφάσισα να βγω για λίγο έξω. Χωρίς να το καταλάβω βρέθηκα στο γνωστό σημείο που συνήθως τα λέμε το καλοκαίρι, δίπλα στη θάλασσα. Η βραδιά ήταν μαγευτική. Ωχ, πόσο κοινότυπη είναι αυτή η φράση! Έλα, μη μου μουτρώνεις, δεν έχω καμιά πρόθεση να σε φλομώσω με καλολογικά στοιχεία. Αλλά σκέψου αυτό. Είναι οκτώ το βράδυ, έχει αρχίσει να σουρουπώνει και δεν φυσάει καθόλου, η θάλασσα είναι ασάλευτη και μυρίζει ιώδιο και εγώ περπατώ ανάμεσα στα αρμυρίκια και σφυρίζω ένα σκοπό που δεν θυμάμαι τώρα από πού τον κόλλησα . Ούτε που ήξερα τι είναι σήμερα. Το γνωρίζεις πολύ καλά, το έχεις νοιώσει στο πετσί σου άλλωστε, ότι με τις ημερομηνίες των γιορτών, των επετείων και όλων των σημαντικών γεγονότων δεν τα πάω καλά. Και έτσι αμέριμνος που περπατούσα και σιγοτραγουδούσα, σκάει από τα απέναντι παράλια ένα φεγγάρι που μου κόβει τη ανάσα. Έχει πανσέληνο απόψε και είναι ωραία.<br />
Αναμνήσεις με πλημυρίζουν, με πνίγουν. Είχα την αφέλεια να πιστεύω πως η απόσταση και χρόνος θα γιατρέψουν, θα επουλώσουν, θα λυτρώσουν. Δεν το κατάφεραν και ξέρεις κάτι; Ευτυχώς! Οι πιο όμορφες στιγμές μου είναι όταν σε συναντώ εκείνα τα βράδια που δεν έχω ύπνο. Τότε μου χαμογελάς, πάντα μου χαμογελούσες ακόμα και στα πιο δύσκολα, μου απλώνεις το χέρι και οι σκοτούρες, τα προβλήματα, οι έγνοιες, ξεθωριάζουν και χάνονται στην ομίχλη. Θυμάμαι τι μου έλεγες όταν σου αράδιαζα όλες αυτές τις θεωρίες για τον κόσμο, την αδικία, τους αγώνες «Ναι, αλλά η ζωή είναι στιγμές, για αυτό φρόντισε να τις ζεις γιατί δεν θα ξανάρθουν». Έτσι και εγώ τώρα τις ζω αυτές τις στιγμές, μόνο που τις ζω στο μυαλό μου. Είδες που σου τα έλεγα! Ο Κάρολος είχε δίκιο όταν έλεγε πως η ιστορία επαναλαμβάνετε αλλά μόνο σαν φάρσα. Πάντα είχε δίκιο. Για αυτό και εσύ σταμάτα να αναπολείς τα παλιά, αυτά άστα για μένα, ζήσε τη στιγμή τώρα που οι κερασιές ανθίζουν.<br />
Εγώ απλά πέρασα να σου πω μια καλησπέρα. Και θα το κάνω κάθε φορά που το φεγγάρι, η θάλασσα, ένα τραγούδι, θα μου κόβουν την ανάσα. Έστω και νοερά.<br />
Καλησπέρα.<br />
<a href="http://koukouboi.blogspot.com/2009/04/blog-post.html">Στίχοι</a>: Άλκης Αλκαίος - Μουσική: Βασίλης ΠαπακωνσταντίνουΤραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου<br />
<br />
<a href="http://www.snapdrive.net/%3Futm_source%3Dplayerlogo%26utm_medium%3Dflashplayer_rev1"></a><br />
<br />
Αφιερωμένο σε όλους και όλες σας.Καλή Ανάσταση αδέρφια, όπως την ποθεί και την πιστεύει ο καθένας σας!<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1109574022742810727-2590199238757908171?l=koukosmonos.blogspot.com' alt="-" /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Η ανάσταση του εμποράκου</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2009/03/29/%ce%97_%ce%b1%ce%bd%ce%ac%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%83%ce%b7_%cf%84%ce%bf%cf%85_%ce%b5%ce%bc%cf%80%ce%bf%cf%81%ce%ac%ce%ba%ce%bf%cf%85</link>
		<pubDate>Sun, 29 Mar 2009 15:59:00 -0400</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2009/03/29/%ce%97_%ce%b1%ce%bd%ce%ac%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%83%ce%b7_%cf%84%ce%bf%cf%85_%ce%b5%ce%bc%cf%80%ce%bf%cf%81%ce%ac%ce%ba%ce%bf%cf%85</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://4.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/Sc9xB3zvdgI/AAAAAAAABQw/XEBa64wumcc/s1600-h/glass-of-white-wine.jpg"><img src="http://4.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/Sc9xB3zvdgI/AAAAAAAABQw/XEBa64wumcc/s400/glass-of-white-wine.jpg" alt="-" /></a>Ήταν οκτώμισι το βράδυ όταν τα μέτρησε για τρίτη φορά. Στη πραγματικότητα, ο Γιώργος Παλιός - έμπορος ανδρικών ενδυμάτων - δεν χρειαζόταν καμιά. Ήξερε πολύ πριν κλείσει το μαγαζί ότι μέσα στην ταμειακή υπήρχαν πεντακόσια τριάντα έξι, ζεστά και ολόφρεσκα ευρουλάκια, συν κάτι ψιλά. Το ήξερε και παρ΄ όλα αυτά εξακολουθούσε να τα μετράει απαλά, με μια ηδονή, σαν να χάιδευε σφιχτό κορμί γυναίκας λίγο πριν συμπληρώσει τα τριάντα. Άρχισε να κάνει τους λογαριασμούς του. Ογδόντα ευρώ στην άκρη για το ενοίκιο της μέρας, και εκατόν εβδομήντα οχτώ για τη πληρωμή του εμπορεύματος που είχε πουλήσει σήμερα. Μετά ξεκίνησε στο κομπιουτεράκι έναν πολύπλοκο υπολογισμό, με μια εξίσωση δικής του εφεύρεσης, που στο πολύ απλοποιημένο του ήταν ένα ποσό επιχειρηματικού ρίσκου, που περιλάμβανε στοιχεία ηλικίας, οικογενειακής και προσωπικής κατάστασης, οικονομικής κατάστασης στην Ελλάδα και σε παγκόσμιο επίπεδο και μερικά ακόμη που τα κρατούσε εφτασφράγιστο μυστικό. Έβγαλε στην άκρη άλλα πενήντα πέντε ευρώ σύνολο τριακόσια δεκατρία. Τα έβαλε στη μυστική του κρύπτη, έριξε μερικά τιμολόγια και λογαριασμούς στο χρηματοκιβώτιο και έβαλε τα υπόλοιπα διακόσια είκοσι στη τσέπη του. Τα τρία μεταλλικά και μερικά ακόμα ψιλά τα άφησε στη ταμειακή. «Καθόλου άσχημο μεροκάματο για ένα μικρό μαγαζί ρούχων εν μέσω του κυκλώνα της οικονομικής κρίσης» σκέφτηκε, όταν άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα ο άγνωστος.<br />
Μόλις τον αντίκρισε ένοιωσε ένα σφίξιμο στη καρδιά και τη τσέπη του. Έμοιαζε με αλλοδαπό και ήταν σε άθλια κατάσταση. Κάτι απροσδιόριστο στο παραπονεμένο βλέμμα του, τον έκανε να ηρεμήσει κάπως, σίγουρα δεν έμοιαζε με εγκληματία. Αμέσως σκέφτηκε όλες τις δικαιολογίες που είχε πρόχειρες για να αποφύγει την ελεημοσύνη και να τον διώξει. Ο άγνωστος φορούσε ένα σκούρο μπουφάν, που η λίγδα το έκανε να αντανακλά στο φως λες και ήταν λαμέ. Πλησίασε και όλα πάνω του μύριζαν εγκατάλειψη. Άρχισε να μιλάει γρήγορα, σε μια προσπάθεια να πει αυτά που έχει να πει, πριν τον διώξουν.<br />
- Σε παρακαλώ, άκουσέ με, δεν ήρθα για να ζητιανέψω. Με λένε Ντεμίρ και είμαι Κούρδος. Είμαι πάνω από έξι χρόνια στην Ελλάδα. Στην αρχή είχα δουλειά και τα έβγαζα πέρα. Εδώ και μερικούς μήνες κάνω ένα δυο μεροκάματα τη βδομάδα και αν. Τώρα τελευταία κανένα. Έχω απόλυτη ανάγκη από δουλειά. Οποιαδήποτε δουλειά. Εδώ, στο σπίτι σου, στα χωράφια σου. Δεν θέλω λεφτά. Μόνο μια μερίδα φαγητό. Για όσο καιρό θέλεις. Είμαι στα όριά μου. Κοιμάμαι σε ένα παλιό παρατημένο φορτηγό. Έχω να φάω δυο μέρες. Δεν έχω ούτε ένα ευρώ πάνω μου. Μετά από δω θα πάω να κλέψω για να με βάλουν φυλακή και έτσι να μπορέσω να σωθώ για λίγες μέρες. Σωτηρία με ημερομηνία λήξης. Γατί μετά θα με απελάσουν και η αυτοκτονία θα με περιμένει στα μπουντρούμια της πατρίδας μου.<br />
Η ωμότητα της εξομολόγησης τον συντάραξε. Είχε μπροστά του ένα παλληκάρι που ενώ μπορούσε να λυγίσει σίδερα και να στύψει πέτρες, ξεπουλούσε την εργατική του δύναμη για μια μερίδα φαγητό. «Πού έχουμε καταντήσει» είπε μέσα του και ανατρίχιασε ολόκληρος. Σοβαρά προβληματισμένος, άρχισε να εξετάζει τη κατάσταση. Δουλειά δεν είχε να του προσφέρει. Το μαγαζάκι του, που μπορεί σήμερα να έκανε την υπέρβαση όσον αφορά τις εισπράξεις, ίσα που του επέτρεπε να συντηρεί την οικογένειά του και να σπουδάζει τα δυο παιδιά του. Στο σπίτι η γυναίκα του έφτανε και περίσσευε. Ένα μικρό τριαράκι, που το αγόρασε μετά από είκοσι χρόνια γάμου και ατελείωτης δουλειάς. Χωράφια δεν είχε. Αλλά δεν μπορούσε και να τον αφήσει έτσι. Θα τον έστελνε αύριο σε ένα γνωστό του που είχε ανάγκη από έναν εργάτη. Του το είπε και αυτός γεμάτος ευγνωμοσύνη, επιχείρησε να του φιλήσει τα χέρια. Τον απέτρεψε ενοχλημένος ενώ μια προκλητική ιδέα άστραψε σαν φλας στο μυαλό του.<br />
- Και δεν μου λες Ντεμίρ, είπες ότι πεινάς;<br />
- Σαν λύκος. Χτες το βράδυ έφαγα για τελευταία φορά ένα πορτοκάλι με τα φλούδια του.<br />
- Καλά μη νομίζεις και εγώ ένα μήλο έφαγα χωρίς τα φλούδια του. Λοιπόν θα σου κάνω το τραπέζι και δεν σηκώνω κουβέντα. Υπάρχει ένα μικρό προβληματάκι με τα ρούχα σου, αλλά είμαστε στο κατάλληλο μέρος για να το λύσουμε.<br />
Του διάλεξε ένα καλό μπουφάν, ένα βαμβακερό πουκάμισο και ένα τζιν παντελόνι. Τον έβαλε να ντυθεί με το ζόρι και τον υποχρέωσε να πετάξει τα κουρέλια.<br />
«Πάνε εξήντα τέσσερα ευρώ κεφάλαιο» τον τσίγκλησε ο εμποράκος μέσα του. «Σκάσε τσιφούτη, δεν είναι τα πάντα στη ζωή λεφτά» του ανταπάντησε μια φωνή που ερχόταν από ένα πολύ μακρινό παρελθόν και που εξέπληξε και τον ίδιο μιας και ήταν απολύτως σίγουρος ότι δεν υπήρχε πια. Ο εμποράκος, ζαλισμένος και αυτός από την πρωτοφανή αναίδεια, λούφαξε χωρίς να βγάλει κιχ.<br />
Τηλεφώνησε στη γυναίκα του, της είπε ότι θα πάει για καφέ με έναν προμηθευτή και θα αργήσει. Έτσι κι αλλιώς το βράδυ έτρωγε ένα μήλο και αυτό ξινό ή κανένα γιαούρτι με μηδέν λιπαρά, έτσι για ποικιλία. Μπήκαν στο αμάξι του και πήγαν προς το κέντρο. Στο δρόμο ήταν και οι δυο σιωπηλοί, χαμένοι στις σκέψεις τους. Ο Παλιός ένοιωθε μια ανεξήγητη έξαψη και δεν μπορούσε να εξηγήσει το γιατί. Αισθανόταν έντονη την επιθυμία να ξεφύγει από όλα αυτά που τον κυνηγούσαν με μανία μια ζωή. Να κάνει κάτι το ανατρεπτικό, κάτι που του φαινόταν αδιανόητο με τα μέχρι τώρα κριτήριά του. Η δουλειά τον είχε μετατρέψει σε κάτι που η νιότη του απεχθανόταν. Το είχε όμως αποδεχτεί και είχε συμβιβαστεί με την εξέλιξη χρόνια τώρα. Πως διάολο αυτό ξαναβγήκε στην επιφάνεια; «Πόσα χρόνια σου μένουν ακόμα μαλάκα για να τα σπαταλάς σε μια τρύπα;» αναρωτήθηκε και απάντηση δεν πήρε. «Ξέχασες ότι πριν από τέσσερα χρόνια είδες το ραδίκι ανάποδα; Τώρα θα σε είχαν ξεχάσει ακόμα και οι πέτρες» συνέχισε τον εξάψαλμο. Η αλήθεια είναι ότι μετά το έμφραγμα, η ζωή του είχε αλλάξει άρδην. Έκοψε το τσιγάρο μαχαίρι, περιόρισε τα ποτά στο απολύτως ελάχιστο και άλλαξε δια παντός την διατροφή του. Αποχαιρέτησε τα τηγανητά, τα κρέατα πλην του κοτόπουλου, τα τυριά και τα αλλαντικά και γενικά ότι του άρεσε. Περιορίστηκε, θέλοντας και μη, σε νερόβραστα λαχανικά, σε όσπρια και ρύζια, σε φρούτα και σαλάτες. Βουνά από σαλάτες κάθε είδους. Και τώρα η καταθλιπτική ιστορία του Ντεμίρ έκανε το μάτι του να γυαλίζει επικίνδυνα. Σταμάτησε έξω από το Πέτρινο, το καλύτερο εστιατόριο της πόλης και έδωσε τα κλειδιά στον παρκαδόρο απορώντας και ο ίδιος με τον εαυτό του. Το συγκεκριμένο εστιατόριο είχε τη φήμη πολύ ακριβού μαγαζιού. Ο Παλιός ποτέ του δεν είχε πάει και θυμήθηκε με ένα ελαφρό μειδίαμα, ότι τη μια και μοναδική φορά που η γυναίκα του πρότεινε να πάνε εκεί, αυτός της είχε απαντήσει ότι βγήκαν για να φάνε τα ψαράκια τους και όχι να κάνουν επίδειξη. «Πάνε τα διακόσια ευρουλάκια» κλάφτηκε ο εμποράκος μέσα του. «Εσύ μούγκα» τον αποστόμωσε και διάλεξε ένα τραπέζι σε μια ήσυχη γωνιά κοντά στο τζάκι. Ο σερβιτόρος πεντακάθαρος, καλοντυμένος και με ένα ευγενικό χαμόγελο, πλησίασε με δυο καταλόγους στα χέρια.<br />
- Δεν θέλουμε καταλόγους, του είπε ο Παλιός. Φαγητό για δύο. Το αφήνω πάνω σου. Βάλε τα δυνατά σου και εντυπωσίασέ μας.<br />
- Μάλιστα κύριε. Τι προτίμηση έχετε, ψάρι ή κρέας;<br />
- Κρέας, για να μας κρατήσει λίγο.<br />
Ο εμποράκος έβαλε τα μεγάλα μέσα. Είδε και απόειδε ότι με τις παραινέσεις και τις κλάψες δεν βγαίνει τίποτα και του έδωσε ένα ντιρέκτ κάτω από τη μέση. «Φίλε καρδιακέ με μέτρο, σκέψου τη χοληστερίνη σου». «Άντε γαμήσου και συ και η χοληστερίνη. Και πάρε και την πίεση μαζί να κάνετε παρτούζα!»<br />
Με ύφος θριαμβευτικό, αλλά και έκπληκτο για αυτό που μόλις είχε ξεστομίσει μέσα του, ήπιε ένα ποτήρι μεταλλικό νερό.<br />
Το μενού περιλάμβανε για πρώτο πιάτο κρέπα Πάρμας με ζαμπόν Πάρμας, παρμεζάνα, έμμενταλ και άρωμα μοσχοκάρυδου. Συνοδευόταν από σως παρμεζάνας με πολύχρωμες πιπεριές και ένα κλωναράκι φρέσκο μαϊντανό. Ένα ξεχωριστό πιάτο με ποικιλία τυριών. Στη μέση του ένα στρογγυλό κομμάτι από γνήσιο ροκφόρ Γαλλίας και γύρω του τριγωνικά κομμάτια από γραβιέρα Νάξου, λαδοτύρι Μυτιλήνης, γαλλικό κομπτέ και ιταλικό προβολόνε. Η σαλάτα με κινέζικο μαρούλι, ρόκα, φινόκιο, καρυδόψιχα ολόκληρη, τυρί μοτσαρέλα και σως από ελαιόλαδο, μπαλσάμικο ξύδι, μέλι, μουστάρδα ντιζόν και κόκκους ροδιού.<br />
Ο σερβιτόρος άνοιξε ένα μπουκάλι λευκό κρασί από Αθήρι βουνοπλαγιάς Ρόδου και έβαλε μέσα στα κρυστάλλινα ποτήρια τους ενώ παρέμεινε όρθιος από πάνω τους με το μπουκάλι στο χέρι. Ο Παλιός του έκανε νόημα να το αφήσει και να αποχωρήσει. Έμειναν για λίγο ακίνητοι, ανήμποροι να ορθώσουν λέξη, μαγεμένοι με αυτό που έβλεπαν. Ο Παλιός με χέρια που έτρεμαν από συγκίνηση έκανε τη πρώτη κίνηση και χτύπησε μια γερή δόση κρέπας. Ακολούθησε ο Ντεμίρ που μόλις κατέβασε τη πρώτη μπουκιά άρχισε να εισπνέει μεγάλη ποσότητα αέρα με ένα παρατεταμένο ιιιι θαυμασμού που μόλις έφτανε στο λάρυγγα μάγκωνε και στριμωχνόταν αφήνοντας πίσω του ένα ήχο που θύμιζε γδαρμένο ρο. Μπουκιά και λαρυγγισμός.<br />
- Πιες λίγο κρασί να μαλακώσει ο ουρανίσκος, του είπε ο Παλιός.<br />
Τσούγκρισαν τα ποτήρια και ευχήθηκαν υγεία πάνω από όλα. Το κρασί ήταν διαυγές και είχε χρώμα κιτρινωπό που όταν το χτύπαγε το φως σε συνδυασμό με το λευκό τραπεζομάντηλο φλέρταρε με το πράσινο. Στο στόμα άφηνε ένα διακριτικό άρωμα εσπεριδοειδών και λευκόσαρκων φρούτων μετατρέποντας την όλη διαδικασία σε μια αξέχαστη εμπειρία χαράς και φρουτώδους ευεξίας.<br />
Ακολούθησε το κυρίως πιάτο. Μενταγιόν από χοιρινό φιλέτο σχάρας με σως τριών πιπεριών, συνοδευόμενο από τρίχρωμο πουρέ λαχανικών με πατάτα, καρότο και σπανάκι. Το κρασί αυτή τη φορά ήταν Vinsanto από το κτήμα Αργυρού με είκοσι χρόνια παλαίωση.<br />
Ο Παλιός ένοιωσε εκείνη τη ταραχή που τον περιτύλιγε πιτσιρικά, κάθε φορά που αντίκριζε την γειτόνισσα από το διπλανό μπαλκόνι που μόλις είχε ξυπνήσει και τέντωνε τα χέρια της ενώ τα βυζιά της πήγαιναν πέρα δώθε λες και τον χαιρετούσαν. Μόνο που αυτή τη φορά, για πρώτη φορά, την είχε εδώ μπροστά του, ξαπλωμένη στο τραπέζι, αφράτη, λαχταριστή και μοσχοβολούσα. Δοκίμασε και έκλεισε τα μάτια. Η μπουκιά, αφού παρέλυσε τη γλώσσα, άρχισε να κατεβαίνει σκορπίζοντας στο διάβα της ρίγη συγκίνησης και ανατριχίλας και αφού στρογγυλοκάθισε στο πάτο του στερημένου στομαχιού, περίμενε με ανυπομονησία τη γουλιά του κρασιού. Αυτό, πορτοκαλοκίτρινο με χρυσές ανταύγειες, και προκλητικά αρωματικό, υπεροπτικό, με τον αέρα των είκοσι χρόνων της παλαίωσής του, άρχισε να κυλάει αβίαστα και μελωδικά προς τα κάτω. Συνάντησε τη μπουκιά και χωρίς συστάσεις δημιούργησε μια χημική ένωση που απελευθέρωσε έναν αρχέγονο λυγμό που έψαχνε μανιωδώς τον τρόπο να απελευθερωθεί μέσα από το μόνο δρόμο που γνώριζε και μπορούσε, τα μάτια.<br />
Έντρομος, προσπάθησε να συγκρατηθεί και κοίταξε τον Ντεμίρ. Αυτός έτρωγε και έκλαιγε χωρίς ντροπή, χωρίς καμιά προσπάθεια να κρυφτεί, αμίλητος, ήρεμος, ευτυχισμένος.<br />
Ολοκλήρωσαν μέσα σε ένα κρεσέντο απόλαυσης και θαυμασμού. Κάπου όμως στο πολύ βάθος, σε ένα μικρό και ανεξερεύνητο κοίλωμα του στομαχιού υπήρχε ένα κενό. Ο Παλιός φώναξε το σερβιτόρο.<br />
- Μήπως είναι εύκολο στο σεφ να μας φτιάξει μια ομελετίτσα;<br />
- Είσαστε στο κατάλληλο μέρος.<br />
- Όμορφα! Πες του να χτυπήσει καμιά δεκαριά αυγά και να βάλει μέσα διάφορα, ότι νομίζει αυτός.<br />
Η ομελέτα έφτασε μετά από λίγο, κατακίτρινη, φουσκωτή και περήφανη, γεμάτη τυριά και αλλαντικά, κάνοντας οποιαδήποτε πίτσα την αντίκριζε να μαραζώσει από ντροπή.<br />
Έχοντας μια πληρότητα άκρως ικανοποιητική, απέρριψαν τα φρούτα και περιορίστηκαν στην αμυγδαλόπιττα με αληθινή σοκολάτα πάνω της και βανίλια παγωτό.<br />
Το δείπνο είχε ολοκληρωθεί. Ο Παλιός παράγγειλε από ένα δωδεκάρι Glenfiddich για να καθαρίσουν οι πτυχές της γλώσσας και να ξελαμπικάρει το μυαλό.<br />
Πλήρωσε τα εκατόν ενενήντα ευρώ και έδωσε τα τελευταία τριάντα στον Ντεμίρ. Αυτός σε πλήρη ευθυμία τραγουδούσε ένα σκοπό της πατρίδας του. Τον ρώτησε τι λέει το τραγούδι. Του απάντησε ότι ήταν ένα αντάρτικο, πασίγνωστο στο κουρδικό λαό και ήταν αφιερωμένο στον Οτσαλάν. Οι στίχοι υπόσχεση:<br />
“Θα πάμε μαζί σου πάντα μπροστά<br />
το Κουρδιστάν θα γίνει και πάλι δικό μας<br />
ανεξάρτητο.”<br />
Χωρίστηκαν με χειραψία και υπόσχεση να ξαναβρεθούνε. Ο Παλιός μπήκε στο αμάξι του και έβαλε μπροστά. Οι δώδεκα χτύποι που ακούστηκαν από το ρολόι της εκκλησίας σήμαιναν το οριστικό τέλος μιας μέρας που καθώς έκανε τον απολογισμό της διαπίστωνε ότι το αρνητικό πρόσημο που είχε στα οικονομικά του με τίποτα δεν μπορούσε να υποσκελίσει το θετικότατο πρόσημο που είχε στη διάθεσή του. Ανοίγει το ραδιόφωνο. Ο Μπάμπης Στόκας τραγουδά:<br />
“Μη με φοβάσαι δώσε μου το χέρι<br />
μαζί να ζήσουμε η νύχτα όσα φέρει”.<br />
O Παλιός σιγοτραγουδά μαζί του:<br />
“Πάψε να ψάχνεις λόγο και σκοπό<br />
σε ότι κάνω και ότι πω”.<br />
Έχει πάρει τη μεγάλη απόφαση. Σήμερα η μέρα θα ολοκληρωθεί με κραιπάλη, θα κάνει έρωτα με τη γυναίκα του. Όσο το σκέφτεται, τόσο του αρέσει η ιδέα πως θα ξεχρεώσει τόσο νωρίς την άνοιξη. Προσπαθεί να θυμηθεί πότε το έκαναν για τελευταία φορά. Μετράει τους μήνες: Ένας … δυο … τρεις … τέσσερις …<br />
«Φτου! Χρωστάω ακόμα το χειμώνα» διαπιστώνει έκπληκτος.<br />
Τίποτα όμως δεν μπορεί να του χαλάσει το κέφι.<br />
«Γουστάρω δικέ μου. Και η άνοιξη καβάντζα!»<br />
<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1109574022742810727-3085717036007523887?l=koukosmonos.blogspot.com' alt="-" /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Είδα την Άννα κάποτε</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2009/03/16/%ce%95%ce%af%ce%b4%ce%b1_%cf%84%ce%b7%ce%bd_%ce%86%ce%bd%ce%bd%ce%b1_%ce%ba%ce%ac%cf%80%ce%bf%cf%84%ce%b5</link>
		<pubDate>Mon, 16 Mar 2009 11:20:00 -0400</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2009/03/16/%ce%95%ce%af%ce%b4%ce%b1_%cf%84%ce%b7%ce%bd_%ce%86%ce%bd%ce%bd%ce%b1_%ce%ba%ce%ac%cf%80%ce%bf%cf%84%ce%b5</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://2.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/Sb4NXJMJVfI/AAAAAAAABQo/X3HqTZyKp0U/s1600-h/DSC00405b.JPG"><img src="http://2.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/Sb4NXJMJVfI/AAAAAAAABQo/X3HqTZyKp0U/s400/DSC00405b.JPG" alt="-" /></a>Ομολογώ ότι η σκέψη με προβλημάτισε. Από τη μια ήθελα να αποφύγω το ταξίδι και το ανακάτεμα των αναμνήσεων. Από την άλλη, η ανάγκη για την υπογραφή όλων αυτών των χαρτιών, έκανε υποχρεωτική τη παρουσία μου. Μέχρι τώρα πίστευα ότι είχα ξεμπλέξει οριστικά από το παρελθόν μου. Το γεγονός ότι είχα είκοσι πέντε ολόκληρα χρόνια να πατήσω το πόδι μου στο νησί, μαρτυρούσε το οριστικό και αμετάκλητο κλείσιμο του βιβλίου των παιδικών μου χρόνων. Σίγουρα μου πήρε καιρό για να το καταφέρω, υπέφερα και μαρτύρησα, αλλά διάολε, είχα ξεμπερδέψει με αυτή την ιστορία. Τότε γιατί όλη αυτή η φασαρία; Ένας φυσιολογικός άνθρωπος δεν θα έπρεπε να αντιμετωπίζει ένα τέτοιο ταξίδι τουλάχιστον με νοσταλγία; Εντάξει δεν είμαι και ο πιο νορμάλ, τι να λέμε τώρα. Μύλος! Μπερδεύτηκες; Εγώ να δεις…<br />
Ας προσπαθήσω να τα βάλω σε μια σειρά. Πάνε δυο χρόνια από τότε που μας άφησε η μάνα μου, πως περνάει όμως ο γαμοκαιρός. Έφυγε με το μαράζι της επιστροφής στα πάτρια εδάφη. «Δεν θέλω τίποτα άλλο στο κόσμο, μόνο να με θάψεις στο χωριό». Ότι πεις μάνα, της υποσχέθηκα και η υπόσχεσή μου είχε την τύχη της άλλης, της πιο σοβαρής, που της έδωσα στο κρεβάτι του πόνου. «Ευχή και κατάρα σου αφήνω, να κρατήσεις το σπίτι στο χωριό και να μην το πουλήσεις». Μείνε ήσυχη μάνα, λες και δεν με ξέρεις. Η αλήθεια είναι ότι το πάλεψα, αλλά η πραγματική αλήθεια είναι ότι ο αγώνας ήταν σικέ. Από πριν γνώριζα το αποτέλεσμα. Και μεταξύ μας, δεν χρειάστηκε και πολύ για να με πείσω, τι θέλω εγώ με τους παραιτημένους; Άσε που όπως μου είπε ο ξάδερφος, η ευκαιρία ήταν μεγάλη. Οι Γερμανοί πληρώνουν αδρά και κυρίως μετρητά. Έλα όμως που είναι και επίμονοι. Σπίτι θέλουν, τώρα το θέλουν. Χειμωνιάτικα. Άτιμη ράτσα. Και πως ταξιδεύουν με πλοίο τέτοια εποχή; Με αεροπλάνο; Καλά δεν το συζητώ, κομμένο δια παντός. Εξυπηρετικό, δεν λέω, αλλά κρύο αδερφέ μου. Τι κρύο, παγόβουνο! Ξόδεψα δυο τρεις μέρες να ψάχνω τον καιρό στη τηλεόραση, το ραδιόφωνο, το ιντερνέτ. Επιμονή όμως οι βοριάδες, σαν τους Γερμανούς. Είδα και απόειδα και αποφάσισα να ταξιδέψω με εξαράκι, που το βράδυ έγινε εφταράκι, με τη κρυφή και ανομολόγητη υποψία ότι ήταν οχταράκι αλλά μας το έκρυβαν και έτσι τη πλύση στομάχου δεν την απέφυγα τελικά.<br />
Είχε πια ξημερώσει. Το πλοίο έστριψε για τελευταία φορά και στο βάθος του ορίζοντα ξεχώρισε ο καπνός από τις καμινάδες της ΔΕΗ. Κάτι απροσδιόριστο πετάρισε στη καρδιά μου, υπενθυμίζοντάς μου με τον πιο οδυνηρό τρόπο ότι καλά έκανα και ανησυχούσα με τούτη την επιστροφή. Εγώ ο αφελής πίστευα ότι είχα κλείσει το βιβλίο των παιδικών μου χρόνων και το είχα πετάξει στο σεντούκι της λήθης. Χρειάστηκε ένα βλέμμα για να ανοίξει το σεντούκι, το φύσημα του αγέρα και η μυρωδιά της αλμύρας να το βγάλει έξω και το πέταγμα των γλάρων να το κάνει φύλλο και φτερό.<br />
Η πόλη μεγάλωσε και κακογέρασε. Πάσχιζε απεγνωσμένα να μοιάσει την Αθήνα αντιγράφοντας όλα τα στραβά της. Κίνηση, φασαρία, εκνευρισμός. Μέχρι και φανάρια στολίστηκε πιστεύοντας ότι εκσυγχρονίζεται, αλλά το μόνο που κατάφερνε τελικά ήταν να πασπαλίζεται με μια φτηνή πούδρα που αδυνατούσε να κρύψει οτιδήποτε. Ευτυχώς, το χωριό αντιστεκόταν στις προκλήσεις. Για πόσο ακόμα; Τα στενά σοκάκια και τα πλακόστρωτα καλντερίμια μοσχοβολούσαν από τα λουλούδια που στόλιζαν τις αυλές και τους τοίχους των σπιτιών. Οι θύμισες με πλημμυρίζουν και με κόπο καταφέρνω να κρύψω τη συγκίνησή μου. Το μπακάλικο του κυρ Κώστα κλειστό και ερειπωμένο. Μια παλιά διαφημιστική αφίσα της <a href="http://koukouboi.blogspot.com/2009/03/blog-post.html">ΙΟΝ</a> από σκληρό χαρτόνι στη θέση του σπασμένου τζαμιού. “Αναμφιβόλως θρεπτικώτατο! ... αλλά και με ωραίο άρωμα! Είναι κακάο ΙΟΝ τύπου Ολλανδίας. Αυτή είναι και η διαφορά του” Αναμφιβόλως. Αυτό που με ξετρέλαινε στο μπακάλικο ήταν η μυρωδιά από τα χύμα μπισκότα στα μεγάλα τετράγωνα μεταλλικά κουτιά. Η ευοσμία τους είχε διαποτίσει το χώρο. Παίζαμε κυνηγητό, έτρεχα σαν το ζαρκάδι, αλλά στο μπακάλικο πάντα σταματούσα, μύριζα ρουθουνίζοντας σαν λαγός, έπαιρνα τη δόση μου και συνέχιζα το παιχνίδι. Άραγε να υπάρχουν σήμερα πουθενά αυτά τα κουτιά με τα μπισκότα; Πλησίασα προς τη πόρτα και το άνοιγμα που έχασκε με μια κρυφή ελπίδα. Η μπόχα της εγκατάλειψης μου θύμισε τι σημαίνει χρόνος.<br />
Το σπίτι ήταν σε καλή κατάσταση. Φρόντιζε γι αυτό η γυναίκα του ξάδερφου. Μπήκα μέσα με ένα κόμπο στο λαιμό. Άνοιξα τα παράθυρα και έτρεξα προς την πίσω πλευρά που έβλεπε στην αυλή. Τα αγριόχορτα είχαν πνίξει τα λουλούδια και απολάμβαναν προκλητικά το θρίαμβό τους. Έψαξα για το πουλί. Ένα μαύρο κοτσύφι με κίτρινο ράμφος που ερχόταν κάθε μέρα, έκανε τους γύρους του και περπατούσε καμαρωτό, τινάζοντας προς τα πάνω την ουρά του, την ώρα που τσιμπούσε τα ψίχουλα στο χώμα που είχα αφήσει από το βράδυ και περίμενε να ανοίξω το παράθυρο. Μόλις το έκανα, με κοιτούσε για μερικά δευτερόλεπτα στα μάτια λες και με ευχαριστούσε και ξαφνικά πετούσε αφήνοντας πίσω του ένα μακρόσυρτο κοροϊδευτικό κελάρυσμα. Τώρα το μόνο που πέταξε ήταν ένας κόρακας από τη στέγη του διπλανού σπιτιού. Μα τι περίμενα μετά από τόσα χρόνια; Ώρες ώρες απορώ με τον εαυτό μου. Κάθισα για λίγο στο παλιό καναπέ που τόσο στωικά υπέμενε όλα μας τα βασανιστήρια. Για πρώτη φορά διαμαρτυρήθηκε τρίζοντας αγριεμένος. Θες η κούραση, θες το άγχος και η συγκίνηση, βυθίστηκα σταδιακά σε μια κατάσταση αποχαύνωσης και πλήρους αδράνειας. Κοιμήθηκα, ήμουν ξύπνιος; Θα σε γελάσω. Πραγματικότητα και όνειρο, δράσεις και αναμνήσεις, μπερδεύτηκαν όλα μαζί ένα κουβάρι. Μα ποιο είναι τούτο το αγόρι; Κάτι μου θυμίζει το ντύσιμο του. Ένα μακό μπλουζάκι, ένα κοντό παντελόνι και τα πλαστικά σανδάλια. Τα πόδια του γεμάτα από σημάδια πολέμου. Κάτι σ΄ αυτό το πρόσωπο με το πονηρό χαμόγελο με αναστατώνει. Τα μαλλιά του κουρεμένα γουλί, τα μάγουλα κατακόκκινα και τα μάτια του να ψάχνουν και να ερευνούν τα πάντα, χωρίς τη πρέπουσα σοβαρότητα, μόνο με απορία ανακατεμένη με έκπληξη για κάθε τι καινούριο. Ξαφνικά συνειδητοποιώ ότι το αγαπάω πολύ, θέλω να ο σφίξω στην αγκαλιά μου, να κλάψω πάνω στο ώμο του και να του ζητήσω συγνώμη. Για τα όνειρα που του χάλασα, τις προσδοκίες που μίκρυνα, τις ελπίδες που γκρέμισα. Απλώνω τα χέρια μου, σιγά κύριος τι θέλεις; Επιμένω και κάτι συμβαίνει, το αγόρι μεγαλώνει, εγώ μικραίνω , με απορροφάει, το αφομοιώνω και ξαφνικά γινόμαστε ένα.<br />
Μα πόσο μου πάνε τα δεκατρία χρόνια! Και το μακρύ παντελόνι, επιτέλους. Όχι όχι, η χωρίστρα στο πλάι με χαλάει, καλύτερα στη μέση. Πότε αυτό το χνούδι θα γίνει γένι; Λες να είμαι σπανός; Δεν μπορεί. Έχω βγάλει τρίχες στα πόδια στις μασχάλες, εδώ! Κατεβάζω το παντελόνι και καμαρώνω στο καθρέφτη. «Δεν θα ξεκουμπιστείς επιτέλους;» ακούγεται αγριεμένη η φωνή της μάνας μου. Εξαφανίζομαι στο λεπτό. Είναι ένα από τα συνηθισμένα απογεύματα στη καρδιά του καλοκαιριού. Βόλτα στη παραλία με τους φίλους, ένα ατελείωτο πέρα δώθε με τα μάτια μόνιμα καρφωμένα στα κορίτσια που επίσης βολτάρουν. Και τότε τη βλέπω για πρώτη φορά. Ξεχώριζε, είχε άλλον αέρα. Το ντύσιμο, το χτένισμά της, ακόμα και το περπάτημα διαφορετικά, ρε σεις ποια είναι τούτη; Όλα τελευταίος τα μαθαίνω. Είναι πρωτευουσιάνα, ξαδέρφη της Μαριώς, ήρθε για διακοπές, Άννα το όνομά της το μικρό. Ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω τι ήταν αυτό πάνω της που με τράβηξε σαν μαγνήτης. Να ήταν το άγνωστο, ο αέρας της πρωτεύουσας, το σνομπ ύφος της, το δέος των φίλων μου, σιγά μη τα φτιάξεις με τέτοια γκόμενα. Δεν κοιμήθηκα όλο το βράδυ. Το πρωί από τις εννιά στη πλαζ για μπάνιο. Δεν υπήρχε ψυχή ακόμα, καλύτερα. Καταστρώνω τα σχέδια μου, πως θα την εντυπωσιάσω, τι θα της πω. Στη πρόβα κοκκινίζω, τα χάνω, Άννα σε λένε; Τι μαλακίες λέω, βουτάω στη θάλασσα, το παγωμένο νερό με επαναφέρει. Θα κάνω βουτιά από το βράχο, θα το χαζέψω το ξιπασμένο. Σκαρφαλώνω πάνω και στέκομαι στη κορυφή του αγέρωχος. Η ματιά μου πλανιέται στον ορίζοντα, μικρός που είναι ο κόσμος, θα τον κατακτήσω.<br />
Η βουτιά που ακολούθησε δυο ώρες αργότερα ήταν αξιοθρήνητη. Έσκασα με τη κοιλιά, αλλού χέρια αλλού πόδια. Πως βγαίνουν έξω μαλάκα, έτσι που τα κατάφερες. Πονάω ολόκληρος, μαζεύω όλα τα κουράγια μου και βγαίνω αδιάφορος κοιτώντας πέρα στο δρόμο σαν κάτι να ψάχνω. Το κοροϊδευτικό γελάκι της χειρότερο και από μαχαιριά. Τελικά δεν είναι ξιπασμένη, καλή και καταδεχτική μου συστήνεται και μου ζητάει να καθίσω δίπλα της. Ανατρίχιασα ολόκληρος και σχεδόν άρχισα να τρέμω, δεν είναι τίποτα, κρύο κάνει σήμερα θα μου περάσει. Έχει φέρει μαζί της ένα λεύκωμα, μου ζητάει να γράψω και εγώ, αλήθεια τι είναι έρως; Γίναμε κολλητοί, όλη την ώρα μαζί, μέρες ατελείωτες. Μου λέει για τους Deep Purple, της λέω για τη φωλιά του κορυδαλλού, θα πάθεις άμα ακούσεις το made in Japan, δεν θα το πιστέψεις πόσα αυγά έχει μέσα. Τελικά τούτο το απόγευμα θα πάμε πέρα στο βουνό να της δείξω τη φωλιά. Σταματήσαμε κάτω από το δέντρο, λαχανιασμένοι από το περπάτημα και μούσκεμα στον ιδρώτα. Και τότε συνέβη τελείως φυσικά, ασχεδίαστα, απροετοίμαστα. Το πρόσωπό της πλησίασε το δικό μου, η ανάσα της μύριζε δυόσμο και τα χείλη της ήταν δροσερά, βάλσαμο στη ζέστη. Έκλεισα τα μάτια, απόλυτη ησυχία στη πλάση, ακόμα και τα τζιτζίκια σταμάτησαν, είμαι θεός και δεν το ξέρω. Πρέπει να μάτωσαν τα χείλη μου, ρουφάω το αίμα και το καταπίνω με ηδονή, είναι γλυκό σαν μέλι. Ούτε που θυμάμαι πόση ώρα είμαστε έτσι. Όλα πια γίνονται με αργή κίνηση, απαλά και αέρινα. Το μόνο που θυμάμαι είναι αυτή η καυτή ενέργεια που κυλάει μέσα μου και με κάνει να θέλω να πετάξω. Πετούσα, απλά δεν το είχα καταλάβει ακόμα.<br />
Το κατάλαβα όταν έπεσα και τσακίστηκα. Προς το παρόν ζούσα το όνειρο. Ένα όνειρο που έμελε να αλλάξει όλη μου ζωή. Δεν ξέρω αν ο άνθρωπος γεννιέται καλός ή γίνεται στη πορεία. Δεν ξέρω πια τι σημαίνει καλός. Έχουν αλλάξει νόημα τόσα και τόσα πράγματα στη ζωή μου. Αυτό που ξέρω με σιγουριά είναι ότι αυτή η σχέση με έκανε καλύτερο. Καλύτερο με τους γονείς μου, η μάνα μου σταυροκοπιόταν, δεν είναι καλά το παιδί μας. Καλύτερο με τη παρέα μου, με τη συμπεριφορά μου στο κόσμο γενικότερα. Πέταξα τις σφεντόνες, άρχισαν να μου αρέσουν τα λουλούδια, άκουγα μουσική. Μέχρι και μουστάκι θα ξύριζα, άμα είχα. Στο μόνο που με είχε μπερδέψει, τελείως όμως, ήταν τα βράδια όταν έπεφτα για ύπνο, στη καθιερωμένη ιεροτελεστία της παλμικής απασχόλησης. Από ιεροτελεστία βέβαια είχε καταλήξει σε αγχωμένη μαλακία. Από τη μια οι ενοχές με αυτά που μας έλεγαν στην εκκλησία περί ανηκέστου αμαρτίας, οι προειδοποιήσεις της μάνας μου, θα τυφλωθείς άμα δεν τη κόψεις και όλες οι προφυλάξεις που έπαιρνα για να μη με πάρουν χαμπάρι, πως έτριζε το παλιοκρεβάτι, από την άλλη όλη αυτή η πύρινη λάβα που κατέτρωγε τα σωθικά μου και έπρεπε να βγει για να ηρεμήσω με είχαν οδηγήσει σε άγρια εσωτερική πάλη. Κάθε πρωί την έκοβα και κάθε βράδυ υπερτερούσε η φύση. Μετά τη γνωριμία μου με την Άννα, προστέθηκε ένα ακόμα πρόβλημα. Την ίδια με τίποτα δεν την έφερνα στις φαντασιώσεις μου, αφού την αγαπάω, δεν είναι για παλιοπράματα το κορίτσι, αλλά πάλι όταν ξεσπούσα στη γειτόνισσα με τα μεγάλα βυζιά, δεν την απατούσα; Ο ορισμός του άγχους, παραλίγο να την έκοβα.<br />
Χάθηκε με τον ίδιο τρόπο που ήρθε στη ζωή μου, απρόσμενα. Τη μια στιγμή στεκόταν στο σκαλί και την άλλη είχε χαθεί για πάντα στου κόσμου βουή. Είμαι στη παραλία παρέα με ένα μπουκάλι. Παρατηρώ τα κύματα που προσπαθούν να γαντζωθούν στα χαλίκια, μάταια. Υποχωρούν νικημένα και ξαναεπιχειρούν. Συνέχεια, για πάντα. Δε βαριέσαι, τουλάχιστον εγώ είδα την Άννα κάποτε. Ο σκοπός που ακούγεται από τη θάλασσα γνωστός, αρχίζω να σιγοτραγουδώ:<br />
Σβήνουν τα βήματα στη σκάλα κανείς / θα πλανηθούμε μοναχοί…<br />
<br />
<br />
<a href="http://koukouboi.blogspot.com/2009/03/blog-post_16.html">Στιχοι</a> - Μουσική - Τραγούδι: Διονύσης Σαββόπουλος<br />
<br />
<br />
<a href="http://www.snapdrive.net/%3Futm_source%3Dplayerlogo%26utm_medium%3Dflashplayer_rev1"></a><img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1109574022742810727-4683636090713957454?l=koukosmonos.blogspot.com' alt="-" /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): H Σειρήνα</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2009/03/03/H_%ce%a3%ce%b5%ce%b9%cf%81%ce%ae%ce%bd%ce%b1</link>
		<pubDate>Tue, 03 Mar 2009 09:13:00 -0500</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2009/03/03/H_%ce%a3%ce%b5%ce%b9%cf%81%ce%ae%ce%bd%ce%b1</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://3.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SauMRGxxqsI/AAAAAAAABQQ/YmFS-YpOhnw/s1600-h/untitled%CE%B6%CE%B6%CE%B6.bmp"><img src="http://3.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SauMRGxxqsI/AAAAAAAABQQ/YmFS-YpOhnw/s400/untitled%CE%B6%CE%B6%CE%B6.bmp" alt="-" /></a>Ο Δέλτα άνοιξε τα μάτια του. Μια αίσθηση ευφορίας τον είχε τυλίξει ολόκληρο. Την ώρα που άπλωνε νωχελικά τα χέρια του, αναρωτήθηκε για τη πηγή προέλευσης αυτού του αισθήματος. Το ^terpsis που είχε δοκιμάσει σίγουρα είχε παίξει το ρόλο του. Το νέο χάπι ύπνου πραγματοποιούσε και με το παραπάνω, όλα όσα υποσχόταν η ανακοίνωση του ΚΨΤ, του Κρατικού Ψυχαγωγικού Τομέα της Ανδρόπολης. Όλες οι γνωστές ηδονές, μοιρασμένες σε σωστή αναλογία και με συνοδεία κλασικής μουσικής του δεκάτου ενάτου αιώνα. Δεν έπαυε όμως, παρόλα αυτά, να είναι κάτι το προβλέψιμο. Τότε; Μήπως υπεύθυνο για την ανεξήγητη πρωινή ευεξία ήταν το KW260S, το νέο γυναικοειδές, το έπαθλο για την ποιότητα του σπέρματος που εκχωρούσε στο Κοινό Κέντρο Τεκνοποιίας; Η αλήθεια είναι ότι η Έπη ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Ξανθιά, φτιαγμένη από καλής ποιότητας σιλικόνη και επικαλυμμένη ολόκληρη από κατεργασμένο δέρμα νεαρής γαζέλας, είχε τόσο προχωρημένο λογισμικό, που μπορούσες να μιλάς για ώρες μαζί της. Την ονόμασε Επιπλέον, από τη χρήση της σαν έπιπλο του σπιτιού, αλλά και από τη παραπάνω απόλαυση που έδινε στη καθημερινή συλλογή του σπέρματος.<br />
Ο Δέλτα αισθανόταν τυχερός άνθρωπος. Ένα καπρίτσιο της φύσης τον είχε προικίσει με άριστης ποιότητας σπέρμα και αυτό είχε προκαλέσει θετικές αλυσιδωτές αντιδράσεις στη ζωή του. Απέφυγε τη στράτευση και έτσι γλύτωσε από το θάνατο ή στη καλύτερη περίπτωση είκοσι χρόνια υποχρεωτικής συμμετοχής στο πόλεμο. Του παραχωρήθηκε διαμέρισμα στη γυάλινη συνοικία “Μπρετόν” που πήρε το όνομά της από τον ιδρυτή και κύριο θεωρητικό εκπρόσωπο του υπερρεαλισμού. Ο Αντρέ Μπρετόν είχε το πολύ αγαπημένο όνειρο, ένα γυάλινο σπίτι χωρίς κουρτίνες που ο άνθρωπος ζει υπό τα βλέμματα όλων. Η ομορφιά της διαφάνειας. Και όπως γίνεται πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις, όταν ένα κράτος αναλαμβάνει να υλοποιήσει το όραμα ενός μεγάλου στοχαστή, το αποτέλεσμα είναι η ολοκληρωτική παραμόρφωσή του. Η γυάλινη συνοικία ήταν μια τεράστια πολυκατοικία, φτιαγμένη κατά τέτοιο τρόπο που κανένας ένοικος δεν μπορούσε να δει κανέναν αν και όλους τους έβλεπε και τους παρακολουθούσε η Ασφάλεια. Καθόλου δεν τον ένοιαζε.<br />
Το μεγαλύτερο όμως προνόμιο θα το απολάμβανε σε μια βδομάδα. Μόλις θα γινόταν σαράντα ετών θα είχε τη μοναδική δυνατότητα για ένα ταξίδι στο χρόνο. Ένα ταξίδι ως τη πιο απομακρυσμένη εσχατιά από το παρελθόν του ανθρώπου. Είχε σχεδόν καταλήξει για την χρονική εποχή που θα διάλεγε να ταξιδέψει. Ήταν σε όλους γνωστή η αγάπη του για την Οδύσσεια.<br />
Η Έπη μπήκε στο δωμάτιο κρατώντας το δίσκο με το πρωινό του. Η μυρωδιά του πραγματικού καφέ, άλλο ένα από τα μικρά προνόμια που του έκαναν ευχάριστη τη καθημερινότητα, τον έσπρωξε να ανασάνει βαθειά. Ακούμπησε χαμογελαστή το δίσκο στο κομοδίνο και ανασήκωσε το σεντόνι που τον σκέπαζε. Η πρωινή στύση, αυτό το ανεξήγητο φαινόμενο, ήταν σε πλήρη εξέλιξη. Τα χείλη της εφάρμοσαν απαλά και σίγουρα. Αισθάνθηκε τη ζεστασιά του στόματος. Οι κινήσεις σταθερές και με ελεγχόμενη αυξομείωση, έφεραν γρήγορα το ποθητό αποτέλεσμα. Το σπέρμα που ξεχύθηκε βίαια, ζεστό και ιδρωμένο, αποθηκεύτηκε στο μικρό ψυγείο που βρισκόταν στη θέση των πνευμόνων. Πολύχρωμες αναλαμπές στο βάθος του ορίζοντα, αντανακλάσεις των ακτίνων λέιζερ, μαρτυρούσαν το πόλεμο που μαίνονονταν.<br />
<br />
***<br />
Ο πόλεμος! Αυτός ο μέγας εξολοθρευτής της ανθρώπινης ύπαρξης. Επί εκατόν τριάντα πέντε χρόνια, τα δυο μοναδικά κράτη του πλανήτη μάχονταν λυσσαλέα και χωρίς σταματημό. Ένοιωσε το μίσος του να φουντώνει για το κράτος της Αμαζονίας, αναλογιζόμενος τις καταστροφές που είχε επιφέρει στην ανθρωπότητα. Πόσο καλύτερη θα ήταν η ζωή όλων, πόσο θα είχε προχωρήσει η επιστήμη, σε τι πρωτόγνωρα μονοπάτια θα είχε βαδίσει η γνώση!<br />
Οι γυναίκες! Αυτός ο δούρειος ίππος του διαβόλου. Πόσο αρρωστημένο χιούμορ είχε αυτός που τις δημιούργησε και τις κατέστησε γεννήτορες της ζωής; Ήταν θέμα χρόνου, αρχέγονου χρόνου, να τα βάλουν με την ίδια τη ζωή. Και ότι δεν το κατάφεραν τότε, το δίσεκτο έτος μηδέν, προσπαθούν ανελέητα να το πετύχουν τώρα με το πόλεμο!<br />
Τα γνώριζε τα γεγονότα λες και ήταν παρών στις εξελίξεις. Το πτυχίο ιστορικού από το Κυανοπωγώνειο Πανεπιστήμιο μαρτυρούσε αυτή τη γνώση. Όλα ξεκίνησαν από την ανακάλυψη του αξιοθρήνητου επιστήμονα δόκτορος Σμίθ στη δεκαετία του τριάντα του εικοστού τρίτου αιώνα της παλιάς αρίθμησης. Αυτός ο χαμένος ανακάλυψε τη μέθοδο της αναπαραγωγής του είδους χωρίς καθόλου τη συμμετοχή ανδρών. Οι γυναίκες με αποκλειστικά δικό τους υλικό, γονιμοποιούσαν το ωάριο τους και τεκνοποιούσαν. Ολόκληρο το κράτος αναστατώθηκε. Ήταν το μοναδικό θέμα στα μέσα ενημέρωσης. Δηλώσεις προβεβλημένων και σπουδαίων γυναικών της εποχής, για το τέλος της ανδροκρατίας, έριχναν λάδι στη φωτιά. Τότε αναφέρθηκαν και οι πρώτοι φόνοι παντρεμένων. Οι άντρες, ανήσυχοι και προβληματισμένοι, αλλά προπαντός ανοργάνωτοι, απάντησαν με βρισιές και ειρωνικά σχόλια, ενίοτε δε και με σφαλιάρες, στις ξεσαλωμένες γυναίκες τους. Οι διαδηλώσεις των γυναικών όμως ήταν καθημερινό φαινόμενο και είχαν επιφέρει πλήρη αναρχία στη πρωτεύουσα. Σε μια από αυτές, την ώρα που παρέδιδαν στη κυβέρνηση ένα ψήφισμα, η Σέχτα των Επαναστατημένων Γυναικών, με έφοδο κατέλαβε το κυβερνητικό κτίριο, άρπαξε την εξουσία και κήρυξε στρατιωτικό νόμο σε όλη την επικράτεια. Αμέσως άρχισαν οι συλλήψεις των πιο μαχητικών ανδρών, οι στημένες δίκες και οι εκτελέσεις. Οι άντρες όχι μόνο πιάστηκαν στον ύπνο, αλλά σαν χαμένοι απλά παρακολουθούσαν τις εξελίξεις. Και θα είχαν εξαφανιστεί ολοσχερώς, αν δεν υπήρχε ο θρυλικός Ύψιλον xs που έμεινε στην ιστορία με το ψευδώνυμο Σπίθας και με τη θυσία του ταρακούνησε και ξύπνησε συνειδήσεις. Ζωσμένος με εκρηκτικά, πήγε στο κτίριο του άθλιου επιστήμονα και ανατινάχθηκε μαζί με όλο το υλικό, παίρνοντας μαζί του την πιο άχρηστη και συνάμα επικίνδυνη ανακάλυψη στα χρονικά της ανθρώπινης ύπαρξης. Η Σέχτα, λυσσασμένη από την εξέλιξη, απάντησε με πογκρόμ συλλήψεων και εκτελέσεων. Οι άντρες οπισθοχώρησαν στο βόρειο τμήμα του κράτους, ανασυντάχτηκαν, κατέλαβαν τις απομακρυσμένες πολιτείες και ανακηρύξαν το κράτος της Ανδρόπολης. Από τότε ξεκίνησε ο πόλεμος. Όσοι άντρες έμειναν πίσω στις γυναίκες τους και όσες γυναίκες ακολούθησαν τους άντρες τους, πιστεύοντας αφελώς στον έρωτα, πολύ γρήγορα κατηγορήθηκαν για κατασκοπία και εκτελέστηκαν, αφήνοντας τα δυο κράτη καθαρά και αμόλυντα. Ωστόσο οι απώλειες και από τα δυο μέρη ήταν τρομαχτικές. Ο πληθυσμός αποδεκατίζονταν με γεωμετρική πρόοδο και μιας και είχαν σταματήσει οι γεννήσεις, οι δυο πλευρές γρήγορα βρέθηκαν σε αδιέξοδο. Τότε έγινε η πρώτη και η μοναδική εκεχειρία που κράτησε πέντε μήνες. Μετά από θυελλώδεις συζητήσεις κατέληξαν στη δημιουργία του Κοινού Κέντρου Τεκνοποιίας. Οι άντρες θα έβαζαν το σπέρμα, οι γυναίκες το σώμα και τα παιδιά ανάλογα με το φύλο τους θα πήγαιναν στα αντίστοιχα κράτη. Και επειδή το όλο θέμα ήταν πολύ σοβαρό, η ανάγκη για καλής ποιότητας σπέρμα ήταν πολύ μεγάλη. Αυτή η ανάγκη άλλαξε και τη ζωή του. Δεν έγινε καθηγητής, αλλά πήρε την τιμητικότατη και πολύ καλά αμειβόμενη θέση του δημόσιου σπερματοδότη. Αλλά δεν έπαυε να υπάρχει ο πόλεμος, που από τη μια στιγμή στην άλλη μπορούσε να φέρει τα πάνω κάτω.<br />
Όλες αυτές οι σκέψεις τον εκνεύρισαν πολύ. Ένοιωσε την ακατανίκητη επιθυμία να σακατέψει την Έπη στις κλωτσιές, αλλά συγκρατήθηκε. Τι έφταιγε το αθώο μηχάνημα, άσε που ήταν πια αρκετά μεγάλος για χειρωνακτική εργασία.<br />
<br />
***<br />
Τα πάντα ήταν έτοιμα για το μεγάλο ταξίδι στο χρόνο. Αντίθετα με ότι πίστευαν στους περασμένους αιώνες, τα ταξίδια στο χρόνο ήταν πλέον πραγματικότητα, αλλά μόνο προς τα πίσω. Δεν μπορούσες να παρέμβεις στα γεγονότα, αλλά μπορούσες πολύ εύκολα να σκοτωθείς αν βρισκόσουν στο λάθος μέρος τη σωστή στιγμή. Ήταν ένα ρίσκο που άξιζε να το πάρεις. Του έφεραν σπίτι, με τιμητικό άγημα, τη μια και μοναδική μηχανή του χρόνου που διέθετε το κράτος. Έμοιαζε με ηλεκτρική καρέκλα. Μόνο που αντί για κουμπιά είχε αιωρούμενες μπάλες οδηγιών και εκτέλεσης επιθυμιών. Μπλε για τις οδηγίες, πράσινες για τις επιθυμίες. Άπλωσε προσεκτικά το χέρι του σε μια μπλε. Μόλις την ακούμπησε το ολόγραμμα ενός ανδρικού μοντέλου τον καλωσόρισε και του είπε τις οδηγίες έναρξης. Έτρεξε στη βιβλιοθήκη πήρε στα χέρια του την Οδύσσεια και άρχισε να διαβάζει από την ραψωδία μ και το στίχο εκατόν εξήντα πέντε:<br />
"ἦ τοι ἐγὼ τὰ ἕκαστα λέγων ἑτάροισι πίφαυσκον·τόφρα δὲ καρπαλίμως ἐξίκετο νηῦς ἐυεργὴςνῆσον Σειρήνοιιν."<br />
Συνέχισε μέχρι το διακοσιοστό στίχο για να δώσει ακριβώς το στίγμα της τοποθεσίας και του εξελισσόμενου γεγονότος. Έδωσε τις ημερομηνίες και την περιοχή που είχαν καταλήξει οι ιστορικοί μελετητές. Ήταν σχεδόν έτοιμος. Ακούμπησε μια πράσινη μπάλα και εξέφρασε την επιθυμία του να είναι μέσα στο πλοίο του Οδυσσέα. Δεν είχε καμιά αμφιβολία. Ήταν απολύτως σίγουρος ότι στις σειρήνες βρισκόταν το κρυμμένο νόημα της ζωής. Δεν ήταν μόνο ο στίχος του Ομήρου που το υπονοούσε “γιατί τα πάντα εμείς γνωρίζουμε.” Ήταν και όλη η φιλολογία που είχε αναπτυχθεί ανά τους αιώνες που έκανε ακόμα και τον Κάφκα να δώσει την εντελώς ξεχωριστή άποψή του για το θέμα: “Οι Σειρήνες όμως έχουν ένα όπλο πιο φοβερό και από το τραγούδι: τη σιωπή τους. Και πιθανότερο, παρόλο που δεν έτυχε ποτέ, θα ήταν να γλιτώσεις από το τραγούδι τους, παρά από τη σιωπή τους.”<br />
Μόλις είχε διαβεί το κατώφλι της κρίσιμης ηλικίας των σαράντα ετών. Οι υπαρξιακές αναζητήσεις πολλές και τα αναπάντητα ερωτήματα βουνό. Ήταν αποφασισμένος να μάθει και θα το έκανε με κάθε τίμημα. Έκλεισε τα μάτια και τράβηξε αποφασιστικά το μοχλό. Ένοιωσε το κενό στη κοιλιά να ανεβαίνει προς τα πάνω. Ο ίλιγγος που τον κυρίεψε είχε την ευχάριστη αίσθηση του χαμού. Ο χώρος εξαφανίστηκε και ο χρόνος σταμάτησε. Άρχισε να κρυώνει. Κύματα τον περιβάλουν και τον σκεπάζουν ολόκληρο. Δεν μπορεί να ανασάνει, καταπίνει νερό, πνίγεται. Κλωτσάει απελπισμένα, ανεβαίνει προς τα πάνω. Επιτέλους αέρας, ανασαίνει βαθειά. Ανοίγει τα μάτια και δεν το πιστεύει αυτό που βλέπει. Μόνος, στη μέση της θάλασσας, να προσπαθεί να κρατηθεί στην επιφάνεια. «Κάτι δεν πήγε καλά με το κωλομηχάνημα» σκέφτεται και συνεχίζει να παλεύει με τα κύματα. Για μια στιγμή διακρίνει μια μπλε μπάλα απ΄ αυτές με τις οδηγίες. Προσπαθεί να τη φτάσει, απομακρύνεται. Ξαναπροσπαθεί, χάνεται. Διώχνει κάθε σκέψη από το μυαλό του. Το μόνο που τον νοιάζει είναι να σωθεί. Κολυμπάει ώρες ατελείωτες, είναι πια μεσημέρι και οι δυνάμεις του αρχίζουν να τον εγκαταλείπουν. Και τότε, σαν σε όραμα, τη διακρίνει. Ναι, είναι στεριά! Επιστρατεύει όσες δυνάμεις του έχουν απομείνει και φτάνει σχεδόν λιπόθυμος στην ακτή. Ίσα που πρόλαβε να διακρίνει μια αέρινη ύπαρξη με μακριά μαλλιά και μεγάλα στήθη να του απλώνει το χέρι.<br />
Το πρώτο πράγμα που ένοιωσε ήταν η μυρωδιά του φαγητού. Τότε κατάλαβε πόσο πεινούσε. Άνοιξε αργά τα μάτια του και προσπάθησε να διαβάσει το χώρο. Κανένα στοιχείο πολιτισμού. Παντού απάτητη, παρθένα, ξελογιάστρα φύση. Με χρώματα γεμάτα από άνοιξη. Το κελάηδημα των πουλιών ανακατεμένο με το ελαφρύ αεράκι έδιωχνε κάθε αρνητική σκέψη. Λίγο πιο πέρα ένα ξύλινο σπιτάκι, απόλυτα ταιριαστό με το τοπίο, φανέρωνε τη μόνη και διακριτική παρουσία ανθρώπου. Ανθρώπου; Ότι και να ήταν αυτό που μόλις είχε προλάβει να δει στην ακτή, ήταν ξεχωριστό. Το πλάσμα βγήκε από το σπίτι και πλησίασε κρατώντας ένα δίσκο γεμάτο φαγητά και φρούτα. Ο Δέλτα ασυναίσθητα μαζεύτηκε και πήρε στάση αμυντική. Του χαμογέλασε.<br />
- Μη με φοβάσαι. Αν ήταν να σου κάνω κακό θα το είχες πάθει ήδη. Χαλάρωσε και απόλαυσε το φαγητό, μοιάζεις πολύ πεινασμένος.<br />
Τα λόγια της του φάνηκαν λογικά. Δεν είχε και πολλές επιλογές. Άρπαξε ένα κομμάτι κρέας και άρχισε να τρώει με βουλιμία. Όλα τα εδέσματα ήταν θεσπέσια. Σίγουρα δεν είχε ποτέ στο παρελθόν νοιώσει τέτοια ευχαρίστηση με φαγητό και σίγουρα αυτό δεν οφείλονταν στη πείνα του. Κάτι ανεξήγητο άρχισε να εισχωρεί στο σώμα του, να τον χαλαρώνει και να του φτιάχνει τη διάθεση. Ήπιε μονορούφι τη κούπα με το κρασί και ρεύτηκε χωρίς να προλάβει να βάλει το χέρι στο στόμα του.<br />
- Συγνώμη, είπε κατακόκκινος.<br />
Το πλάσμα που τον παρακολουθούσε με τρομερό ενδιαφέρον όλη αυτή την ώρα που έτρωγε, ξέσπασε σε ένα αβίαστο κελαριστό γέλιο.<br />
- Σαν στο σπίτι σου, του είπε και του πρόσφερε ένα φρούτο που του ήταν παντελώς άγνωστο.<br />
- Έχω ένα εκατομμύριο ερωτήσεις να σου κάνω και δεν ξέρω από πού να πρωταρχίσω, της είπε την ώρα που μασούλαγε το φρούτο.<br />
- Να ρωτήσεις ό,τι θέλεις, αλλά να ξέρεις ότι όλες οι απαντήσεις δεν θα είναι κατανοητές και παραδεχτές από σένα. Μη ξεχνάς ότι είμαι υπερφυσικό ον.<br />
- Ωραία, αφήνω στην άκρη ερωτήσεις για τη γλώσσα, την ηλικία, το πώς ζεις εδώ ολομόναχη και άλλα τέτοια. Πες μου όμως ποια είσαι, τι είσαι, τι προσφέρεις στο κόσμο;<br />
- Είμαι η Λιγεία, η μικρότερη από τις Σειρήνες και η μόνη που απέμεινε. Οι μεγαλύτερες αδερφές μου αυτοκτόνησαν, μόλις ό ένας και μοναδικός άνθρωπος, ο πανούργος Οδυσσέας, πέρασε χωρίς να σταματήσει. Εγώ τη γλύτωσα γιατί κρατούσα συντροφιά στον Ηρακλή. Και τώρα θα σου αποκαλύψω ένα σπουδαίο μυστικό, που δεν το έμαθε ποτέ η ανθρωπότητα. Οι Σειρήνες όχι μόνο δεν κατασπάρασσαν τους περαστικούς αλλά είχαν την αποστολή να κρατάν συντροφιά σε διακεκριμένους και ξεχωριστούς ανθρώπους ανά τους αιώνες. Οι απλοί, οι καθημερινοί άνθρωποι δεν άκουγαν και δεν έβλεπαν τίποτα. Περνούσαν από τα μέρη μας χωρίς κανένα πρόβλημα. Μόνο οι ξεχωριστοί είχαν αυτό το προνόμιο.<br />
- Όταν λες συντροφιά; ρώτησε επιφυλακτικά ο Δέλτα.<br />
- Η ζωή είναι κάτι το πρόσκαιρο και φευγαλέο. Εμείς σαν υπερφυσικά όντα ξέρουμε πότε θα πεθάνει κάποιος άντρας. Όταν αυτός είναι σπουδαίος, του παρέχουμε δώδεκα μέρες αξεπέραστης ηδονής και απόλαυσης και σαν αντάλλαγμα του παίρνουμε εμείς τη ψυχή . Αυτός είναι και ο μόνος τρόπος για να συνεχίζεται η παρουσία μας. Στο δικό μας πεπρωμένο δεν χωράει αποτυχία. Η αποτυχία είναι και το τέλος μας.<br />
Παγερή σιωπή ακολούθησε τη τελευταία λέξη της Λιγείας. «Τη γάμησα, σε δώδεκα μέρες θα πεθάνω» σκέφτηκε έντρομος ο Δέλτα και κοίταξε με αγωνία για καμιά πράσινη μπάλα επιθυμιών. Τίποτα.<br />
- Προσπάθησε να ηρεμήσεις και σκέψου λογικά. Έτσι κι αλλιώς θα πεθάνεις. Για λόγους που δεν έχω τη δυνατότητα να σου εξηγήσω αυτό είναι το πεπρωμένο σου. Γιατί να σου συμβεί στο σπίτι, στη δουλειά σου, στο δρόμο; Εδώ στη φύση, άσπιλος και αμόλυντος, δεν είναι καλύτερα; Άσε που εσύ ειδικά θα γνωρίσεις για πρώτη φορά τον έρωτα. Χαλάρωσε λοιπόν. Πάω για λίγο στο σπίτι και επιστρέφω.<br />
Την είδε να απομακρύνεται αεράτη. Μα πως κουνάει έτσι τον κώλο της;<br />
Ο Δέλτα αδυνατούσε να συγκεντρωθεί. Ήταν πολλά και παράξενα αυτά που έπρεπε να χωνέψει. Ο Οδυσσέας με τη βοήθεια της Κίρκης άλλαξε το πεπρωμένο του και σώθηκε. Αν μπορούσε να δραπετεύσει μπορεί και να τη γλύτωνε. Αλλά πως θα τα κατάφερνε; Πώς να ξεφύγεις στη μέση του πουθενά από ένα υπερφυσικό όν; Από την άλλη, τι σόι σπουδαίος άντρας ήταν αυτός; Είναι δυνατόν λίγο σπέρμα, έστω και καλής ποιότητας, να έχει τόση δύναμη; Και αν όντως αυτό τον έκανε σπουδαίο; Αν γεννιόταν από το σπέρμα του ένας ηγέτης; Και αν αυτός ο ηγέτης ήταν γυναίκα; Αυτή η σκέψη του έφερε ζάλη. «Λες να είμαι εγώ η αιτία της ολοκληρωτικής εξαφάνισης των αντρών; Καλύτερα να τον έκοβα από τη ρίζα του!» «Που στο καλό έχουν εξαφανιστεί οι μπάλες; Αύριο το πρωί θα ψάξω παντού». Αυτός ήταν και ο τελευταίος συλλογισμός που έκανε πριν τον πάρει ο ύπνος. Ένας βαθύς, χωρίς όνειρα, λυτρωτικός ύπνος.<br />
<br />
***<br />
Το πρωί ξύπνησε με στύση. Τι μυστήριο πράγμα η φύση! «Δε μου φτάνουν όλα όσα έχω στο κεφάλι μου, έχω και σένα!» μονολόγησε εκνευρισμένος. Συμμάζεψε τα κουρέλια του προσπαθώντας να κρύψει τη κατάστασή του και σηκώθηκε για ένα περίπατο. Έκανε πως παρατηρούσε και θαύμαζε το τοπίο, αλλά απώτερος σκοπός του ήταν βρει κάποια από τις μπάλες. Από παντού είχε εισβάλει η άνοιξη και τα πάντα περιέβαλε η θάλασσα. Χωρίς να βρει τίποτα και ακόμα πιο μπερδεμένος για το πώς θα αντιδράσει, επέστρεψε πίσω. Η Λιγεία τον υποδέχτηκε με ένα ζεστό χαμόγελο. Τον πλησίασε και τον αγκάλιασε από τη μέση. Αυτή η πρώτη επαφή του έφερε ανατριχίλα. Το κορμί της σκόρπιζε κάτι από τη μυρωδιά του ταπεινού χαμομηλιού, τόσο φευγαλέα που ένοιωσε έντονη την επιθυμία να κολλήσει τη μύτη του πάνω της και να εισπνεύσει δυνατά. Του χάιδεψε τα μαλλιά και του σιγοτραγούδησε στο αυτί, έναν άγνωστο μεθυστικό σκοπό. Από τη χαλάρωση λύγισαν τα γόνατά του. Ξάπλωσαν χάμω και συνέχισε να τον χαϊδεύει στο στήθος. Όταν ακούμπησε τα χείλη της στο λαιμό του και ένοιωσε τη καυτή ανάσα της στο κορμί του, γνώρισε ξανά τον ίλιγγο του χαμού. Η Λιγεία τον άφησε για λίγο και έμεινε ανάσκελη σε μια στάση που φώναζε ψάξε με. Ο Δέλτα, περισσότερο από περιέργεια γεμάτη επιφύλαξη για το άγνωστο, την ακούμπησε άγαρμπα και το ροζιασμένο δεξί του χέρι τη γρατζούνισε ελαφρά. Ένας μικρός αναστεναγμός της ξέφυγε και πρόσεξε το σώμα της που ρίγησε ολόκληρο. Το τράβηξε προς τα πίσω φοβισμένος, αλλά η Λιγεία το ξαναέπιασε με τα δυο της χέρια και το ξαναέβαλε πάνω της πιέζοντάς το δυνατά. Αρκετά ξεθαρρεμένος άρχισε να τη πασπατεύει και με τα δυο του χέρια. Πότε τη χάιδευε και πότε τη ζουλούσε. Οι αναστεναγμοί και οι συσπάσεις του προσώπου έδειχναν να το απολαμβάνει τρελά. Αυτό του δημιούργησε ένα ανεξήγητο αίσθημα ικανοποίησης. Οι ερωτικές του περιπτύξεις με το γυναικοειδές περιορίζονταν στη πρωινή περισυλλογή του σπέρματος και το κυριακάτικο πήδημα. Αυτό γινόταν μηχανικά, με το ρομπότ πάντα χαμογελαστό και με τις ίδιες ρουτινιάρικες κινήσεις. Εδώ δημιουργούσε ηδονή και αυτή η σκέψη, αυτή η σκηνή τον ερέθισε πολύ. Παρατήρησε και αλλαγές στο σώμα της. Το στήθος κοκκίνισε ελαφρώς και οι θηλές σκλήρυναν. Ήταν και αυτή η μυρωδιά! Έβαλε το πρόσωπό του ανάμεσα στα στήθη, τα πίεσε με τα χέρια του και ρούφηξε ξανά και ξανά τις οσμές της σε μια προσπάθεια να τις φυλακίσει μέσα του. Ακούμπισε τα χείλη του στη μεταξένια επιδερμίδα και γεύτηκε την αλμύρας της. Τώρα τα χέρια του αλώνιζαν το κορμί της. Σταμάτησαν στο μικρό τριχωτό τρίγωνο περισσότερο από αμηχανία. Αυτή τη λεπτομέρεια δεν την ήξερε. Η Έπη και όλα τα προηγούμενα γυναικοειδή δεν είχαν ίχνος από τρίχες στο συγκεκριμένο σημείο. Το χάιδεψε για λίγο, ανασηκώθηκε και του έριξε μια κριτική ματιά και αποφάνθηκε ότι ταίριαζε απόλυτα με το όλο. Άλλη έκπληξη ακόμα μεγαλύτερη. Οι άκρες των δαχτύλων του ένοιωσαν την υγρασία και τη κάψα του αιδοίου. Το αχ που ακούστηκε ήταν πιο μεθυστικό και από το τραγούδι της. Όλο της το σώμα φώναζε «πάρε με» και τα χείλη της το σιγοψιθύρισαν. Πρωτόγνωρα συναισθήματα τον πλημμύρισαν. Τούτο το πλάσμα που τον εξουσίαζε, που είχε λόγο και απόφαση για τη ζωή και το θάνατό του, ήταν τώρα εδώ μπροστά του ανήμπορο και αδύνατο, ικέτης των χαδιών του, έτοιμο να παραδοθεί. Τώρα πια δεν ήθελε να γαμήσει για να χύσει. Τώρα ήθελε να κατακτήσει. Ο φαλλός του, όρθιος και στητός, αγέρωχος και καμαρωτός, μπήκε μέσα της όπως ο Φιντέλ πάνω στο τζιπ στην παραδομένη Αβάνα.<br />
<br />
***<br />
Οι μέρες κύλισαν μέσα σε μια κραιπάλη συνουσίας, φαγητού και κρασοκατάνυξης. Η Λιγεία όργωνε το κορμί του και το έστυβε ρουφώντας μέχρι τη τελευταία στάλα ηδονής που έκρυβε μέσα του. Ο Δέλτα ήταν ευτυχισμένος. Ένοιωσε για πρώτη φορά τη ζωή σε όλο της το μεγαλείο και έπαψε να φοβάται το θάνατο. Μακάριζε τη τύχη του για την υπέροχη τροπή που είχε πάρει η όλη ιστορία. Τι παραπάνω θα μπορούσε να του προσφέρει από δω και πέρα η ζωή; Ούτε καν μπορούσε να υποψιαστεί στο μέχρι τώρα μίζερο βίο του, αυτές τις απολαύσεις της σάρκας και του νου. Ήταν δρόμος χωρίς επιστροφή. Τούτο το κρεσέντο, αυτή η σταθερή άνοδος της ευφροσύνης, δεν είχε επιστροφή. Η κορύφωσή του ήταν ο θάνατος. Ένας λυτρωτικός, ελπιδοφόρος και γαμάτος θάνατος.<br />
Τη τελευταία μέρα η Λιγεία ήταν εκθαμβωτική. Περπάτησαν πιασμένοι από το χέρι σιωπηλοί, απολαμβάνοντας την ομορφιά του κόσμου. Ο Δέλτα είχε την ήρεμη μορφή ανθρώπου που γνωρίζει. Τίποτα και κανένας δεν μπορούσε να διαταράξει τη γαλήνη του. Η προηγούμενη ζωή του, η καθημερινότητά του, ο πόλεμος, όλα αυτά φάνταζαν μακρινά και ξένα, σαν μυθιστόρημα που είχε διαβάσει πριν από χρόνια και είχε ξεχάσει τις λεπτομέρειες. Το μόνο που σκέφτηκε με μια δόση πίκρας ήταν ο λάθος δρόμος που είχαν πάρει τα δυο κράτη του πλανήτη. «Μόνο να ήξεραν τι έχαναν» είπε μέσα του και λυπήθηκε για το γεγονός ότι δεν είχε τρόπο να τους το πει, να το φωνάξει.<br />
Στις δώδεκα ακριβώς θα γινόταν η θυσία. Όλα είχαν ετοιμαστεί με περισσή φροντίδα και σεβασμό, σαν σε ιεροτελεστία. Κεριά άναβαν γύρω από το σημείο που θα ξάπλωνε ο Δέλτα. Λίγο πιο πέρα σε μια υπερυψωμένη θέση μέσα σε μια χρυσή κούπα, ένα άγνωστο φυτό καιγόταν και σκόρπιζε παντού μια μεθυστική μυρωδιά. Ο Δέλτα ξάπλωσε ανάσκελα και έμεινε ακίνητος με το φαλλό προτεταμένο. Όλη αυτή η διαδικασία και η μυρωδιά από το άγνωστο φυτό τον είχαν διεγείρει απίστευτα. Η Λιγεία κάθισε πάνω του και άρχισε να λικνίζεται σοβαρή και συγκρατημένη. Με την εκσπερμάτωση θα ερχόταν και τέλος. Το τελευταίο σπέρμα! Μια γλυκιά μέθη άρχισε να απλώνεται στο σώμα του. Έκλεισε τα μάτια του κρατώντας για πάντα τη μορφή της μέσα του.<br />
- Τι είναι αυτό το πράγμα; Η φωνή της ακούστηκε έκπληκτη και τον επανέφερε απότομα. Άνοιξε τα μάτια του και είδε μια μπλε μπάλα να αιωρείται ανάμεσά τους.<br />
- Άστο, μη το πειράζεις. Είναι απομεινάρι από τον κόσμο μου, είπε έντρομος μπροστά στη προοπτική να χαλάσει η τελετουργία. Πάρε με, τελείωσέ με, την ικέτεψε.<br />
Η Λιγεία όμως πριν απ΄ όλα και πάνω απ΄ όλα ήταν γυναίκα. Άπλωσε το χέρι της, η μπάλα έσκασε και εμφανίστηκε το ολόγραμμα ενός κουκουλοφόρου που άρχισε να μιλά βιαστικά και μπερδεμένα.<br />
«Είμαστε οι ένοπλοι πυρήνες επανένωσης. Αγωνιζόμαστε για μια αταξική κοινωνία με άνδρες και γυναίκες. Δεν υπάρχει κανένα ταξίδι στο χρόνο, όλα αυτά που ζεις είναι λογισμικό ανωτέρας ποιότητας. Το δημιουργούμε εμείς, οι εργάτες του πνεύματος για λογαριασμό του κράτους. Σκοτώνουν τους σπερματοδότες όταν γεράσουν. Σας παραπλανούν δήθεν με το ταξίδι και σας καίνε στην ηλεκτρική καρέκλα. Έχουμε παρέμβει στο λογισμικό για να σε σώσουμε. Όμως από δω και πέρα θα είσαι μόνος. Εξήγησε στους συντρόφους σου της χειρονακτικής εργασίας τι συμβαίνει και αυτοοργανωθείτε. Κάποια στιγμή θα ενωθούμε στον χείμαρρο της επανάστασης. Επανένωση η θάνατος.»<br />
Η Λιγεία κούνησε ενοχλημένη το χέρι της, διέλυσε το παράξενο σκηνικό και ανήσυχη συνέχισε να λικνίζεται πολύ πιο βιαστικά για να καλύψει το χαμένο χρόνο. Ο Δέλτα όμως είχε προλάβει να τραβήξει το μοχλό και τώρα στροβιλίζονταν στη χοάνη της επιστροφής. Τσουρουφλισμένος και με μισοκαμένα ρούχα πετάχτηκε από τη καρέκλα και έπεσε στο πάτωμα. Μόλις συνήλθε, πήρε αγριεμένος ένα χοντρό σωλήνα και έκανε κομμάτια τη διαβολομηχανή. Η Έπη χαμογελαστή σκούπιζε και καθάριζε. Τώρα πια δεν υπήρχε δρόμος επιστροφής. Πέρασε στη παρανομία. Ήξερε ότι αν τον έπιαναν θα τον εκτελούσαν χωρίς δίκη. Περίμενε να σκοτεινιάσει, πήρε μαζί του ένα σουγιά, γέμισε τις τσέπες του μύγδαλα και γλίστρησε στο σκοτάδι. Έφτασε μέχρι την ηλεκτρονική ασπίδα που κάλυπτε το κράτος. Από ένα μυστικό πέρασμα που κατά τύχη γνώριζε από τα παιδικά του χρόνια βγήκε στη χέρσα γη. Παρέκαμψε το στρατό της Ανδρόπολης που πολεμούσε και τη νύχτα και τράβηξε προς το βουνό. Αφού ανέβηκε μια πλαγιά και τη κατέβηκε βρέθηκε πίσω από τις γραμμές του στρατού της Αμαζονίας στην άκρη του, εκεί που σχεδόν τελείωνε η ανάπτυξή του. Πλησίασε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε και άρχισε να παρατηρεί τις στρατιωτίνες. Ήταν σχετικά εύκολο γιατί τα λέιζερ είχαν κάνει τη νύχτα μέρα. Ξεχώρισε μια μελαχρινή με μακριά μαλλιά. Ήταν πολύ δραστήρια, έτρεχε πάνω κάτω, φώναζε, έδειχνε, πυροβολούσε. Ο Δέλτα έψαξε γύρω του και βρήκε ένα χοντρό ξύλο. Τα καθάρισε με το σουγιά από τα περιττά κλαδάκια, το έσφιξε στο χέρι του και πήγε με μεγάλη προφύλαξη προς το βράχο που είχε ακουμπήσει για να ξεκουραστεί η πολεμίστρια. Το χτύπημα στο κεφάλι ήταν αποτελεσματικό. Η γυναίκα έπεσε λιπόθυμη χωρίς να βγάλει κιχ. Ο Δέλτα την πλησίασε έχοντας το χοντρό ξύλο στον ώμο του. Έσκυψε πάνω της τρυφερά και με το άλλο χέρι την έπιασε από τα μαλλιά και την έσυρε μέχρι τη σπηλιά.<br />
<br />
<br />
<br />
Υ.Γ. Ο πίνακας ζωγραφικής του John William Waterhouse με τίτλο: The siren είναι δανεισμένος <a href="http://www.jwwaterhouse.com/view.cfm?recordid=3">από εδώ</a> <a href="http://www.jwwaterhouse.com/view.cfm?recordid=3"></a><br />
<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1109574022742810727-1492291767788776871?l=koukosmonos.blogspot.com' alt="-" /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Οι χειροπέδες</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2009/02/13/%ce%9f%ce%b9_%cf%87%ce%b5%ce%b9%cf%81%ce%bf%cf%80%ce%ad%ce%b4%ce%b5%cf%82</link>
		<pubDate>Fri, 13 Feb 2009 14:30:00 -0500</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2009/02/13/%ce%9f%ce%b9_%cf%87%ce%b5%ce%b9%cf%81%ce%bf%cf%80%ce%ad%ce%b4%ce%b5%cf%82</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://3.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SZVgcZcWmwI/AAAAAAAABQA/wqbQxEo-FJU/s1600-h/1.gif"><img src="http://3.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SZVgcZcWmwI/AAAAAAAABQA/wqbQxEo-FJU/s400/1.gif" alt="-" /></a> Απαραίτητη η γονική συναίνεση<br />
<a href="http://3.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SZVf6Mkvq7I/AAAAAAAABPw/rB-GhO64Dus/s1600-h/Neimans%2520handcuffs.jpg"><img src="http://3.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SZVf6Mkvq7I/AAAAAAAABPw/rB-GhO64Dus/s400/Neimans%2520handcuffs.jpg" alt="-" /></a>Η Αντιγόνη Πολίτη, παντρεμένη νοικοκυρά μέσης ηλικίας, ένοιωσε την ένταση να τη κυριεύει. Από τη μια η προσμονή για αυτό που θα ερχόταν και από την άλλη οι τύψεις που δεν την άφηναν σε ησυχία. Όλα αυτά που της συνέβαιναν τελευταία, ήταν πρωτόγνωρα για την ίδια. Είχε προετοιμάσει τη συνάντηση με προσοχή αλλά και με ζήλο που είχε καταπλήξει και την ίδια. Αυτό που δεν περίμενε ήταν η αντίδραση του εαυτού της. Τρομερά ενοχλημένη τίναξε το χέρι της στον αέρα σα να έδιωχνε φαντάσματα. Πείσμωσε. Κανείς και τίποτα δεν θα τη σταματούσε τώρα, πόσο μάλλον αναστολές και τύψεις από ένα γάμο που είχε αποβιώσει προ πολλού.<br />
Έβαλε το αγαπημένο της άρωμα, πήρε τη τσάντα με το κινητό, άνοιξε τη πόρτα βιαστικά και τη βρόντηξε δυνατά πίσω της. Έκανε νόημα στο ταξί που φάνηκε και έδωσε τη διεύθυνση. Αρκετά ήρεμη πια ξανασκέφτηκε όλο το σκηνικό.<br />
****<br />
Το ραντεβού με τον Νικόλα ήταν στο κέντρο της Αθήνας. Θα τον περίμενε στο φανάρι της Τρίτης Σεπτεμβρίου και Βερανζέρου γωνία. Θα της έκανε σήμα με τα φώτα από το μαύρο Άουντι στις επτά το απόγευμα ακριβώς. Δεν τον είχε ξαναδεί, όμως ένοιωθε σα να τον γνωρίζει χρόνια. Είχε δει μια φωτογραφία του και μάλιστα όχι ολόσωμη, μόνο το πρόσωπό του. Αμέσως τη κέρδισαν τα λιτά χαρακτηριστικά του. Το χαμόγελό του, ένα μείγμα παραπόνου και ειρωνείας, φανέρωνε μια στάση ζωής που τη γοήτευσε. Ένοιωσε μια σιγουριά ανεξήγητη. Εκείνο που στην αρχή ενστικτωδώς της άρεσε, με τη πάροδο του χρόνου και τη κουβέντα μαζί του, αυτές τις ατελείωτες ώρες τηλεφωνικής συνομιλίας, είχε μετατραπεί σε πεποίθηση. Ο Νίκος ήταν σαράντα πέντε ετών, πετυχημένος επαγγελματικά και άνετος οικονομικά. Παντρεμένος με δυο παιδιά, γνωρίστηκε μαζί του σε ένα φόρουμ με θέμα τη μουσική. Η ίδια, μητέρα μιας κόρης δεκαεννιά ετών και φοιτήτριας στη Θεσσαλονίκη, είχε τώρα τελευταία απεριόριστο ελεύθερο χρόνο, πολύ από τον οποίο ξόδευε σερφάροντας στο ιντερνέτ.<br />
Ο γάμος της με τον Δημήτρη είχε εδώ και μια πενταετία μετατραπεί σε συμβατικό. Ούτε που θυμάται το πώς και το γιατί. Απλά είχε συμβεί αργά αλλά σταθερά και όλες οι προσπάθειές της για να το αποτρέψει είχαν τρακάρει πάνω στο νομοτελειακό του πράγματος. Ο άντρας της δεν ήθελε να ακούσει λέξη για αυτό το θέμα. «Ο γάμος είναι ιερός» έλεγε πάντα στο τέλος της κουβέντας, διόρθωνε τη γραβάτα του και σήκωνε τη βαλίτσα έτοιμος για το επαγγελματικό του ταξίδι. Ούτε που της είχε περάσει από το μυαλό μια παράλληλη σχέση. Είχε ξεχάσει πως είναι να την κυνηγούν και να προσπαθούν να τη κατακτήσουν. Το είχε ξεχάσει, αλλά ο Νίκος φρόντισε να της το θυμίσει με ένα τρόπο ελκυστικό και σαγηνευτικό συνάμα. Της έκανε εντύπωση ο τρόπος με τον οποίο αφέθηκε να παρασυρθεί.<br />
Ο λόγος του Νίκου ήταν δομημένος με λεπτότητα και κομψότητα και ταυτόχρονα επιτηδευμένα γενικευμένος. Η φωνή του ήρεμη, ακούγεται βαθειά με ένα τρόπο που την ερεθίζει και τη νανουρίζει μαζί. Μιλάει για το γάμο και τις σχέσεις σε θεωρητική βάση, με απώτερο σκοπό να της διώξει τις όποιες αναστολές διαπιστώνει μέσα από τη συζήτηση. Αναπτύσσει τις θέσεις του για τον έρωτα με τέτοιο τρόπο και πάθος ώστε να την κάνει να θέλει να ζήσει το όνειρο που της παρουσιάζεται εφικτό και άμεσα πραγματοποιήσιμο. Την ίδια στιγμή με μαεστρία επιχειρεί να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα.<br />
«Να προσέξουμε να μη παρασυρθούμε από το πάθος, γιατί έχουμε οικογένειες και με τίποτα δεν πρέπει να δυσαρεστήσουμε αγαπημένα μας πρόσωπα. Η εχεμύθεια και η διακριτικότητα είναι βασικές αρετές σε μια τέτοια περίπλοκη σχέση».<br />
Σιγά μη δεν καταλάβαινε που το πάει. Χαμογέλασε με τη σκέψη. Πόσες και πόσες φορές δεν συλλογίστηκε, ακούγοντας όλα αυτά:<br />
«Τι κάνει ο άνθρωπος για ένα γαμήσι! Σιγά μη τα καταφέρεις δικέ μου».<br />
Και νάτη τώρα στο φανάρι αρωματισμένη, βαμμένη και φροντισμένη να τον περιμένει γι αυτό ακριβώς το λόγο. Μαύρο είναι το αμάξι που αναβοσβήνει τα φώτα;<br />
*****<br />
Από τη πρώτη στιγμή ένοιωσε άνετα μαζί του. Ο Νίκος φρόντισε με ένα φιλί στο μάγουλο να διώξει τους ενδοιασμούς και με την ατελείωτη λογοδιάρροια επί παντός επιστητού την όποια αμηχανία της στιγμής. Σταμάτησαν για ένα ποτό σε ένα απομακρυσμένο καφέ κάπου στα βόρεια προάστια. Της έπιασε το δεξί χέρι και το έσφιξε μέσα στα δικά του. Ένα γλυκό μούδιασμα άρχισε να απλώνεται σε όλο της το σώμα. Τώρα που τον είχε δίπλα της και τον παρατηρούσε με όλη της την άνεση, ένοιωσε δικαιωμένη. Όλα όσα είχε πλάσει με τη φαντασία της ήταν εδώ και με το παραπάνω. Παράγγειλε ένα καφέ φίλτρου και ο Νίκος ένα ουίσκι με πάγο. Θυμήθηκε αυτό που της είχε πει για τα τρία καλύτερα πράγματα στο κόσμο. Ένα ποτό πριν και ένα τσιγάρο μετά. Ή μήπως ανάποδα; Ποιος νοιάζεται; Έτσι κι αλλιώς ο Νίκος τα έκανε και τα δυο πριν και σίγουρα θα τα έκανε και μετά.<br />
- Τι σκέφτεσαι; τη ρώτησε τρυφερά.<br />
- Όλα και τίποτα. Είμαι μπερδεμένη, Προσπαθώ να τα χωνέψω όλα αυτά και ταυτόχρονα διώχνω κάθε σκέψη από το μυαλό μου, του απάντησε με κάθε ειλικρίνεια.<br />
Ο Νίκος της χαμογέλασε με συγκατάβαση.<br />
- Και εγώ πάνω κάτω τα ίδια αισθάνομαι. Μη με βλέπεις που το παίζω άνετος και κουλ. Η καρδούλα μου το ξέρει. Θέλω μόνο να ξέρεις ότι και για μένα δεν είναι εύκολο. Δεν είναι κάτι που το κάνω συχνά. Το μόνο σίγουρο έτσι που σε κοιτάζω είναι η ορθότητα της απόφασής μας να βρεθούμε. Σηκώθηκε όρθιος και της πρότεινε το χέρι.<br />
- Πάμε;<br />
Ένοιωσε την αδημονία να τη πλημμυρίζει. Τούτος ο άντρας που στεκόταν μπροστά της με το χέρι απλωμένο, όμορφος έξυπνος και καλλιεργημένος, της γεννούσε κύματα πόθου που έκαναν το κορμί της να δονείται. Τον ήθελε μέσα της και τον ήθελε τώρα.<br />
Το ξενοδοχείο ήταν λίγο παρακάτω. Ένα παλιό αρχοντικό πνιγμένο στη βλάστηση, ήσυχο και απόμερο, μακριά από αδιάκριτα βλέμματα. Η Αντιγόνη έμεινε λίγο παραπίσω και ο Νίκος ρύθμισε τις λεπτομέρειες για το δωμάτιο με έναν μοχθηρό γέρο που τα μάτια του έπαιζαν πονηρά και μάλλον της φάνηκε για ιδιοκτήτης. Την ώρα που πέρασε από μπροστά του, της χαμογέλασε με ένα τρόπο που την ενόχλησε σφόδρα. Ανέβηκαν από τη σκάλα στον πάνω όροφο. Στην άκρη του διαδρόμου ίσα που παρατήρησε ένα νεαρό να καθαρίζει τη τζαμαρία. Μόλις τους αντίκρισε χαμήλωσε δουλικά τα μάτια. Της φάνηκε για αλλοδαπός.<br />
Ο Νίκος την ακούμπησε στον ώμο και την τράβηξε απαλά πάνω του.<br />
- Όλη η νύχτα είναι δική μας. Το φαντάζεσαι μωρό μου; της είπε την ώρα που ξεκλείδωνε το δωμάτιο.<br />
*****<br />
Πριν ακόμα κλείσει η πόρτα πίσω τους, την αγκάλιασε τόσο σφιχτά που της έκοψε την ανάσα. Το φιλί του παθιασμένο και ανυπόμονο μαρτυρούσε το τέλος του καθωσπρεπισμού. Τα κορμιά είχαν το δικό τους κώδικα επικοινωνίας ο οποίος πουθενά δεν έγραφε τη λέξη σεμνότητα. Έπεσαν με τα ρούχα στο κρεβάτι. Συνέχισε να τη φιλάει ενώ το χέρι του άρχισε να τη ψαχουλεύει παντού. Τον τράβηξε απελπισμένα πάνω της ενώ τα πόδια της τύλιξαν το σώμα του και κλείδωσαν σε μια λαβή που έσφιγγε όλο και περισσότερο. Είχε πάρει φωτιά και ο Νίκος φρόντισε να τη σβήσει άμεσα και αποτελεσματικά. Αμέσως μετά έγειρε και αυτός στο πλάι και έμειναν για αρκετή ώρα ανάσκελα στο κρεβάτι με τα χέρια ανοιχτά να κοιτάνε το ταβάνι. Πρώτος σηκώθηκε ο Νίκος. Πήγε μέχρι το σακάκι του και από την εσωτερική τσέπη έβγαλε ένα μεταλλικό φλασκί. Ήπιε μια γερή δόση, φάνηκε να τον καίει και πέρασαν δυο λεπτά μέχρι να πάρει ανάσα. Κατακόκκινος και φανερά ικανοποιημένος της άπλωσε το χέρι με το μαραφέτι. Δοκίμασε με επιφύλαξη. Ουίσκι, με μια απαλή γεύση και μεταξένια υφή που άφηνε στο τέλος μια αύρα από κονιάκ.<br />
- Τζόνυ μπλε, της είπε με κρυφό καμάρι.<br />
- Ότι και να είναι, είναι μαγικό, του απάντησε και ξαναδοκίμασε μια πιο θαρραλέα δόση.<br />
Έβγαλαν τα ρούχα, ανασήκωσαν τα σκεπάσματα και ξάπλωσαν στο κρεβάτι. Ο Νίκος άναψε τσιγάρο. Το ποτό την είχε ευθυμήσει. Άρχισε να τον πειράζει. Πρώτα τον φίλησε στο στήθος. Πρόσεξε το ανατρίχιασμα.<br />
- Αυτό ήταν όλο; τον ρώτησε όλο νάζι.<br />
-Υπομονή! Μόνο λίγο καιρό ξαποσταίνει… ψιθύρισε ξεφυσώντας το καπνό.<br />
-Είναι πολύς ο καιρός, απάντησε και συνέχισε να τον φιλάει όλο και πιο κάτω. Ένοιωσε το μόριο του να ξαναζωντανεύει. Πλησίαζε σε επικίνδυνο βαθμό.<br />
- Σταμάτα, της φώναξε πνιχτά, έχω καλύτερο σχέδιο.<br />
Ανασήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε διερευνητικά στα μάτια. Αυτός σηκώθηκε, ξαναπήγε στο σακάκι και από την άλλη εσωτερική τσέπη έβγαλε πάλι ένα μεταλλικό αντικείμενο. Το πέταξε στο κρεβάτι και τότε κατάλαβε ότι ήταν ένα ζευγάρι χειροπέδες.<br />
-Αφού έχεις όρεξη για παιχνίδια, ας δοκιμάσουμε κάτι πιο εξτρίμ. Πέρασε τις χειροπέδες από το κάγκελο του κρεβατιού και δέσε μου τα χέρια, ορίστε και το κλειδί τους. Ακούστηκε σαν τη προστάζει. Η Αντιγόνη έμεινε ακίνητη. Πρώτη φορά της τύχαινε κάτι τέτοιο. Δεν είχε ιδέα που θα χρησίμευε όλο αυτό το σκηνικό και της φάνηκε κάπως παρωχημένο. «Δε βαριέσαι, ας δούμε που θα καταλήξει, όλα εμπειρίες είναι», είπε μέσα της και υπάκουσε. Ήταν εδώ μπροστά της διαθέσιμος και ανήμπορος να αντιδράσει.<br />
- Τώρα είμαι όλος δικός σου. Μπορείς να ολοκληρώσεις αυτό που άρχισες πριν ή να κάνεις οτιδήποτε άλλο γουστάρεις, της είπε και έκλεισε τα μάτια.<br />
Κατά ένα περίεργο τρόπο το όλο θέαμα αντί να την απωθήσει όπως αρχικά νόμιζε, την ερέθισε ακόμα πιο πολύ. Έσκυψε πάλι πάνω του και τον φίλησε στο στήθος. Γεύτηκε την αρμύρα του κορμιού του.<br />
-Με πεθαίνεις, της είπε και το κορμί του τινάχθηκε λες και το χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα.<br />
*****<br />
Η Αντιγόνη στην αρχή δεν κατάλαβε. Κολακεύτηκε μάλιστα για τη δύναμη της να προκαλεί τέτοια κύματα πόθου σε έναν άντρα. Συνέχισε να τον φιλάει. Ακολούθησαν ακόμα δυο τραντάγματα του κορμιού του και μια υπόκωφη κραυγή αγωνίας ακούστηκε, την ώρα που το σώμα έπεφτε σαν άδειο σακί στο κρεβάτι και παρέμενε ακίνητο. Σήκωσε ανήσυχα τα μάτια της και πρόσεξε τη γκριμάτσα ανείπωτου πόνου που είχε αποτυπωθεί στο πρόσωπό του. Ο Νίκος παρέμενε ακίνητος, παραιτημένος. Πίστεψε ότι είχε λιποθυμήσει. Του έδωσε δυο χαστούκια. Τίποτα. Σηκώθηκε, πήγε στο μπάνιο και γέμισε ένα ποτήρι νερό. Όσο πλησίαζε στο κρεβάτι τόσο σφιγγόταν η καρδιά της. Δεν μπορούσε ν' αναπνεύσει, την έλουζε κρύος ιδρώτας. Του έριξε το νερό στο πρόσωπο. Καμιά απόκριση. Έσκυψε και έπιασε το σφυγμό του. Η στυφή γεύση του θανάτου γέμισε το στόμα της. Ατσάλινο μαχαίρι ο πανικός, τεμάχισε τα σωθικά της.<br />
Κατέρρευσε σαν θερισμένο στάχυ στο πάτωμα. Μετά από ώρα έπιασε το κεφάλι της με τα δυο χέρια και προσπάθησε να σηκωθεί όρθια τραβώντας τα μαλλιά της. Δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει το κακό που τη βρήκε. Προσπάθησε να υπολογίσει τις συνέπειες. Καταστροφή! Το σκάνδαλο τεράστιο. Πως θα αντίκριζε τον άντρα της, την κόρη της; Τι θα έλεγε στη γυναίκα αυτού του ανθρώπου, πως θα απαντούσε στα κλαμένα βλέμματα των παιδιών του; Φαντάστηκε την ικανοποίηση στα μάτια των άσπονδων φιλενάδων της και τα κρυφά γελάκια πίσω από τη πλάτη της. Δεν ήθελε τη ζωή της. Με χέρια που έτρεμαν άναψε ένα τσιγάρο. Το πρώτο σε ολόκληρη τη ζωή της. Ένας πνιχτός γεμάτος βήχας τη συντάραξε ολόκληρη. Έπεσε μπρούμυτα στο πάτωμα και επιτέλους μπόρεσε να κλάψει. Ένα παρατεταμένο λυτρωτικό κλάμα.<br />
Μάζεψε τα κομμάτια της και σηκώθηκε από το πάτωμα. Έριξε μια ματιά στο κρεβάτι. Αυτό το, πριν από λίγη ώρα, ποθητό σώμα που τόσα υπέροχα πράγματα ξυπνούσε μέσα της, φάνταζε τώρα σαν ένας σωρός από κρέατα και μόνο απέχθεια της προκαλούσε. Ξαφνικά ένοιωσε την ανάγκη να πιεί έναν ελληνικό καφέ στη βεράντα του σπιτιού της. Αχ, πόσο πεθύμησε το σπίτι της! Αυτή η σκέψη κυριάρχησε και σκέπασε όλα τα άλλα. Ντύθηκε βιαστικά πήρε το παλτό της και άνοιξε τη πόρτα του δωματίου. Στο διάδρομο ο αλλοδαπός με χαμηλωμένο πάντα το βλέμμα φάνηκε σα να της χαμογέλασε.<br />
- Σαλί, τσακίσου και έλα στο τρίτο, ακούστηκε η τσιριχτή φωνή του ξενοδόχου.<br />
Ο υπάλληλος εξαφανίστηκε στη στιγμή. Ευτυχώς στη ρεσεψιόν δεν υπήρχε ψυχή. Προσπέρασε βιαστικά άνοιξε τη πόρτα και βγήκε στο κήπο και το καθαρό αέρα. Ανάσανε βαθειά.<br />
*****<br />
Στάθηκε τυχερή και βρήκε γρήγορα ταξί. Σε όλη τη διαδρομή πάλευε να βάλει σε τάξη τις σκέψεις της. Η λογική επανερχόταν σιγά σιγά. Προσπάθησε να εκτιμήσει τη κατάσταση όσο πιο ψύχραιμα μπορούσε. Δεν έφταιγε αυτή για το θάνατο του Νίκου. Μπορούσε να του συμβεί οπουδήποτε, ακόμα και την ώρα που οδηγούσε. Γιατί τότε να μπλέξει σε κάτι που δεν το προκάλεσε; Εκτός από την εικόνα της, ο ξενοδόχος δεν είχε κανένα άλλο στοιχείο. Ταυτότητα δική της δεν άφησε. Τα πράγματά της, παρά τον πανικό, τα είχε πάρει όλα από το δωμάτιο. Ακόμα και το κλειδί από τις χειροπέδες. Τίποτα και κανένας δεν μπορούσε να τη συνδέσει με το μακαρίτη. Όσο ανέλυε τη κατάσταση τόσο το αποτέλεσμα της προκαλούσε μια περίεργη έξαψη. «Είμαι τυχερή μέσα στην ατυχία μου» σκέφτηκε με ανακούφιση.<br />
Το κινητό του ταξιτζή χτύπησε και ο ήχος του δημιούργησε ένα ρεύμα τρόμου που τη πάγωσε σύγκορμη. Μόλις που συγκράτησε μια κραυγή. Το κινητό του Νίκου! Πως δεν το είχε σκεφτεί; Είναι δυνατόν να είναι τόσο άτυχη; Ο Νίκος είχε αγοράσει ένα δεύτερο κινητό με κάρτα για να μην εντοπίζονται τα τηλεφωνήματά του. Φύλαγε τα ρούχα του. Από κει τη καλούσε κάθε φορά που μιλούσαν. Το δικό της κινητό όμως ήταν με σύνδεση και μάλιστα στο όνομα του άντρα της. Το πρώτο πράγμα που θα έλεγχε η αστυνομία θα ήταν το κινητό. Θα έβλεπαν σε ποιον ανήκει ο αριθμός με τις αναρίθμητες κλήσεις, θα τον καλούσαν και τέλος. Ένοιωσε σαν παγιδευμένο αγρίμι. Όχι! Δεν θα το άφηνε έτσι.<br />
- Μπορείς να γυρίσεις πίσω σε παρακαλώ, κάτι ξέχασα, είπε στο ταξιτζή.<br />
- Μάλιστα μανδάμ, απάντησε ενοχλημένος αυτός.<br />
Παρατήρησε για πρώτη φορά τη κίνηση στο δρόμο. Αδημονία και άγχος την κατέλαβαν. Έφτασε κάποτε και με ταχύ βήμα διέσχισε το κήπο. Η ρεσεψιόν εξακολουθούσε να είναι άδεια. Με δυο δρασκελιές ανέβηκε τις σκάλες και έφτασε στη πόρτα του δωματίου. Ερμητικά κλειστή. Τώρα; Πρόσεξε ότι η κλειδαριά ήταν παλιάς τεχνολογίας και προσπάθησε να την ανοίξει με τη ταυτότητά της. Βήματα ακούστηκαν στη σκάλα. Είχε πλημυρίσει στον ιδρώτα. Τα βήματα όλο και πλησίαζαν. Έκανε μια τελευταία προσπάθεια και η ριμάδα άνοιξε. Μπήκε φουριόζα στο δωμάτιο και έκλεισε τη πόρτα προσεκτικά χωρίς να κάνει θόρυβο. Άκουσε τον αλλοδαπό να σφυρίζει έναν άγνωστο σκοπό. Γύρισε το σώμα της προς τα μέσα και η φρίκη τη τύλιξε ολόκληρη σαν παγωμένο ανακόντα.<br />
Το πτώμα έλειπε. Κανένα ίχνος από τις χειροπέδες, κανένα ίχνος ανθρώπινης παρουσίας. Το κρεβάτι στρωμένο και τακτοποιημένο έτοιμο να υποδεχτεί τους εραστές του απόλυτου τίποτα.<br />
Έχασε το έδαφος κάτω από τα πόδια της. Η λογική την έκανε με ελαφρά πηδηματάκια. Η απόγνωση την έπνιξε. Ο ξενοδόχος προφανώς είχε ανακαλύψει τι είχε συμβεί. Πιθανόν να είχε κρυφές κάμερες και να έπαιρνε μάτι. Γι αυτό έλειπε από τη ρεσεψιόν. Και τώρα θα την εκβιάζει. Και αν εκτός από λεφτά αυτός ο γλοιώδης απαιτήσει και σεξ; Το πτώμα πως το πήρε από κει; Μόνος του αποκλείεται, θα έχει και συνεργό. Ο Αλβανός, ο υπάλληλος ποιος άλλος; Και αν απαιτήσουν να τη πάρουν και οι δυο μαζί;<br />
Η τελευταία σκέψη της έφερε αναγούλα. Έτρεξε προς το μπάνιο και ίσα που πρόλαβε να ακουμπήσει στο νεροχύτη. Αυτό που βγήκε από μέσα της μύριζε φτηνό ουίσκι χωρίς καθόλου αύρα από κονιάκ. Σκουπίστηκε, άνοιξε τη πόρτα και σαν τρελή έτρεξε προς την έξοδο. Μπήκε στο ταξί και έκλεισε τα μάτια. Ο εγκέφαλός της αρνιόταν πεισματικά να λειτουργήσει. Ούτε που κατάλαβε πότε έφτασε στο σπίτι.<br />
*****<br />
Ο Παρασκευάς, πολιτικός μηχανικός του δημοσίου και με άκρες στη κυβέρνηση, παλιός φίλος της οικογένειας, είναι ο άνθρωπος που η Αντιγόνη μετά από πολύ σκέψη αποφάσισε να του φανερώσει το πρόβλημά της. Με τις κατάλληλες γνωριμίες στην αστυνομία, ίσως να μπορούσε να τη γλυτώσει από τον εκβιασμό και να αποφύγει το σκάνδαλο. Θυμήθηκε ότι εδώ και χρόνια τη γουστάρει, με έναν ιδιαίτερα αξιοπρεπή τρόπο, χωρίς ποτέ να της δημιουργήσει πρόβλημα αλλά και χωρίς να δώσει το δικαίωμα σε κανένα για το παραμικρό σχόλιο. Με δυο λόγια άψογος. Έκλεισαν το ραντεβού στη καφετέρια της γειτονιάς. Μετά τα τυπικά, ήταν έτοιμη να τα ομολογήσει όλα.<br />
- Μου συνέβη κάτι τραγικό και ανεξήγητο συνάμα. Θέλω τη βοήθεια σου, του είπε.<br />
- Είμαι στη διάθεσή σου, της χαμογέλασε πρόσχαρα.<br />
- Χτες το βράδυ… ξεκίνησε να του λέει, όταν χτύπησε το κινητό της.<br />
- Μισό, του κάνει και βλέπει τη κλήση. Ένοιωσε πάλι το χέρι του φόβου να τη ψαχουλεύει. Την καλούσαν από το κινητό του Νίκου! Σηκώθηκε παραπατώντας και μαζί της σαν σε στρόβιλο σηκώθηκαν τα τραπέζια, οι καρέκλες και τα ποτήρια σε ένα τρελό χορό. Τα χρώματα άρχισαν να εξαφανίζονται και το ασπρόμαυρο να δεσπόζει στο σύμπαν. «Δεν πρόλαβα» ήταν το μόνο που σκέφτηκε όταν έφερε το ακουστικό στο αυτί της.<br />
- Ναι… ψέλλισε ξεψυχισμένα. Η γυναικεία φωνή στην άλλη άκρη ακούστηκε άγνωστη.<br />
- Η κυρία Αντιγόνη;<br />
- Η ίδια, τι θέλετε; Η φωνή της ίσα που ακούστηκε.<br />
- Ηρέμησε. Είμαι γυναίκα του Νίκου. Και για να μη σε κρατώ σε αγωνία σου λέω ότι κανείς δεν πρόκειται να μάθει για σένα.<br />
- Μα πως; τι συνέβη; γιατί; μάσησε τα λόγια της.<br />
- Δεν έχω χρόνο και θα στα πω επιγραμματικά. Ήξερα για τις περιπέτειες του άντρα μου. Δεν ήσουν η μόνη. Εδώ και τρεις μήνες τον παρακολουθώ με ιδιωτικό ντετέκτιβ. Χτες το βράδυ όταν σε είδε σε έξαλλη κατάσταση να φεύγεις μόνη από το ξενοδοχείο κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Μπήκε μέσα, άνοιξε τη πόρτα και αντίκρισε το γνωστό σκηνικό. Με τη πείρα του κατάλαβε ότι δεν ήταν εγκληματική ενέργεια. Ήξερε ότι ήταν καρδιοπαθής. Πρόπερσι τέτοιο καιρό είχε ξαναπάθει έμφραγμα. Δεν έβαλε μυαλό. Συνέχισε να καπνίζει και να πίνει. Από τότε άρχισε και τις γνωριμίες από το ιντερνέτ. Ο ντετέκτιβ μου τηλεφώνησε, μου εξήγησε τι είχε συμβεί και με ρώτησε τι να κάνει. Του είπα να αποφύγει πάση θυσία τη δημοσιότητα και το σκάνδαλο. Ήθελα να προφυλάξω την υστεροφημία του και τα παιδιά μου. Τον αγάπησα αυτόν τον άνθρωπο. Και μέχρι ένα σημείο τον καταλάβαινα. Με τη βοήθεια του ξενοδόχου τον έβαλαν στο αμάξι του ντετέκτιβ και τον έφερε σπίτι. Μετά από λίγο κάλεσα το γιατρό του που απλά πιστοποίησε το θάνατό του από καρδιακή ανακοπή. Είκοσι χιλιάρικα εξαγόρασα τη σιωπή του ξενοδόχου. Στα λέω όλα αυτά γιατί διάβασα την αλληλογραφία σας στο χοτμέιλ. Ήταν τόσο εύκολο. Είχε για κωδικό τη χρονιά γέννησής του. Διαπίστωσα ότι τον αγάπησες πραγματικά και καταλαβαίνω πόσο θα σου στοίχησε όλο αυτό. Γεια σου και καλή τύχη.<br />
Πρώτα επέστεψαν στη θέση τους τα τραπέζια. Ο νόμος της βαρύτητας. Μετά όλα τα άλλα. Τα χρώματα διαγωνίζονταν μεταξύ τους για το ποιο θα λάμψει περισσότερο. Επέστρεψε στο τραπέζι.<br />
- Λοιπόν τι το φοβερό έγινε χτες; τη ρώτησε ο Παρασκευάς γεμάτος ενδιαφέρον.<br />
- Είναι τρομερό! Δεν θα το πιστέψεις. Ανακάλυψα ότι o άνδρας μου με απατά.<br />
- Απίστευτο, είπε ο Παρασκευάς, με μια χαρούμενη έκπληξη, όταν ξαναχτύπησε το τηλέφωνό της.<br />
- Κλείστο επιτέλους να μιλήσουμε, της φώναξε με προσποιητή αγανάκτηση.<br />
- Θα απαντήσω και αμέσως θα το κλείσω, του είπε και του χάρισε ένα χαμόγελο γεμάτο υποσχέσεις.<br />
-Ναι…<br />
- Το κυρία Αντιγκόνι;<br />
- Ποιος είναι;<br />
- Σαλί εντώ! <img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1109574022742810727-7706503985663818734?l=koukosmonos.blogspot.com' alt="-" /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Όμορφος τρόπος</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2009/01/31/%ce%8c%ce%bc%ce%bf%cf%81%cf%86%ce%bf%cf%82_%cf%84%cf%81%cf%8c%cf%80%ce%bf%cf%82</link>
		<pubDate>Sat, 31 Jan 2009 10:34:00 -0500</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2009/01/31/%ce%8c%ce%bc%ce%bf%cf%81%cf%86%ce%bf%cf%82_%cf%84%cf%81%cf%8c%cf%80%ce%bf%cf%82</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://1.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SYQNUAIOaYI/AAAAAAAABPo/Sgxu_Q78xdI/s1600-h/438721707_426a8738f8.jpg"><img src="http://1.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SYQNUAIOaYI/AAAAAAAABPo/Sgxu_Q78xdI/s400/438721707_426a8738f8.jpg" alt="-" /></a>Πως το λέγανε οι αρχαίοι, ενός κακού μύρια έπονται; Έτσι ακριβώς! Όλες οι μέρες της προηγούμενης βδομάδας έκαναν διαγωνισμό για το πια θα αναδειχτεί χειρότερη. Και εγώ χτες το βράδυ έπρεπε να αναδείξω τη νικήτρια. Εδώ να δεις δίλλημα, δεν κοιμήθηκα όλη τη νύχτα. Το πρωί είδα κι έπαθα να σηκωθώ από το κρεβάτι. Εντάξει και στα καλύτερά μου να είμαι, δεν σηκώνομαι εύκολα. Σήμερα ένας λόγος παραπάνω. Όλα μου φταίνε και τους φταίω. Ναι, υπάρχει μια αμοιβαιότητα στα αισθήματα μεταξύ του σύμπαντος και εμού προσωπικά. Με τα πολλά κατάφερα να πάω στο αμάξι. Στο ραδιόφωνο η Νόα διαπιστώνει ότι η ζωή είναι ωραία και μου ζητάει να χαμογελάσω, έτσι χωρίς λόγο, να αγαπήσω σαν μικρό παιδί και άλλες τέτοιες χαριτωμενιές. Έλεος! Βαλτοί είστε όλοι;<br />
<a href="http://koukouboi.blogspot.com/2009/01/beautiful-that-way-la-vita-e-bella.html">Στίχοι</a>: Noa + Gil Dor - Μουσική: Nicola Piovani<br />
<br />
<br />
<br />
<br />
Στη πρώτη στροφή ξεχώρισα τη κυρά Σοφία να περιμένει το λεωφορείο. Σταμάτησα και τη πήρα και με την ευκαιρία έκλεισα χαιρέκακα το ράδιο πάνω στην ώρα που ζητούσε να ξεχάσω τη θλίψη μου. Μετά τη καλημέρα και τα πρώτα τυπικά λόγια για τον καιρό, έπεσε βαριά σιωπή. Βυθισμένοι και οι δυο στις σκέψεις μας, αντικρίσαμε την ανατολή από τα παράλια, με τον ήλιο κακόκεφο, τη θάλασσα μισοκοιμισμένη και τη μέρα βιαστική και ανυπόμονη να εισβάλει από παντού. Η κυρά Σοφία είναι μια γυναίκα που πρέπει να πλησιάζει τα εβδομήντα, αν δεν τα έχει πατήσει ήδη. Δουλεύει δυο ή τρεις φορές τη βδομάδα σαν οικιακή βοηθός σε ένα σπίτι για να συμπληρώνει τη σύνταξη του άντρα της. Είχα πολλές μέρες να τη πετύχω και υπέθεσα ότι έτσι καθυστερημένος που φεύγω από το σπίτι, με προλαβαίνει το λεωφορείο. Κάτι έπρεπε να πω.<br />
- Άλλαξε ώρα το δρομολόγιο; Μέρες έχω να σε πετύχω στη στάση.<br />
- Όχι παιδί μου, εγώ έχω πολύ καιρό να δουλέψω. Που να στα λέω. Ο γέρος μου (έτσι χαϊδευτικά λέει τον άντρα της) αρρώστησε και δεν μπορούσα να τον αφήσω μόνο του.<br />
- Περαστικά, της λέω αμέσως. Είναι κάτι σοβαρό;<br />
- Πιο σοβαρό δεν γίνεται. Έπαθε εγκεφαλικό. Ευτυχώς ήταν ελαφρύ και τη γλύτωσε. Βγήκαμε από το νοσοκομείο και έπρεπε να είμαι δίπλα του. Δεν θέλω να κουράζω και τις νύφες μου και έτσι άφησα για λίγο τη δουλειά. Τώρα όμως είναι καλύτερα και εγώ πρέπει να δουλέψω γιατί δεν τα βγάζουμε πέρα. Δύσκολη είναι η ζωή παιδί μου. Μόνο όταν πεθάνω θα ξεκουραστώ, είπε και μου φάνηκε σα να θόλωσαν λίγο τα μάτια της. Προσπάθησα να τη παρηγορήσω.<br />
- Έλα, η ζωή είναι ωραία, της πέταξα επηρεασμένος προφανώς από το τραγούδι και αμέσως δαγκώθηκα. “Θεέ μου, τι παπαριές λέω στη γυναίκα πρωί πρωί” είπα μέσα μου και προσπάθησα να το μαζέψω.<br />
- Να σκέφτεσαι θετικά, πέρασες από μια δύσκολη κατάσταση και τα πράγματα θα μπορούσαν να ήταν χειρότερα. Έχεις τον άνθρωπό σου, μην το ξεχνάς αυτό. Και αν κρίνω και από τον τρόπο που μιλάς για αυτόν, θα πρέπει να τον αγαπάς πολύ.<br />
Το βλέμμα της ξαφνικά σκοτείνιασε και πρόσεξα που τσιτώθηκε, σαν τη χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα. Πέρασε ένα βασανιστικό λεπτό πριν απαντήσει.<br />
- Άμα ήξερα λίγα γράμματα θα έγραφα βιβλίο για τη ζωή μου. Τι να σου πρωτοπώ, από πού να αρχίσω και που να τελειώσω. Δώδεκα χρονών παιδί ήμουν ότι ήρθε ο άντρας μου και με ζήτησε από τη χήρα μάνα μου. Η μάνα μου στην αρχή αρνήθηκε αλλά αυτός επέμενε και στο τέλος υπέκυψε. Φτώχια παιδί μου, φτώχια αβάσταχτη και ένα στόμα λιγότερο ήταν λίγο παραπάνω ζωή για τους υπόλοιπους. Ποιος ήξερε από αγάπες και από άντρες σε αυτή την ηλικία; Ήμουν λίγο αναπτυγμένη αλλά ήμουν παιδί, ούτε η περίοδος δεν μου είχε έρθει ακόμα. Με πήγε στη μάνα του, και έμεινα μαζί της τρία χρόνια μέχρι να γυρίσει από φαντάρος και να παντρευτούμε. Δύσκολα χρόνια. Από τη μεγάλη φτώχεια περάσαμε στην ανυπόφορη φτώχεια. Και δεν μας έφταναν όλα αυτά ήταν και ζηλιάρης. Όχι με τον τρόπο που κολακεύει κάθε γυναίκα. Όχι. Ήταν αρρωστημένα ζηλιάρης παιδί μου. Εκείνα τα χρόνια η μόνη μας διασκέδαση ήταν η βόλτα το απόγευμα του Σαββάτου. Μη κοιτάς τώρα που γέμισε σπίτια και αυτοκίνητα ο τόπος, τότε ήταν όλο χωράφια και δέντρα. Το βράδυ μαζευόμαστε στο καφενείο, πίναμε και τραγουδούσαμε. Έτσι και με κοίταζε κάποιος άντρας, αμέσως ζητούσε το λόγο και μετά το καυγά με τραβούσε για το σπίτι. Εκεί συνέχιζε να μου φωνάζει, και όταν προσπαθούσα να δικαιολογηθώ με χτυπούσε. Και μετά από όλα αυτά έπεφτε πάνω μου σαν ζώο και με βίαζε.<br />
Σκούπισε βιαστικά ένα δάκρυ. Είχα μείνει άφωνος. Προσπάθησα να συγκρατήσω την οργή μου.<br />
- Μα πως τα ανεχόσουν όλα αυτά; Γιατί δεν τον χώριζες; Χαμογέλασε πικρά και με κοίταξε με συγκατάβαση. Ποιος ξέρει τι να σκέφτηκε για μένα κείνη την ώρα.<br />
- Εύκολο νομίζεις ότι ήταν αυτή την εποχή; Εκτός από το γεγονός ότι δεν είχα να πάω πουθενά, ήμουν κτήμα του, πώς να στο πω, δούλα του. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου κάποιον υπηρετούσα. Πίστεψα ότι αυτός ήταν ο προορισμός μου, γι αυτό το λόγο γεννήθηκα. Και έτσι πέρασαν τα χρόνια και ξοδεύτηκε η ζωή μου. Και τώρα που είναι ανήμπορος και με παρακαλάει για λίγο νερό, δεν νοιώθω γι αυτόν κανένα μίσος, μόνο λύπη. Αποδέχτηκα πια το γεγονός ότι αυτή ήταν η μοίρα μου. Ζωή με το στανιό παιδί μου και όμως αποζήτησα κάθε τι που θα την έκανε καλύτερη, υποφερτή. Από τα πιο μικρά πράγματα όπως μια ζεστή καλημέρα στη γειτόνισσα, μέχρι τα πιο μεγάλα όπως ένα ηλιοβασίλεμα στη Χαραμίδα.<br />
Είχα σταματήσει στο σημείο που την αφήνω κάθε φορά και περίμενα ευλαβικά να τελειώσει χωρίς να διανοηθώ να τη διακόψω ούτε στιγμή. Μου χαμογέλασε και αφού με ευχαρίστησε άνοιξε τη πόρτα και κατέβηκε. Έμεινα εκεί και την έβλεπα να απομακρύνεται, χαμένος στο κόσμο μου. Κάποια στιγμή ξεκίνησα για τη δουλειά και για πρώτη φορά παρατήρησα τη μέρα. Λιτή και απέριττη, χωρίς κανένα σύννεφο να τη στολίζει, φωτεινή και λαμπερή να μου κλείνει το μάτι παιχνιδιάρικα. Χαμόγελο ήταν αυτό που σχηματίστηκε στα χείλη μου; Θα σας γελάσω, δεν κοίταξα στο καθρέπτη.<br />
Η μέρα, ανεξήγητα πως, κύλισε ευχάριστα. Τίποτα και κανένας δεν μπορούσε να μου χαλάσει το κέφι. Και προσπάθησαν όλοι τους φιλότιμα. Το μεσημέρι, άφησα λίγο το γραφείο για μια βόλτα στο καθαρό αέρα. Παρατήρησα τη κερασιά στην αυλή που διάλεξε τη τελευταία μέρα του Γενάρη για να φορέσει τα λευκά της. <a href="http://www.snapdrive.net/%3Futm_source%3Dplayerlogo%26utm_medium%3Dflashplayer_rev1"></a><img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1109574022742810727-4449984453625202256?l=koukosmonos.blogspot.com' alt="-" /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Το φαινόμενο της ερωτευμένης πεταλούδας</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2009/01/18/%ce%a4%ce%bf_%cf%86%ce%b1%ce%b9%ce%bd%cf%8c%ce%bc%ce%b5%ce%bd%ce%bf_%cf%84%ce%b7%cf%82_%ce%b5%cf%81%cf%89%cf%84%ce%b5%cf%85%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%b7%cf%82_%cf%80%ce%b5%cf%84%ce%b1%ce%bb%ce%bf%cf%8d%ce%b4%ce%b1%cf%82</link>
		<pubDate>Sun, 18 Jan 2009 20:20:00 -0500</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2009/01/18/%ce%a4%ce%bf_%cf%86%ce%b1%ce%b9%ce%bd%cf%8c%ce%bc%ce%b5%ce%bd%ce%bf_%cf%84%ce%b7%cf%82_%ce%b5%cf%81%cf%89%cf%84%ce%b5%cf%85%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%b7%cf%82_%cf%80%ce%b5%cf%84%ce%b1%ce%bb%ce%bf%cf%8d%ce%b4%ce%b1%cf%82</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%98%CE%B5%CF%89%CF%81%CE%AF%CE%B1_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CF%87%CE%AC%CE%BF%CF%85%CF%82"><img src="http://1.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SXNzsEMP6UI/AAAAAAAABOk/gzHaj7PX0yw/s400/600px-Lorenz_system_r28_s10_b2-6666.png" alt="-" />O ελκυστής του Λόρεντζ</a><br />
<br />
Η πιο ωραία στιγμή της βδομάδας είναι το απόγευμα της Παρασκευής. Τότε βρισκόμαστε με τον κολλητό μου και πίνουμε το καφέ μας σε μια καφετέρια στο πιο κεντρικό και πολύβουο σημείο της πόλης. Παλιότερα είχαμε συζητήσει το θέμα της πολυκοσμίας και της φασαρίας και είχαμε σκεφτεί να μετακομίσουμε σε ένα καφενεδάκι εκτός πόλης, στους πρόποδες ενός βουνού. Απορρίψαμε όμως την ιδέα, πρώτον γιατί δεν είχε εσπρέσο και δεύτερον γιατί θα χάναμε ένα βασικό εργαλείο δουλειάς, το σχολιασμό αγνώστων. Ο σχολιασμός δεν είναι κοινό κουτσομπολιό. Κάθε άλλο. Όταν έχουμε εξαντλήσει ένα θέμα, πολιτικό ή κοινωνικό, ασχολούμαστε με κάποιον άγνωστο που βρίσκεται στο μαγαζί, κατά προτίμηση μόνο και προσπαθούμε από την όλη του παρουσία να πλάσουμε μια ιστορία. Το μόνο εμπόδιο για το που θα φτάσουμε την ιστορία, είναι τα όρια της φαντασίας μας.<br />
Προχτές το απόγευμα ο Μιχάλης είχε τρελά κέφια. Μόλις παραγγείλαμε τα καφεδάκια μπήκε κατευθείαν στο ψητό.<br />
- Τι θα κουβεντιάσουμε σήμερα, έχεις κάποια προτίμηση; με ρώτησε δήθεν αδιάφορα.<br />
- Μιχαλάκη μπες κατευθείαν στο θέμα. Και να έχω προτίμηση θα πάμε τη κουβέντα εκεί που θέλεις εσύ, οπότε ξεκίνα, του είπα χωρίς κανένα ίχνος δυσαρέσκειας στο ύφος μου.<br />
- Πως με πιάνεις, είπε και μου χαμογέλασε με το μοναδικό του τρόπο. Σοβάρεψε απότομα και πήρε το γνωστό του ύφος.<br />
- Το φαινόμενο της πεταλούδας το γνωρίζεις; Το έχεις ακουστά; Η αλήθεια είναι ότι κάτι είχα ακούσει, κάτι πρέπει να είχα διαβάσει κάποτε, αλλά δεν ήμουν και σίγουρος.<br />
- Εεε, νομίζω ναι, απάντησα με μια δόση αμφιβολίας στη φωνή μου.<br />
- Συνέχισε να προσπαθείς, μου είπε σαδιστικά. Σιγά μη με άφηνε έτσι εύκολα.<br />
- Νομίζω ότι έχει σχέση με τη φυσική. Λέει κάτι εντελώς ακαταλαβίστικο. Ότι μια πεταλούδα που πετάει στη Κίνα μπορεί να προκαλέσει έναν τυφώνα στην Αμερική. Τον κοίταξα επιζητώντας επιείκεια. Είχα αρχίσει να ιδρώνω από τη προσπάθεια.<br />
- Μπράβο, μου είπε επιδοκιμαστικά. Είναι μέρος της θεωρίας του χάους. Λέει με απλά λόγια ότι είναι δυνατόν να υπάρχουν αλληλεπιδράσεις μεταξύ πραγμάτων που φαινομενικά δεν έχουν καμιά σχέση μεταξύ τους. Δηλαδή κάποιες απειροελάχιστες δράσεις μπορούν δημιουργήσουν τεράστιες αλλαγές, συνέχισε.<br />
- Δεν το ήξερα ότι έχουμε ξεπέσει τόσο, ώστε να συζητάμε θέματα φυσικής, προσπάθησα να τον πειράξω. Κατά βάθος αυτό που έλεγα το πίστευα. Εγώ ήμουνα της κλασσικής κατεύθυνσης, ο Μιχάλης τελείωσε το πρακτικό λύκειο και σπούδασε μαθηματικός.<br />
- Μα δεν θα κουβεντιάσουμε για φυσική, είπε και τα μάτια του φωτίστηκαν.<br />
- Τότε γιατί με πρήζεις ρε Μιχάλη με θεωρίες; Μου φτάνει το δικό μου χάος. Η απορία μου ακούστηκε πολύ εύλογη, τουλάχιστον σε μένα.<br />
- Θα συζητήσουμε το φαινόμενο της ερωτευμένης πεταλούδας, μου πέταξε θριαμβευτικά. Ομολογώ ότι με κούφανε. Προσπάθησα να συνέλθω. Ωραία, είπα μέσα μου. Μπορεί να πήγαμε στη φυσική ιστορία, αλλά τουλάχιστον γλυτώσαμε τη φυσική. Δεν ήταν και λίγο.<br />
- Και τι χρειαζόταν όλη αυτή η εισαγωγή με τη φυσική, το φαινόμενο και το χάος;<br />
- Μα από το γνωστό σε όλο τον κόσμο φαινόμενο της πεταλούδας, πήρα την ονομασία για την εξαιρετική μου ανακάλυψη που την ονόμασα το φαινόμενο της ερωτευμένης πεταλούδας, είπε και τα λόγια του έτρεμαν από συγκίνηση.<br />
Παρατήρησα το τύπο στο διπλανό τραπέζι να αφήνει για λίγο την εφημερίδα του και να μας κοιτάζει με απορία. Είπα στο Μιχάλη να μιλάει πιο σιγά. Άνοιξα το κίτρινο φακελάκι με τον Old Holborn, το μύρισα και τσίμπησα με την άκρη του χεριού μου τη σωστή δόση καπνού. Τράβηξα ένα χαρτάκι από τα πράσινα Rizla και άρχισα να στρίβω το τσιγάρο. Το έκανα με τέτοια ιεροτελεστία που ο Μιχάλης ασυνείδητα είχε σταματήσει να μιλάει και με παρατηρούσε με κρυφό θαυμασμό. Το άναψα και τράβηξα μια γερή τζούρα.<br />
- Και τι λέει το περίφημο φαινόμενο σου; Τον ρώτησα ενώ παράλληλα ξεφυσούσα με απόλαυση τον καπνό.<br />
- Έχεις παρατηρήσεις τις πεταλούδες της νύχτας; Ε, λοιπόν κατά έναν ανεξήγητο τρόπο, κατευθύνονται προς τη πυρακτωμένη λάμπα και ενώ ξέρουν ότι θα καούν συνεχίζουν να το κάνουν. Υπάρχει που λες, ένα είδος γυναίκας που ενώ ξέρει ότι έχει μπλέξει σε μια ερωτική κατάσταση που θα την συντρίψει ψυχολογικά και αισθηματικά , συνεχίζει να το κάνει μέχρι την ολοκληρωτική της καταστροφή. Η συνείδησή της φωνάζει, οι φίλοι της φωνάζουν, τίποτα όμως δεν είναι ικανό να την σταματήσει. Όπως η πεταλούδα έτσι και αυτή, γοητευμένη από το φως, χάνει τα μυαλά της και χάνεται.<br />
Σιωπή έπεσε στο τραπέζι. «Ωραία τοποθέτηση σκέφτηκα. Αλλά γιατί το περιορίζει το φαινόμενο στις γυναίκες; Πρέπει να ισχύει και για ένα ορισμένο τύπο αντρών. Δεν υπάρχουν πεταλούδοι που να καίγονται; Πως διάολο λένε την αρσενικιά πεταλούδα;» Ο Μιχάλης δεν μου άφησε περιθώρια για παραπάνω σκέψεις.<br />
- Η Μυρσίνη είναι μια συμπαθητική γυναίκα σαράντα περίπου ετών. Μετρίου αναστήματος, με όμορφα χαρακτηριστικά και με ένα χαμόγελο που τη δείχνει αρκετά νεότερη τις σπάνιες φορές που το αντικρίζεις. Την έχω γνωρίσει στη δουλειά και συζητάμε πολύ και για πολλά θέματα. Από πολιτική μέχρι θρησκεία και από σχέσεις μέχρι γάμους. Είναι χωρισμένη εδώ και τρία χρόνια, έχει δυο παιδιά που υπεραγαπά και ένα δεσμό με ένα τύπο έξι χρόνια νεότερό της. Μέχρι εδώ τίποτα το μεμπτό. Τα περίεργα αρχίζουν με το δεσμό. Δεν είναι ακριβώς δεσμός με την κλασική έννοια, μάλλον σαν μια σύμβαση πηδήματος θα το χαρακτήριζα.<br />
- Δηλαδή έχουνε συμφωνήσει ότι δεν τρέχει κάτι σοβαρό μεταξύ τους, αλλά γουστάρουν να πηδιούνται; Τον ρώτησα με απορία.<br />
- Περίπου.<br />
- Μα και έτσι να είναι που βλέπεις το μεμπτό; Μεγάλα παιδιά είναι. Από πότε έγινες πουριτανός ρε Μιχάλη;<br />
- Πάντα βιαστικός. Άσε με να ολοκληρώσω, είπε με στόμφο και σκάσαμε στα γέλια με τη κλασική ατάκα των τηλεμαϊντανών. Πήρε ξανά το σοβαρό του ύφος και συνέχισε.<br />
- Έλεγα λοιπόν, ότι ο τύπος είναι κλασικός μπήχτης. Η Μυρσίνη τον γνώριζε από παλιά. Είχε δεσμό με μια φιλενάδα της και αυτό δεν τον σταμάτησε να της τα ρίξει και της ίδιας. Μετά από πολύ καιρό τον συνάντησε σε ένα μπαρ και χωρίς να το πολυσκεφτεί του έδωσε ένα χαρτάκι με το τηλέφωνό της. Αυτό ήταν. Της τηλεφώνησε, πήγαν στο σπίτι του και χωρίς πολλά πολλά έπεσαν με τα μούτρα στη δουλειά. Ο τύπος αποδείχτηκε πολύ καλός. Μου εκμυστηρεύτηκε ότι για πρώτη φορά στη ζωή της ένοιωσε τέτοια απόλαυση. Ήθελε να του το πει, να το φωνάξει αλλά δεν της άφησε κανένα περιθώριο. Της είπε να φύγει και θα της τηλεφωνούσε να ξαναβρεθούν. Αυτό συνεχίστηκε για πολύ καιρό. Η Μυρσίνη τον ερωτεύθηκε απελπισμένα. Γνώριζε ότι τα είχε και με άλλες, αλλά συνέχιζε. Ήθελε να του δώσει να καταλάβει ότι τον αποδέχεται όπως είναι . Ότι εκτιμάει το γεγονός που δεν υποκρίνεται πως είναι κάποιος άλλος. Βαθειά όμως μέσα της υπήρχε η ελπίδα ότι θα παίξει κάποιο ρόλο στη ζωή του, και πως αυτό το κάτι δεν θα περιορίζονταν μόνο στο σεξ. Τίποτα. Έπεφτε πάνω σε τοίχο και αυτό μεγάλωνε την απελπισία της. Βρέθηκε σε άγρια εσωτερική σύγκρουση. Έκανε μια τελευταία προσπάθεια μήπως τον ταρακουνήσει. Επιχείρησε μια ηρωική έξοδο. Του ανακοίνωσε ότι χωρίζουν. Αυτός της ευχήθηκε ψυχρά καλή τύχη. Δεν άντεξε πάνω από δέκα μέρες και επέστρεψε ξανά. Και αυτό θα γίνεται μέχρι να καεί οριστικά. Είναι καταδικασμένο να τελειώσει άδοξα χωρίς διάρκεια και προοπτική. Κατάλαβες τώρα γιατί το ονομάζω φαινόμενο; Και γιατί το συνδέω με την πεταλούδα; Μπορείς να με δοξάσεις είπε με καμάρι.<br />
- Πριν το κάνω αυτό, εξήγησέ μου γιατί το διαρκώ είναι προτιμότερο από το καίγομαι; Ο τόνος της φωνής μου είχε αρχίσει να ανεβαίνει. Ξέχασες τι λέει το τραγούδι; «Αξίζει φίλε να υπάρχεις για ένα όνειρο/ κι ας είναι η φωτιά του να σε κάψει».<br />
- Μα δεν έχει ανταπόκριση. Ο τύπος ούτε που νοιάζεται γι αυτήν. Δεν το κατάλαβες; Την κοροϊδεύει και την εκμεταλλεύεται. Και η τραγωδία είναι ότι η Μυρσίνη το ξέρει αυτό και το αποδέχεται, μου απάντησε.<br />
- Αν κατάλαβα καλά, θέλεις να δείξεις πόσο έξω από τις τρέχουσες κοινωνικές συμβάσεις είναι το να ακούς και να ακολουθείς την καρδιά σου. Γιατί εγώ δεν βρίσκω κάτι το μεμπτό στο καλό γαμήσι. Τι κι αν ο ένας από τους δύο είναι ερωτευμένος, αφού υπάρχει η ξεκάθαρη θέση του άλλου. Άλλωστε ο έρωτας πάντα βοηθούσε να είναι καλύτερο το σεξ. Αν στη θέση της γυναίκας ήταν άντρας θα είχες την ίδια άποψη; Ότι δηλαδή είναι εκμετάλλευση; Τι θες να μου πεις; Ότι ο άντρας πηδάει και η γυναίκα πηδιέται; Είχα κοκκινίζει από την έξαψη και σχεδόν φώναζα. Ο τύπος από δίπλα είχε αφήσει την εφημερίδα στο τραπέζι και τα προσχήματα στην άκρη και μας κοιτούσε απροκάλυπτα. «Έτσι και φτιάχνει ιστορία για μένα πρέπει να ξεκινάει από το Δαφνί. Αν όχι σίγουρα θα καταλήγει» σκέφτηκα. Ήταν η σειρά του Μιχάλη να μου πει να μη φωνάζω. Συνεχίσαμε χαμηλόφωνα.<br />
Ο Μιχάλης πήρε το λόγο κάπως ενοχλημένος.<br />
- Τίποτα από αυτά που λες δεν είχα πρόθεση να δείξω. Εγώ το μόνο που ήθελα να πω είναι ότι ενώ ξέρει ότι θα καταστραφεί συνεχίζει να πηγαίνει, σαν την πεταλούδα.<br />
- Γιατί το έχεις δεδομένο ότι θα καταστραφεί; Μια χαρά θα περάσει και μετά θα ζοριστεί και θα της περάσει και θα τα αναπολεί όλα αυτά με χαρά. Το γεγονός ότι δεν καταφέρνει μέχρι στιγμής να τον κάνει να ενδιαφερθεί και για άλλα πράγματα εκτός από το σεξ σημαίνει ότι δεν πρέπει να προσπαθήσει μέχρι τέλους; Ξεχνάς ότι η Μυρσίνη είναι ερωτευμένη; Ερωτευμένος είναι αυτός που περιμένει. Και η ζωή χωρίς να περιμένεις κάτι, χωρίς να αγωνίζεσαι γι αυτό το κάτι θα ήταν μίζερη. Οπότε άσε την κοπέλα να το ευχαριστηθεί. Πόσες φορές στη ζωή του μπορεί κάποια να γαμηθεί καλά;<br />
- Αυτό δεν το ξέρω. Αλλά μόλις έμαθα πως γαμιέται μια υποσχόμενη επιστημονική ανακάλυψη, είπε με παράπονο στη φωνή του.<br />
- Έλααααα! Μη το βάζεις κάτω. Προσπάθησε παραπάνω. Το νόμπελ μπορεί να περιμένει.<br />
Χωρίσαμε αργά το βράδυ χαμένοι στις σκέψεις μας. Δύσκολο πράγμα οι διαπροσωπικές σχέσεις. Δεν θα τον μάθω ποτέ τον έρωτα. Είμαι όμως επίμονος και θα μάθαινα για τις πεταλούδες. Πήγα σπίτι άνοιξα τον υπολογιστή και γούγλισα το θέμα (θεέ μου τι λέξη! Έτσι και υπήρχε αστυνομία γλώσσας τώρα θα ήμουν δεμένος χειροπόδαρα). Ιδού τι ανακάλυψα:<br />
«Οι πεταλούδες της νύχτας ακολουθούν μια ακριβή γραμμή πτήσης. Για τον προσανατολισμό τους χρησιμοποιούν την κατεύθυνση των ηλιακών ακτινών, τις οποίες τέμνουν πάντα υπό την ίδια γωνία κατά μήκος της πορείας τους.<br />
Αυτή η μέθοδος είναι αλάνθαστη αν θεωρήσουμε ως φωτεινή πηγή τον ήλιο ή το φεγγάρι. Αυτές οι πηγές είναι τόσο μακριά από τη Γη, ώστε οι ακτίνες τους φτάνουν στην επιφάνεια σαν να ήταν παράλληλες μεταξύ τους. Αν η πεταλούδα τις διασχίζει πάντα υπό την ίδια γωνία, θα είναι σίγουρη ότι πετά ευθεία προς μια κατεύθυνση. Όταν όμως το έντομο βρίσκεται κοντά σε μια λάμπα, τότε "πιάνεται κορόιδο".<br />
Σ' αυτή την περίπτωση η πηγή των ακτινών βρίσκεται πολύ κοντά, συνεπώς αυτές δεν είναι πλέον παράλληλες. Παρ' όλα αυτά, η πεταλούδα εξακολουθεί να πετά τέμνοντας τις ακτίνες υπό την ίδια πάντα γωνία έτσι δεν ακολουθεί ευθύγραμμη πορεία, αλλά πλησιάζει ολοένα και περισσότερο τη φωτεινή πηγή μέχρι να πέσει πάνω της και να κάψει τα φτερά της».<br />
<br />
<br />
<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1109574022742810727-673983649467134671?l=koukosmonos.blogspot.com' alt="-" /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Ατάκτως ειρημένα</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2009/01/06/%ce%91%cf%84%ce%ac%ce%ba%cf%84%cf%89%cf%82_%ce%b5%ce%b9%cf%81%ce%b7%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%b1</link>
		<pubDate>Tue, 06 Jan 2009 19:29:00 -0500</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2009/01/06/%ce%91%cf%84%ce%ac%ce%ba%cf%84%cf%89%cf%82_%ce%b5%ce%b9%cf%81%ce%b7%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%b1</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://4.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SWOViz6Pb9I/AAAAAAAABOM/0gO6Z1Svulc/s1600-h/ws_Shells_1680x1050.jpg"><img src="http://4.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SWOViz6Pb9I/AAAAAAAABOM/0gO6Z1Svulc/s400/ws_Shells_1680x1050.jpg" alt="-" /></a>Τη Πρωτοχρονιά τη πέρασα οικογενειακά. Το βράδυ της παραμονής πήγα σε ένα χορό από αυτούς που κάνουν διάφοροι σύλλογοι, οι θρυλικοί μαζικοί φορείς της μεταπολίτευσης, για να προωθήσουν το πολιτιστικό τους έργο και όχι μόνο. Με στρίμωξε ο κολλητός μου που τυχαίνει να είναι πρόεδρος του εξωραϊστικού και στο φίλο σου δεν μπορείς να αρνηθείς. Έκανα τη καρδιά μου πέτρα, φόρεσα τα καλά μου και ανηφόρησα συν γυναιξί και τέκνοις για τη μεγάλη σάλα. Σε κάτι τέτοιες μαζώξεις η υποκρισία είναι τόσο πυκνή λες και διασχίζεις δάσος του Αμαζονίου. Ήταν όλοι τους εκεί και ευτυχισμένοι. Όλα στον υπέρ πάντων αγώνα για την εντύπωση που θα κάνει ο ένας στον άλλο. Ποια κρίση τώρα και ποιο οικονομικό στρίμωγμα. Αυτά είναι για τους άλλους. Το αίσθημα μοναξιάς που με πλημμύρισε μέσα σε τόσο κόσμο μάλλον θέλει ψάξιμο. Να θυμηθώ να ρωτήσω την Εύα. Μια πρόχειρη λύση για τη στιγμή ήταν το ποτό. Η ορχήστρα όμως λες και ήταν βαλτή, μόνος ήμουν μόνος είμαι χάρε μου, τη ψυχή μου πάρε μου. Τα φώτα χαμήλωσαν, αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά ακούστηκε στον αέρα, γέμισε ο κόσμος γέλια και φιλιά, χρόνια πολλά, υγεία πάνω απ΄ όλα και ότι επιθυμείς. Το μόνο που πεθύμησα ήταν μια θάλασσα και μια αγκαλιά.<br />
<br />
Άλλος ένας χρόνος στη καμπούρα μου. Να χαρώ που τον έζησα, όπως τέλος πάντων τον έζησα, ή να τα βάψω μαύρα που γερνάω, που το τέλος το οριστικό και αμετάκλητο πλησιάζει; Τώρα που δεν υπάρχει καλύτερη εποχή από την αλλαγή του χρόνου και να θέλεις να ασχοληθείς με τα υπαρξιακά σου, δεν σε αφήνουν οι Ισραηλινοί. Είναι τόσο ναζιστική η πρακτική τους και οι θέσεις τους για τους άμαχους και τις παράπλευρες απώλειες που χωρίς να το θέλεις σκέφτεσαι: Μα καλά τίποτα δεν διδάχτηκαν από τη χιτλερική θηριωδία, από το ολοκαύτωμα; Όμως όχι. Όσο και να προσπαθεί η κυβέρνηση του Ισραήλ δεν θα πω “κωλοεβραίοι” και πολύ περισσότερο “καλά σας έκαναν οι ναζί”. Το μεσανατολικό δεν είναι χτεσινό ζήτημα. Έγινε ήδη εξήντα δύο ετών. Στη περιοχή εκτός όλων των άλλων, υπάρχουν οικονομικές βλέψεις και τεράστια γεωπολιτικά συμφέροντα των Αμερικάνων και όλων των μεγάλων. Σε μια εποχή που ο Ομπάμα επέστρεψε δυσαρεστημένος από τη Χαβάη γιατί του χάλασαν τις διακοπές, που το Συμβούλιο Επικρατείας δεν υπάρχει, που η Ευρωπαϊκή Ένωση ψάχνεται για ενιαία θέση και στο προεδρείο της βρίσκεται η άθλια φιλοαμερικάνικη τσέχικη κυβέρνηση, το κυρίαρχο δεν είναι η λύση του, αλλά να εκφράσουμε με κάθε τρόπο την αλληλεγγύη μας και την όποια βοήθεια στο Παλαιστινιακό λαό.<br />
<br />
Τη δολοφονική απόπειρα ενάντια στον αστυνομικό, ένα παιδί εικοσιένα χρονών, μόνο σαν άθλια μπορώ να τη χαρακτηρίσω. Αυτοί οι αχρείοι προβοκάτορες, ψευτοεπαναστάτες του κώλου, το μόνο που καταφέρνουν με τέτοιες κατάπτυστες ενέργειες, εκτός από το να δολοφονούν ένα παιδί, είναι να δολοφονούν το ίδιο το κίνημα. Ούτε παραγγελία να τους είχαν οι στριμωγμένοι κυβερνώντες.<br />
<br />
Διαβάζω για μεγάλη μάχη ανάμεσα στα δυο κόμματα της Αριστεράς. Για το ποιο θα έρθει τρίτο (και καταϊδρωμένο) στη Βουλή. Λυπάμαι σύντροφοι, αλλά ο μόνος που θα νοιαστεί πραγματικά είναι ο συγκεκριμένος αγρότης με τη γνωστή φοράδα. Αυτή που θα χεστεί στο αλώνι και θα τον αναγκάσει να τα μαζέψει βλαστημώντας.<br />
Η κυβερνώσα (ο θεός να την κάνει) αριστερά ετοιμάζεται με ανυπομονησία να ξανακυβερνήσει. Χωρίς να έχει διδαχτεί τίποτα από το παρελθόν, χωρίς αυτοκριτική, χωρίς καμιά ριζοσπαστική αλλαγή στο πρόγραμμά της. Η μόνη της έγνοια η εξουσία και η διαχείρισή της. Σαν να μη πέρασε μια μέρα.<br />
Η εξωκοινοβουλευτική αριστερά, αποκομμένη από τον κόσμο, κλεισμένη στο σπιτάκι της, για το μόνο που ενδιαφέρεται είναι η σωστή ερμηνεία των κλασικών. Για την καθαρότητα των απόψεών της, μη τυχόν και κολλήσει καμιά ρεβιζιονιστική ίωση. Είμαστε δυο, είμαστε τρεις, αλλά δεν θα γίνουμε ποτέ χίλιοι δεκατρείς.<br />
Παρόλα αυτά εξακολουθώ να πιστεύω ότι η (όποια) αριστερά είναι η λύση. Είμαι αισιόδοξο άτομο. Πολύ όμως.<br />
<br />
Είμαστε στην αρχή της τεράστιας οικονομικής κρίσης. Το μεγάλο μανίκι στα νησιά θα το ζήσουμε το καλοκαίρι, με την σίγουρη κάμψη του τουρισμού. Η δουλειά μου που στηρίζεται κατά πολύ στο τουρισμό, κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή να κλείσει και εγώ να βρεθώ με χρέη στη φυλακή, να χάσω το σπίτι μου, να πάθω έμφραγμα ή εγκεφαλικό. Αποφάσισα να το αντιμετωπίσω με δυο κινήσεις. Η πρώτη ήταν να ανάψω το τζάκι μετά από πέντε χρόνια που έχω το σπίτι. Η συμβία δεν ήθελε από την αρχή να το ανάψουμε, για να μην έχει το σπίτι κάπνες και στάχτες. Κάπου με βόλευε αυτή η κατάσταση και το αποδέχτηκα. Εξ άλλου εγώ αποφασίζω για τα μεγάλα. Το Κυπριακό, το Μεσανατολικό, τη πορεία του σοσιαλισμού. Τα άλλα, τα μικρά, τα αφήνω στη γυναίκα μου. Τώρα όμως που μπορεί να μας το πάρουν, θυμήθηκα το Θανάση. Ο Θανάσης παντρεύτηκε μια που δεν τον ήθελε. Τη πάντρεψαν με το ζόρι οι δικοί της. Δεν του έκατσε από τη πρώτη νύχτα. Ο δυστυχής δοκίμασε τα πάντα. Και με το καλό και με το άγριο αλλά φευ, δουλειά δεν έγινε. Μετά από δυο μήνες χώρισε και τότε αποκαλύφθηκε το μεγάλο μυστικό. Η Χριστίνα ήταν ακόμα παρθένα. Γαμώ τις ξεφτίλες δηλαδή. Ε λοιπόν κουφάλες δεν θα σας δώσω τη χαρά να πείτε: Τι ωραίο σπίτι και το τζάκι αχρησιμοποίητο.<br />
Η δεύτερη ήταν τελείως γκαγκάου. Τώρα που η δουλειά απαιτεί παραπάνω τρέξιμο, μεγαλύτερη αφοσίωση, περισσότερο χρόνο, εγώ αποφάσισα να γράψω ένα βιβλίο. Στη δικαιολογημένη αντίδρασή σου “που πα ρε Καραμήτρο” θα σου απαντήσω με το αθάνατο ρητό των αρχαίων για το γήρας: Ου γαρ έρχεται μόνον…<br />
Καλή χρονιά αδέρφια!(άμα τη πηδήξουμε το εννιά μη το πείτε ούτε του παπά!) <img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1109574022742810727-8558662685536184567?l=koukosmonos.blogspot.com' alt="-" /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Tα καλύτερα του 2008...</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/12/29/T%ce%b1_%ce%ba%ce%b1%ce%bb%cf%8d%cf%84%ce%b5%cf%81%ce%b1_%cf%84%ce%bf%cf%85_2008...</link>
		<pubDate>Mon, 29 Dec 2008 11:17:00 -0500</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/12/29/T%ce%b1_%ce%ba%ce%b1%ce%bb%cf%8d%cf%84%ce%b5%cf%81%ce%b1_%cf%84%ce%bf%cf%85_2008...</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	To ξεκίνησα <a href="http://koukosmonos.blogspot.com/2007/12/blog-post_24.html">πέρυσι</a>, το συνεχίζω και φέτος. Εννοείται ότι όλα τα παρακάτω είναι τελείως υποκειμενικά και εκφράζουν καθαρά τις δικές μου αναζητήσεις. Σίγουρα δεν καλύπτουν τα θέματα με τα οποία ασχολούνται.<br />
<br />
<p>
  Φωτογραφία
</p><a href="http://1.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SVidm08jy3I/AAAAAAAABM8/PaFj4n6_mco/s1600-h/28_17164313.jpg"><img src="http://1.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SVidm08jy3I/AAAAAAAABM8/PaFj4n6_mco/s400/28_17164313.jpg" alt="-" /></a>Γενάρης του 2008 κάπου στη Κένυα. Ο φόβος ζωγραφισμένος στα μάτια του μικρού στη θέα του μπάτσου με το ρόπαλο. Φωτοφραφία: Walter Astrada Αργεντινός φωτορεπόρτερ<br />
<br />
<a href="http://3.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SViddPok_RI/AAAAAAAABM0/JKRDq1_2yVs/s1600-h/965793_b.jpg"><img src="http://3.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SViddPok_RI/AAAAAAAABM0/JKRDq1_2yVs/s400/965793_b.jpg" alt="-" /></a>Δεκέμβρης του 2008 στην Αθήνα. Το ανεξήγητο της προσφοράς των λουλουδιών από τον "εσωτερικό εχθρό", αποτυπωμένο στα έκπληκτα μάτια του Ματατζή. Φωτογραφία: Associated Press<br />
<br />
<br />
Κινηματογράφος<img src="http://3.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SVjHYjae8XI/AAAAAAAABNk/i2BRT_l12gY/s400/diewelle_01.jpg" alt="-" />Το κύμα. O Nίκος Βαρβάρογλου από το site cinemascope γράφει: Στην ουσία μια ταινία που αποδεικνύει ότι ο φασισμός δεν είναι μια λέξη χαμένη μέσα στην ιστορία, αλλά μια σκέπη που μπορεί από κάτω να μπει ο καθένας υποκύπτοντας στη διακριτική της γοητεία. Και η φράση «Δεν πρόκειται να επικρατήσει ξανά απολυταρχικό καθεστώς» τίθεται σε αμφισβήτηση. <a href="http://www.cinemascope.gr/movies/2008/diewelle.shtml">Όλη η κριτική εδώ.</a><br />
<img src="http://2.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SVjH1EILLRI/AAAAAAAABNs/tW1X9E4_JLs/s400/nightsinrodanthe_01.jpg" alt="-" /> Νύχτες στη Ροδάνθη. Ποτέ δεν είναι αργά για μια δεύτερη ευκαιρία. Η Χρύσα Δαγουλά από το ίδιο site γράφει: Τα συναισθήματα εναλλάσσονται όπως και οι εικόνες τις ταινίας. Το χιούμορ, η λύπη, τα στενάχωρα γεγονότα, μια γλυκιά αύρα, ο ρομαντισμός, ο έρωτας αλλά και οι ανθρώπινες σχέσεις στο σήμερα, διαδέχονται το ένα το άλλο και «μπλέκονται» μεταξύ τους με φόντο ένα πανδοχείο στη Ροδάνθη, χτισμένο στην άκρη της θάλασσας…<br />
<a href="http://www.cinemascope.gr/movies/2008/nightsinrodanthe.shtml">Όλη η κριτική εδώ:</a><br />
<br />
<br />
<br />
Βιβλίο<br />
<a href="http://2.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SVidW9B0oiI/AAAAAAAABMs/W3RNK7mKSU0/s1600-h/529_b1.jpg"><img src="http://2.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SVidW9B0oiI/AAAAAAAABMs/W3RNK7mKSU0/s400/529_b1.jpg" alt="-" /><br /></a>
<p>
  Ένα εξαιρετικό βιβλίο για το Άγιο Όρος. Ένα βιβλίο που γράφτηκε πριν ξεσπάσει το σκάνδαλο του Βατοπεδίου και που διαβάζοντάς το καταλαβαίνεις το γιατί. Διαβάζεται απνευστί. Απόσπασμα από την περιγραφή του συγγραφέα: Θα πάει στο Όρος όχι μόνο με την ελπίδα να βρει εκεί τον Δημήτρη, αλλά και να εντοπίσει κατάλοιπα του αρχαίου πολιτισμού. Θα ανακαλύψει έτσι ένα άγαλμα, θαμμένο μέσα σε μια κάβα κρασιών. Θα ανακαλύψει επίσης τον αμύθητο πλούτο των μοναστηριών, τον καιροσκοπισμό των ηγουμένων, που είναι πρόθυμοι να συνεργαστούν με κάθε αρχή, μηδέ της χιτλερικής εξαιρουμένης, προκειμένου να διατηρήσουν τα εξωφρενικά οικονομικά τους προνόμια, το μίσος που εξακολουθεί να τους διακατέχει απέναντι στην Αρχαία Ελλάδα και το γυναικείο φύλο. Θα διαπιστώσει ακόμη ότι κυκλοφορούν αναρίθμητα φαντάσματα γυναικών στο Άγιο Όρος. Το μυθιστόρημα έχει και μια αστυνομική διάσταση, αλλά αυτήν είναι πολύ πιθανό να την ξεχάσω.Βασίλης Αλεξάκης<br />
  <br />
</p><br />
<br />
<a href="http://1.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SVidRmk8pmI/AAAAAAAABMk/_fuDQcLx4CU/s1600-h/529_bzz.jpg"><img src="http://1.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SVidRmk8pmI/AAAAAAAABMk/_fuDQcLx4CU/s400/529_bzz.jpg" alt="-" /></a>Επειδή ο έρωτας εξακολουθεί (ευτυχώς) να παίζει σπουδαίο ρόλο στη ζωή μας. Eπειδή πραγματική μας ζωή είναι μόνο το σύνολο των στιγμών που αισθανθήκαμε ότι αγαπάμε όπως λέει ο Πάνος Σταθογιάννης. Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου: Ο έρωτας, ο φόβος και η ιδιοτέλεια παραχαράσσουν την αλήθεια των πραγμάτων, τη φέρνουν στα μέτρα των επιθυμιών μας, την κάνουν αγνώριστη. Οι προθέσεις μας, οι ερμηνείες μας και, τέλος, τα ίδια τα γεγονότα μοιάζουν με μικρές πολύχρωμες ψηφίδες που, αν τοποθετηθούν με διαφορετικό τρόπο η μία δίπλα στην άλλη, δημιουργούν κάθε φορά και μια άλλη εικόνα της πραγματικότητας· εξίσου πιθανής, εξίσου αιτιολογημένης, εξίσου αληθοφανούς.Ένα μυθιστόρημα με συνεχείς εξωφρενικές ανατροπές των ανθρώπινων σχέσεων. Όταν η πτήση γίνεται πτώση, ο υπολογιστικός κυνισμός φοράει τη μάσκα του αστραφτερού οράματος, το κωμικό εναλλάσσεται με το τραγικό...<br />
<br />
<br />
<p>
  Μουσική
</p>
<p>
  Τραγούδι<br />
</p><br />
<br />
<a href="http://www.snapdrive.net/%3Futm_source%3Dplayerlogo%26utm_medium%3Dflashplayer_rev1"></a><br />
<br />
Παγίδα: μουσική: Πάνος Κατσιμίχας, στίχοι: Άλκης Αλκαίος. Ένα υπέροχο τραγούδι σε ρυθμό μπλουζ με καταπληκτικούς στίχους, αφορμή για μια <a href="http://koukosmonos.blogspot.com/2008/04/blog-post_20.html">"φορτισμένη" ανάρτησή μου</a><br />
<br />
<br />
<br />
<br />
<br />
<a href="http://www.snapdrive.net/%3Futm_source%3Dplayerlogo%26utm_medium%3Dflashplayer_rev1"></a><br />
<br />
Όμορφη πόλη άσχημα καίγεσαι: Στίχοι - Μουσική: Γιώργος Σαρρής. Ένα φρέσκο τραγούδι με αφορμή τα πρόσφατα γεγονότα.<br />
<br />
<br />
<br />
Άλπουμ<br />
<br />
<p>
  <a href="http://2.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SVidH5YYCMI/AAAAAAAABMc/f5qS1TzBmHE/s1600-h/d6a2.jpg"><img src="http://2.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SVidH5YYCMI/AAAAAAAABMc/f5qS1TzBmHE/s400/d6a2.jpg" alt="-" /></a>Χρήστος Θηβαίος - Πέτρινοι κήποι: Έντεκα καινούρια τραγούδια που, όπως σημειώνει ο Χρήστος Θηβαίος, «έγραψα μέσα στη φωλιά μου, με αγαπημένο υλικό από όλο τον κόσμο. Με μουσικές που ζήλεψα και μουσικές που γέννησα με την ελπίδα να αγγίξουν ό,τι θαυμάζω…» Mια τίμια και ελπιδοφόρα δουλειά που το πιο πιθανό είναι να περάσει απαρατήρητη.<br />
</p><br />
<br />
<p>
  <br />
</p><a href="http://4.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SVidCOapwLI/AAAAAAAABMU/sl7plu9SJyM/s1600-h/untitled123.bmp"><img src="http://4.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SVidCOapwLI/AAAAAAAABMU/sl7plu9SJyM/s400/untitled123.bmp" alt="-" /></a>
<p>
  Μάνος Ξυδούς - Τα αστέρια θα' ναι πάντα μακριά: Καιρό είχαμε να ακούσουμε ένα δίσκο με τόσο όμορφα τραγούδια. Ο Μάνος στα καλύτερά του.<br />
  <br />
</p><br />
<br />
<p>
  Τύπος<br />
</p><br />
<p>
  <a href="http://3.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SViczZlz5ZI/AAAAAAAABMM/aYWHHLoc_wo/s1600-h/1894.jpg"></a>Τα μαύρα πουλιά της καταιγίδας είναι ο τίτλος από το άρθρο του Πέτρου Παπακωνσταντίνου στην Καθημερινή 14 /12/2208 για τα γεγονότα που συγκλόνισαν τη χώρα μας. Αρχίζει έτσι: «Αυτά δεν μπορούν να συμβούν εδώ, σ' εμάς» είναι η φράση που ακούγεται στερεότυπα από τα χείλη των εφησυχασμένων, που έχουν χτίσει τα σπίτια τους στην παραλία, λίγο πριν από το τσουνάμι. Οταν οι πεινασμένοι κατέβαιναν από τις φαβέλες και έκαιγαν το κέντρο του Ρίο ντε Τζανέιρο, οι Αμερικανοί δεν ανησυχούσαν, γιατί δεν είχαν φαβέλες. Οταν οι μαύροι των γκέτο έκαναν γυαλιά καρφιά το Λος Αντζελες, οι Γάλλοι δεν ανησυχούσαν, γιατί σκέφτονταν ότι η κοινωνική Ευρώπη δεν πάσχει από ρατσισμό. Κι όταν τα προάστια του Παρισιού λαμπάδιαζαν, εμείς δεν ανησυχούσαμε, γιατί στην Ελλάδα δεν έχουμε μεταναστευτικά γκέτο. Κάθε φορά που κάποιο δάχτυλο δείχνει το φεγγάρι, είναι πολλοί εκείνοι που προτιμούν να κοιτάζουν το δάχτυλο. Επρεπε το φεγγάρι να ανατείλει άλικο, βαμμένο στο αίμα ενός 15χρονου, για να φωτίσει η νύχτα όλα όσα έκρυβε ένας ψεύτης ήλιος. Και τελειώνει έτσι: «Ενα γνωστό ανέκδοτο λέει ότι, στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ένας Γερμανός αξιωματικός επισκέφθηκε τον Πικάσο στο ατελιέ του, είδε την «Γκουέρνικα», σοκαρίστηκε και τον ρώτησε: Εσείς το φτιάξατε αυτό; Ο Πικάσο απάντησε ήρεμα: Οχι, ΕΣΕΙΣ το κάνατε. Σήμερα, πολλοί φιλελεύθεροι, όταν αντικρίζουν βίαιες εκρήξεις όπως εκείνες του Παρισιού, ρωτάνε όσους αριστερούς επιμένουμε στην ανάγκη του ριζικού, κοινωνικού μετασχηματισμού: Εσείς το κάνατε; Αυτό θέλετε στ' αλήθεια; Ας απαντήσουμε όπως ο Πικάσο: Οχι, εσείς το κάνατε. Είναι αποτέλεσμα της δικής σας πολιτικής»! <a href="http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_world_2_14/12/2008_295786">Όλο το καταπληκτικό άρθρο εδώ:</a>
</p>
<p>
  <a href="http://1.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SVick1RXmFI/AAAAAAAABME/apT8vwF8we0/s1600-h/ANKYR399.jpg"><img src="http://1.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SVick1RXmFI/AAAAAAAABME/apT8vwF8we0/s400/ANKYR399.jpg" alt="-" /></a>
</p>
<p>
  Ο <a href="http://ankyr.blogspot.com/">Αντώνης Κυριαζής</a> από την τοπική εφημερίδα της Λέσβου Εμπρός με ένα σκίτσο λέει τα πάντα για τα άθλια δελτία ειδήσεων μιας άθλιας τηλεόρασης.<br />
</p><br />
<p>
  <br />
  Μπλογκ<br />
</p><a href="http://ligery.pblogs.gr/"><img src="http://2.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SViWhv_tqBI/AAAAAAAABL8/efNDmgPw4fA/s400/lygeri.png" alt="-" /></a> Ένα μπλογκ που αγωνίζεται για τα δικαιώματα των παιδιών με αναπηρία. <a href="http://ligery.pblogs.gr/">Η Λυγερή Βασιλείου</a>, η ίδια μάνα παιδιού με αναπηρία, δίνει μέσα από το μπλογκ τον αγώνα της με ένα φαύλο κράτος βουτηγμένο στα σκάνδαλα και τις μίζες. Ξέρει ότι η μάχη είναι άνιση, αλλά το κάνει με πείσμα και αξιοπρέπεια. Πρόσφατα μια ανάρτησή της με τίτλο: <a href="http://ligery.pblogs.gr/2008/10/stegnwse-to-salio-toy-polith.html">Στέγνωσε το σάλιο του Πολίτη</a> που συγκλόνισε το διαδίκτυο, έγινε επερώτηση στη Βουλή. Η συμπαράστασή μας (και ο θαυμασμός) είναι δεδομένα.<br />
<p>
  <a href="http://autographcollectors.blogspot.com/"><img src="http://2.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SVkKWPqaORI/AAAAAAAABN0/O3eNWDiqp74/s400/untitled12.bmp" alt="-" /></a>O <a href="http://afmarx.wordpress.com/">Αλουφάνης</a> είχε την (καταπληκτική) ιδέα και το <a href="http://natassaki.wordpress.com/">Νατασσάκι</a> τό κουράγιο και την όρεξη να το προωθήσει. Αν και υπήρξαν ορισμένες ενστάσεις, το γεγονός ότι το αγκάλιασαν πάνω από εξακόσιοι μπλόγκερς φανερώνει την επιτυχία του. Ένα μπλογκ αφιερωμένο στην Αμαλία...<br />
</p>
<p>
  Καλή χρονιά σε όλους σας!
</p><img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1109574022742810727-8612509043136909122?l=koukosmonos.blogspot.com' alt="-" /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Το πνεύμα των Χριστουγέννων</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/12/17/%ce%a4%ce%bf_%cf%80%ce%bd%ce%b5%cf%8d%ce%bc%ce%b1_%cf%84%cf%89%ce%bd_%ce%a7%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%85%ce%b3%ce%ad%ce%bd%ce%bd%cf%89%ce%bd</link>
		<pubDate>Wed, 17 Dec 2008 20:50:00 -0500</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/12/17/%ce%a4%ce%bf_%cf%80%ce%bd%ce%b5%cf%8d%ce%bc%ce%b1_%cf%84%cf%89%ce%bd_%ce%a7%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%85%ce%b3%ce%ad%ce%bd%ce%bd%cf%89%ce%bd</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://4.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SUlF9rZ-eoI/AAAAAAAABLc/ASqfb42gJZo/s1600-h/966105_b.jpg"><img src="http://4.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SUlF9rZ-eoI/AAAAAAAABLc/ASqfb42gJZo/s400/966105_b.jpg" alt="-" /></a>Η Έλλη Φωτεινού, μια συνηθισμένη γυναίκα μέσης ηλικίας, παντρεμένη με δυο παιδιά που μεγάλωσαν πια, χρόνια τώρα περίμενε με ανυπομονησία το Δεκέμβρη και τις γιορτές του. Όλο το προηγούμενο μήνα είχε δουλειές με φούντες. Προετοίμαζε το σπίτι για να υποδεχτεί η οικογένεια το χειμώνα. Είχε μαζέψει τα καλοκαιρινά ρούχα, τα είχε τακτοποιήσει στις ντουλάπες και είχε βγάλει τα χειμερινά. Είχε πάρει τα χαλιά από το καθαριστήριο και τα είχε στρώσει. Έβγαλε τις κουβέρτες και τα παπλώματα, άλλαξε καλύμματα στο σαλόνι, άδειασε όλα τα ντουλάπια της κουζίνας, τα καθάρισε και ξαναέβαλε τα πράγματα μέσα τακτοποιημένα και κυρίως στοιχισμένα. Με την ευκαιρία ξαναέπλυνε όλα τα πιάτα, τα ποτήρια και τα μαχαιροπήρουνα. Άλλαξε τις κουρτίνες, κατέβασε όλα τα βιβλία και τα ξαναέβαλε στη θέση τους όμορφα και καθαρά. Με δυο λόγια διάλυσε όλο το σπίτι και το ξαναμοντάρισε με το μοναδικό της τρόπο.<br />
Τη πρώτη εβδομάδα του Δεκέμβρη ξεκουραζόταν και από την επόμενη άρχιζε το στόλισμα για τα Χριστούγεννα. Δεν μπορούσε με τίποτα να καταλάβει όλους αυτούς που μιλούσαν με απαξίωση για τις γιορτές, πολύ περισσότερο αυτούς που ένοιωθαν ένα είδος κατάθλιψης τη λεγόμενη μελαγχολία των Χριστουγέννων. Δεν προλάβαινε. Θυμήθηκε με νοσταλγία τα παιδικά της χρόνια. Δύσκολα χρόνια, γεμάτα φτώχεια και στερήσεις. Αναρωτήθηκε γιατί της άρεσαν τα Χριστούγεννα παιδί. Έτσι κι αλλιώς δώρα δεν υπήρχαν, ούτε στολισμοί στους δρόμους και τις πλατείες του χωριού. Ούτε καν Άγιος Βασίλης. Ήταν τέτοια η φτώχεια, που οι μανάδες δεν τολμούσαν να αφήσουν τα παιδιά τους να πιστέψουν σε ένα Άγιο που πραγματοποιεί τη παραμονή της Πρωτοχρονιάς την επιθυμία για ένα παιχνίδι. Θα ήταν τόσο οδυνηρή η διάψευση την άλλη μέρα και τόσο μεγάλη η λύπη από την αδυναμία του Αγίου, που θα τραυμάτιζε το ψυχικό κόσμο του παιδιού. Και οι μανάδες ήξεραν να προστατεύουν τα παιδιά τους. Πάντα ήξεραν. Και φρόντιζαν να κάνουν τα πράγματα να φαίνονται τουλάχιστον καλύτερα.<br />
Έστω και με αυτό το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Ένα κλαδί πεύκου με δυο τρεις κουκουνάρες. Μερικές τούφες από βαμβάκι για χιόνι, κορδέλες από ύφασμα δεμένες φιόγκο, μια ξύλινη φάτνη τοποθετημένη στη βάση του. Και το εργαστήρι ονείρων ήταν έτοιμο. O μικρός Χριστούλης που τον προστατεύουν τα ζώα και τον ζεσταίνουν με την ανάσα τους, θα σε βοηθήσει να προκόψεις. Με το που έμπαινε ο Δεκέμβρης άρχιζε να παρακαλάει το πατέρα της να κόψει το κλαδί. Ο πατέρας της που δούλευε όλη μέρα στα χωράφια, μια το ξέχναγε μια δεν προλάβαινε. Και δώστου παρακάλια ανακατεμένα με κλάματα, μέχρι που πετύχαινε το σκοπό της. Από τότε νοιώθει ένταση και μια έξαψη στο στόλισμα του δέντρου. Ένα θηρίο δίμετρο και τεράστιο. Το Σάββατο είχε βγάλει από το πατάρι το κουτί με το δέντρο και όλες αυτές τις κούτες με τα λαμπάκια και τα στολίδια. Είχε διαπραγματευτεί με τον άντρα της την ώρα που θα το έστηνε, γιατί μόνη της δεν μπορούσε. Στις εννιά το βράδυ μετά από το παιχνίδι ποδοσφαίρου της αγαπημένης του ομάδας.<br />
Τους πρόλαβαν τα τραγικά γεγονότα με τη δολοφονία του δεκαπεντάχρονου Αλέξη. Δεν το χωρούσε το μυαλό της αυτό που έγινε. Η σκέψη ότι θα μπορούσε να είναι ο γιος της στη θέση του δεκαπεντάχρονου τη συντάραξε ολόκληρη. Σκέφτηκε τη μάνα του παιδιού και έκλαψε πικρά. Όλα όσα ακολούθησαν τη γέμισαν οργή και θυμό. Τσακώθηκε με τη γειτόνισσα που έβριζε τα παιδιά που χαλάνε τη χώρα. Με τη φιλενάδα της που τα παλιόπαιδα δεν σεβάστηκαν ούτε το δέντρο στο Σύνταγμα. Τι θα λένε οι ξένοι; Τι να σου πω και σένανε, αυτό το δέντρο που κάηκε ζέστανε τη καρδιά μας αυτόν τον μακρύ χειμώνα μιας και η άνοιξη φαντάζει χρόνια μακριά σε τούτη τη χώρα.<br />
Τα κουτιά με τα στολίδια παρέμειναν στο πάτωμα και κλειστά Το δέντρο στημένο και άδειο. Δεν είχε πια καμιά όρεξη. Έλα όμως που αύριο θα ερχόταν τα παιδιά της. Έκανε τι καρδιά της πέτρα και άρχισε να ανοίγει τα κουτιά. Στη τηλεόραση, ο πρωθυπουργός της χώρας αναλάμβανε την ευθύνη για το Βατοπέδιο. Επιτέλους και μια καλή είδηση. Έδωσε λίγη προσοχή. Υποτίμησα το θέμα, δικό μου το λάθος γιατί δεν είχα καθαρή εικόνα. Αναλαμβάνω την ευθύνη και συνεχίζουμε τη πορεία μας για να σώσουμε τη χώρα. Η Έλλη είχε μείνει άφωνη. Σιγά μη κάνεις χαρακίρι και έχεις και μικρά παιδιά.<br />
Έπιασε το δέντρο από τη κορυφή, το έσυρε με μανία έξω και το έστησε δίπλα στο κάδο σκουπιδιών. Γύρισε πίσω, πήρε τα κουτιά, το στόλισε και πήγε στο μπακάλη με αποφασιστικό βήμα. Αγόρασε ένα μπουκάλι βενζίνη.<br />
<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1109574022742810727-1312910573324593608?l=koukosmonos.blogspot.com' alt="-" /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Γαμώ τη κοινωνία μου.</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/12/10/%ce%93%ce%b1%ce%bc%cf%8e_%cf%84%ce%b7_%ce%ba%ce%bf%ce%b9%ce%bd%cf%89%ce%bd%ce%af%ce%b1_%ce%bc%ce%bf%cf%85.</link>
		<pubDate>Wed, 10 Dec 2008 12:30:00 -0500</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/12/10/%ce%93%ce%b1%ce%bc%cf%8e_%cf%84%ce%b7_%ce%ba%ce%bf%ce%b9%ce%bd%cf%89%ce%bd%ce%af%ce%b1_%ce%bc%ce%bf%cf%85.</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://1.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/ST-X8SkCA3I/AAAAAAAABLM/IYMigJF2cso/s1600-h/966265_b.jpg"><img src="http://1.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/ST-X8SkCA3I/AAAAAAAABLM/IYMigJF2cso/s400/966265_b.jpg" alt="-" /></a>Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους. Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις. K. Kαβάφης<br />
Τώρα αρχίζουν τα δύσκολα. Η ώρα του απολογισμού και του καταμερισμού των ευθυνών. Και όπως πάντα φταίνε όλοι οι άλλοι εκτός από εμάς. Φταίνε οι γονείς που άφησαν το παιδί τους να κυκλοφορεί εννιά το βράδυ αντί να το έχουν μαντρισμένο στο διαμέρισμα και σίγουρο. Φταίει και αυτό το παλιόπαιδο που δεν έσκυψε το κεφάλι, δεν έβαλε την ουρά στα σκέλια και να το βάλει στα πόδια, αλλά κοίταξε τον "ξέρεις ποιος είμαι εγώ ρε" μπάτσο στα μάτια άφοβα και με μια δόση ειρωνείας στο βλέμμα του. Φταίνε και αυτά τα κακομαθημένα, οι μαθητές, που αφορμή θέλουν να τη κοπανήσουν από τα σχολεία τους και να τρέχουν στις διαδηλώσεις και να σπάνε βιτρίνες. Φταίνε οι Αλβανοί, οι Πακιστανοί, ο Χατζηπετρής. Από πού και ως που φταίμε εμείς; Τι κάναμε εμείς; Eμείς μια χαρά είμαστε στα κόμματά μας, στα μαγαζιά μας, στο σπιτάκι μας. Άσε που έχουμε και οικολογικές ευαισθησίες.<br />
Όχι πέστε μου, μπορείτε να ανεχθείτε τη παρανομία; Είναι νόμιμο να σπάνε οι βιτρίνες των τραπεζών; Αναλογιστήκατε ποτέ τι θα κάναμε χωρίς τις τράπεζες; Δεν είδατε που όλες οι κυβερνήσεις του κόσμου έτρεξαν να τις βοηθήσουν τώρα με τη κρίση; Η τράπεζα όμως που έβγαλε σε πλειστηριασμό το χαμόσπιτο για τα οχτακόσια ευρώ που χρωστούσε ο ιδιοκτήτης του, είναι νόμιμο. Και ότι είναι νόμιμο είναι και ηθικό. Το είπε και ο τέως υπουργός, ο Βουλγαράκης. Στο λογαριασμό της γυναίκας του οποίου βρέθηκαν καταθέσεις πεντέμισι (5,5) εκατομμυρίων ευρώ από τη μονή Βαλτοπεδίου τα τρία τελευταία χρόνια. Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι έγιναν νόμιμα. Όπως νόμιμα έγινε το ξεπούλημα της δημόσιας γης και με τη βούλα του νομικού συμβουλίου του κράτους. Τι θέλουν επιτέλους και διαμαρτύρονται τα σκασμένα αντί να διαβάζουν; Να είναι καλοί μαθητές, να σπουδάσουν, να προκόψουν σε αυτή τη κοινωνία; Την κοινωνία των ίσων ευκαιριών, της αξιοκρατίας, της ελευθερίας, της δικαιοσύνης.<br />
Θα μας πρήξουν πάλι οι τηλεοράσεις με τους βανδαλισμούς και το πλιάτσικο. Οι γνωστοί άγνωστοι προβοκάτορες, αυτοί τη φορά ξεπέρασαν τον εαυτό τους. Τόσα χρόνια, στις πορείες του Πολυτεχνείου και τις διαδηλώσεις, πάντα κέρδιζαν τη δημοσιότητα. Μια λέξη για τις χιλιάδες του κόσμου που διαδήλωνε και ώρες ατελείωτες το κρυφτούλι τους και το κυνηγητό τους με τα Ματ. Ο σκοπός τους να ξευτελιστούν οι όποιες κινητοποιήσεις, να ξεσηκωθούν οι νοικοκυραίοι, να καταργηθεί το άσυλο. Τούτες τις μέρες έδωσαν τα ρέστα τους. Να ξεμπερδεύουν μια και καλή με όλους αυτούς που αντιστέκονται και δεν κοιτάν τη δουλειά τους.<br />
Τα γεγονότα έχουν διπλή ανάγνωση. Ή θα δεις σε αυτά τα σπασμένα και τα καμένα που απερίφραστα τα καταδικάζω, αλλά δεν είναι το κύριο. Ή θα δεις σε αυτά τη κοινωνία, που με την ανοχή της στις όποιες ζαρντινιέρες, όπλισε το χέρι του μπάτσου που πυροβόλησε το παιδί μας. Ή θα δεις τους κουκουλοφόρους προβοκάτορες ή θα δεις τα καθαρά και ελπιδοφόρα βλέμματα των μαθητών που αντιστέκονται. Και εγώ είδα και ζήλεψα τους δεκαεξάρηδες που δεν φοβούνται τους μπάτσους. Που κλαίνε στη κηδεία του Αλέξη και το αμέσως επόμενο λεπτό γελάνε με ένα ανέκδοτο. Που φωνάζουν συνθήματα και ταυτόχρονα ανταλλάσουν μηνύματα με το κινητό. Που είναι ο μόνος ζωντανός οργανισμός σε όλη αυτή τη σαπίλα που μας περιβάλει.<br />
Και τι δεν θα έδινα να ήμουν για μέρα δεκαεξάρης. Να μας γαμήσω τα λύκεια, τις βιτρίνες μας, το βόλεμά μας, την κοινωνία μας όλη. Γαμώ τη κοινωνία μου!<br />
<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1109574022742810727-5376813953758932512?l=koukosmonos.blogspot.com' alt="-" /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): ...........</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/12/08/...........</link>
		<pubDate>Mon, 08 Dec 2008 07:57:00 -0500</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/12/08/...........</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://4.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/STzJD9MK0gI/AAAAAAAABLE/2d9cd1Z7AEg/s1600-h/citronella-candle-in-the-backyard.jpg"><img src="http://4.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/STzJD9MK0gI/AAAAAAAABLE/2d9cd1Z7AEg/s400/citronella-candle-in-the-backyard.jpg" alt="-" /></a><br />
Θα μπορούσε να είναι το παιδί σου, ο αδερφός σου, ο φίλος σου...<br />
<br />
<br />
<br />
<br />
<a href="http://www.snapdrive.net/%3Futm_source%3Dplayerlogo%26utm_medium%3Dflashplayer_rev1"></a><img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1109574022742810727-1114026163985544051?l=koukosmonos.blogspot.com' alt="-" /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Κι έτσι μείναμε εδώ</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/11/29/%ce%9a%ce%b9_%ce%ad%cf%84%cf%83%ce%b9_%ce%bc%ce%b5%ce%af%ce%bd%ce%b1%ce%bc%ce%b5_%ce%b5%ce%b4%cf%8e</link>
		<pubDate>Sat, 29 Nov 2008 15:14:00 -0500</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/11/29/%ce%9a%ce%b9_%ce%ad%cf%84%cf%83%ce%b9_%ce%bc%ce%b5%ce%af%ce%bd%ce%b1%ce%bc%ce%b5_%ce%b5%ce%b4%cf%8e</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://3.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/STFAcQtKt0I/AAAAAAAABKk/h9ti2bZR1sc/s1600-h/Singerz.jpg"><img src="http://3.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/STFAcQtKt0I/AAAAAAAABKk/h9ti2bZR1sc/s400/Singerz.jpg" alt="-" /></a>Είναι μια μέρα σαν όλες τις άλλες. Με μπόλικο άγχος, πολλά νεύρα, άσχημες ειδήσεις και την απαραίτητη κίνηση στους δρόμους. Αργά το μεσημέρι μόλις επέστρεψα στο σπίτι, έβγαλα έναν αναστεναγμό ανακούφισης. «Πάει και αυτό» μονολόγησα και έπεσα με τα μούτρα στην εφημερίδα. Δεν το χωράει ο νους το μέγεθος του εγκλήματος στην Ινδία. Ούτε την ευκολία με την οποία η θρησκεία, η οποιαδήποτε θρησκεία και ο φανατισμός, μετατρέπουν τους ανθρώπους σε ζόμπι, χωρίς βούληση και χωρίς σκέψη.<br />
Νωρίς το απόγευμα ξανά στην ίδια διαδρομή της επιστροφής στη δουλειά. Είναι Νοέμβρης και από τις έξι έχει ήδη νυχτώσει και το κρύο είναι τσουχτερό. Στο δρόμο άνθρωποι βιαστικοί και κουμπωμένοι, οδηγοί νευρικοί και αγριεμένοι. Κάνω υπομονή και περιμένω την έξοδο από τη πόλη και την απελευθέρωση από τη κίνηση. Στη τελευταία στροφή με περιμένει χρόνια τώρα η Μαργαρίτα.<br />
Η Μαργαρίτα είναι υποθέτω κοπτοραπτού. Παλιά τις λέγαμε μοδίστρες και ράφτρες. Εργάζεται σε ένα δωματιάκι, στο ισόγειο ενός προσφυγικού χαμόσπιτου. Η πόρτα είναι σχεδόν όλη από τζάμι και το μοναδικό παράθυρο έχει πάντα ανοιχτά τα παραθυρόφυλλα. Το μικρό πλεχτό κουρτινάκι δεν κρύβει τίποτα από το δωμάτιο. Στα ελάχιστα δευτερόλεπτα που κάνει το αμάξι να περάσει από μπροστά βλέπω τη Μαργαρίτα πίσω από τη παλιά ραπτομηχανή σίνγκερ και γύρω της πότε κουρτίνες πότε σεντόνια και πότε άλλα είδη υφασμάτων να τη περιβάλλουν.<br />
Όταν τη πρόσεξα για πρώτη φορά μου έκανε εντύπωση η ραπτομηχανή. Μου θύμισε έντονα τα παιδικά μου χρόνια, τότε που σε όλα τα σπίτια του χωριού δέσποζε η μικρή σίνγκερ χειρός. Η γειτόνισσα η ράφτρα όμως είχε τη μεγάλη. Που με έχανες που με έβρισκες εγώ ήμουν στη ράφτρα και παρακολουθούσα άφωνος το ράψιμο με τη μηχανή. Πολλές φορές έσκυβα κάτω για να καταλάβω τον περίπλοκο μηχανισμό που με το πάτημα του ποδιού στο πετάλι, μετέφερε τη κίνηση στο μεγάλο τροχό και από εκεί ο ιμάντας στο μικρό τροχό και το ράψιμο. Έτσι γινόταν στην αρχή γιατί από ένα σημείο και μετά έβλεπα τα μπούτια της γειτόνισσας και ακόμα πιο μέσα, σε κείνο το σκοτεινό σημείο που με τραβούσε με μια ανεξήγητη δύναμη, όπως ο μαγνήτης τις καρφίτσες.<br />
Έχω ξεχάσει πια πόσα χρόνια γίνεται αυτή η διαδρομή. Και η Μαργαρίτα πάντα εκεί. Με κρύο και με ζέστη, με βροχή και με χαλάζι. Με το ίδιο τρανζιστοράκι πάνω στη μηχανή. Το μόνο που αλλάζει είναι η μικρή ηλεκτρική σόμπα του χειμώνα, με τον λευκό ανεμιστήρα του καλοκαιριού. Όλα τα γεγονότα του καιρού μας η Μαργαρίτα τα έζησε στο δωματιάκι. Είδε το κράτος μας να εκσυγχρονίζεται και αργότερα να επανιδρύεται. Οι δραχμές να γίνονται ευρώ και το ψωμί παντεσπάνι. Άκουσε για τη τρύπα του όζοντος που μεγαλώνει, για το πλανήτη που καταστρέφεται. Μου είπε και τα δικά της.<br />
Ναι έχουμε αρχίσει και μιλάμε. Δεν θυμάμαι πότε ξεκίνησε. Ένα βράδυ μου φάνηκε πως μου χαμογέλασε. Αλήθεια. Σήκωσε το κεφάλι της από τη μηχανή, με κοίταξε και μου έσκασε ένα χαμόγελο. Από τότε ένοιωσα γι αυτή μεγάλη οικειότητα. Τη βάφτισα Μαργαρίτα γιατί κάθε φορά που περνούσα μπροστά από το δωματιάκι και την έβλεπα σκυμμένη και αφοσιωμένη στη δουλειά της ήθελα να της πω μια καλησπέρα και μετά μια καληνύχτα. Από τότε άρχισα να δημιουργώ στο μυαλό μου διαλόγους μαζί της. Μου μίλησε για όλα. Για τον έρωτα που τη σημάδεψε. Το λόγο του χωρισμού. Γιατί απέρριψε όλες τις άλλες προτάσεις και δεν παντρεύτηκε. Τη μοναξιά της όλα αυτά τα χρόνια. Τα όνειρα που χάθηκαν, η ζωή που κούρασε.<br />
Επιτέλους είμαι στη τελευταία στροφή. Ετοιμάζομαι για τη καλησπέρα αλλά μένω άφωνος από την έκπληξη. Το δωματιάκι για πρώτη φορά σκοτεινό και τα παραθυρόφυλλα κλειστά. Βλέπω ένα μικρό χαρτί κολλημένο στη πόρτα. Σταματάω το αμάξι και προσπαθώ να διαβάσω. Αμέσως γίνεται χαμός από τα κορναρίσματα. Αναγκάζομαι να συνεχίσω και το σφίξιμο στη καρδιά μεγαλώνει. Δεν θέλω να σκεφτώ άσχημα πράγματα. Όχι. Η Μαργαρίτα είναι καλά. Το πιο πιθανόν να γύρισε ο αγαπημένος της και να τη πήρε μαζί του. Ναι. Η Μαργαρίτα είναι πια ευτυχισμένη. Αλλά γιατί σκουπίζω με το μανίκι μου ένα δάκρυ; Προφανώς είναι για μένα. Για όλα αυτά τα χρόνια που χάθηκαν σε μια στροφή της ζωής.<br />
<br />
Σήμερα δεν είναι μια μέρα σαν τις άλλες. Καληνύχτα Μαργαρίτα.<br />
<a href="http://koukouboi.blogspot.com/2008/11/blog-post_29.html"><br />
Στιχοι</a> - Μουσική: Νίκος ΜεριαλήςΤραγόυδι: Νίκος Μεριαλής (Μουσικοί Ιχνηλάτες)<br />
<br />
<a href="http://www.snapdrive.net/%3Futm_source%3Dplayerlogo%26utm_medium%3Dflashplayer_rev1"></a><br />
<br />
ΥΓ. Αφιερωμένο σε μια ευαίσθητη <a href="http://stagona.pblogs.gr/">Σταγόνα</a> μιας φθινοπωρινής βροχής.<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1109574022742810727-1373531328775616650?l=koukosmonos.blogspot.com' alt="-" /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Μοναξιά</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/11/19/%ce%9c%ce%bf%ce%bd%ce%b1%ce%be%ce%b9%ce%ac</link>
		<pubDate>Wed, 19 Nov 2008 19:46:00 -0500</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/11/19/%ce%9c%ce%bf%ce%bd%ce%b1%ce%be%ce%b9%ce%ac</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://1.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SSRSNfihzvI/AAAAAAAABKE/Tufu2w1jkKI/s1600-h/dreams_of_a_fantasy_world_08.jpg"><img src="http://1.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SSRSNfihzvI/AAAAAAAABKE/Tufu2w1jkKI/s400/dreams_of_a_fantasy_world_08.jpg" alt="-" /></a>Το ταξίδι με το αμάξι συνηθισμένο αλλά η βροχή το κάνει υποφερτό. Οι σταγόνες χρωματίζουν το μουντό της μέρας και οι μικρές λακκούβες νερού που σχηματίζονται στο οδόστρωμα της δίνουν τη χάρη που της λείπει. Η μυρωδιά των μαραμένων φύλλων ανακατεμένη με το βρεγμένο χώμα τρυπώνει από τη χαραμάδα του τζαμιού. Το τραγούδι ίσα που ακούγεται στο ραδιόφωνο: «Δεν υπάρχω κι είμαι εδώ». Ο Δημήτρης απόρησε. «Πότε τελείωσαν οι ειδήσεις;» Είχε μείνει στην ανάλυση των NY Times για τον Ομπάμα που έλεγαν: «Ο Ομπάμα διεκδικείται από όλους, μοιραία θα απογοητεύσει πολλούς». Του έκανε εντύπωση η ατάκα. Για την ειδική αλλά και για την γενική εφαρμογή της. Όλοι διεκδικούν αυτές τις ημέρες τον Ομπάμα. Οι μαύροι και οι λευκοί, οι μουσουλμάνοι και οι εβραίοι, οι φιλελεύθεροι και οι συντηρητικοί, οι κεντρώοι και οι σοσιαλιστές. Τον διεκδικούν οι Βρετανοί, οι Γερμανοί και άλλοι λαοί που είναι δυσαρεστημένοι με την πολιτική του Μπους. Αλλά τις πιο μεγάλες προσδοκίες τις έχουν οι Έλληνες. Οι εφημερίδες, οι τηλεοράσεις, οι μπλόγκερς. Κρατάνε μεγάλο καλάθι. Πολύ όμως.<br />
Έχει πάρει φόρα και ετοιμάζεται για βαριές και περισπούδαστες αναλύσεις. Θα το πιάσει το θέμα στην αρχή φιλοσοφικά. Για το ρόλο του ηγέτη στην ιστορία. Το ρόλο των μαζών στην ανάδειξη του ηγέτη. Δεν υπάρχει καλύτερος συζητητής από τον εαυτό του. Και πιο απαιτητικός. Εδώ δεν περνάνε ντρίπλες και λεκτικοί ακροβατισμοί. Εδώ αγόρι μου πρέπει να ιδρώσεις, για να πείσεις. Είναι σχεδόν έτοιμος για τη μάχη αλλά το τραγούδι δεν τον αφήνει: «Δεν υπάρχεις/ δεν υπάρχεις κι είσαι εδώ». Ξεφουσκώνει απότομα και παραιτείται από κάθε σκέψη για πολιτικές αναλύσεις. Προσπαθεί να αποφύγει το μοιραίο, αλλά μάταια. Η μορφή της ορμάει φουριόζα και πλημμυρίζει επιδεικτικά το χώρο, με τα ίδια μάτια, τα γεμάτα ερωτηματικά, όπως και τη πρώτη φορά που τη γνώρισε σε κείνο το μπαρ. Παλίρροια το έλεγαν, αν και όλα σ΄αυτό το καλοκαιρινό ερείπιο συνηγορούσαν για ναυάγιο. Προσπαθεί να το διασκεδάσει. «Εκτός από τον καπιταλισμό υπάρχει και η Μαρία» λέει και ένα χαμόγελο σχηματίζεται στα χείλη του.<br />
«Υπάρχει;» αναρωτήθηκε.<br />
«Μπορεί να υπάρχει έξω από μένα, χωρίς εμένα; Τι σημασία έχει; Το θέμα είναι ότι υπήρξε» συνέχισε το συλλογισμό του.<br />
Και για μια εποχή ήταν ο ορισμός της ύπαρξης. Ο Σαρτρ είχε πει κάποτε: «η ύπαρξη προηγείται της ουσίας». Όταν το διάβασε, πάνω στα ντουζένια της επαναστατικής του νιότης, γέλασε και το προσπέρασε απαξιωτικά. Όταν τη γνώρισε πείστηκε ότι μια τέτοια κατάσταση περιέγραφε. Όταν ασχολήθηκε σοβαρότερα και διάβασε για τη σύντροφό του τη Σιμόν ντε Μπωβουάρ, η πίστη έγινε βεβαιότητα. Η κόλαση είναι οι άλλοι. Όλοι οι άλλοι, εκτός από τη Μαρία. Αυτός ήταν και ο μόνος ορισμός που μπόρεσε να δώσει για τον έρωτα. Γιατί εξήγηση δεν υπήρχε.<br />
Η σκηνή ξεπετάχτηκε ολοζώντανη μπροστά του. Η Μαρία είναι στη κουζίνα και μαγειρεύει. Είχε προηγηθεί η απαραίτητη λογομαχία.<br />
- Δεν θα βάλεις στο φαγητό φυλλαράκια από τις μωβ παπαρούνες, τη ρώτησε.<br />
- Χαχα! Το κρόκο Κοζάνης λες. Και δεν είναι φυλλαράκια, στίγματα από το άνθος είναι. Δεν ταιριάζουν σ΄αυτό το φαγητό, του απάντησε.<br />
- Κρίμα, έχω ακούσει ότι είναι καλό αφροδισιακό, επέμεινε αυτός.<br />
- Ιδέα δεν έχεις από μαγειρική. Άμα δεν είμαστε και μεις οι γυναίκες να σας μαγειρεύουμε, θα είχατε πεθάνει στη πείνα, του πέταξε γελώντας.<br />
- Χαρά στα λάχανα! Έχεις δει πολλές μαγείρισσες στα μεγάλα ξενοδοχεία και εστιατόρια; Όλοι οι μεγάλοι σεφ άντρες είναι, της απάντησε με τον ίδιο τόνο.<br />
- Ναι αλλά φοράνε μαύρο στριγκάκι; ρώτησε όλο νάζι και σήκωσε τη φούστα της.<br />
Η θέα της σάρκας που ασφυκτιούσε πίσω από τη λεπτή μαύρη λουρίδα του έκοψε την ανάσα. Την πλησιάζει και κολλάει το σώμα του πάνω της.<br />
- Πάρε με, του λέει πνιχτά τη στιγμή που της έφευγε το μαχαίρι από τα χέρια. Πριν κυλιστούνε στο πάτωμα ένα λεπτό άρωμα από μοσχοκάρυδο τους τύλιξε.<br />
Η παρουσία της δεν του έφερε πίκρα, ούτε αναζήτηση των ημερών που χάθηκαν για πάντα. Είχε από καιρό αποδεχτεί το νομοτελειακό του πράγματος. Και είχε συμφιλιωθεί με την ιδέα. Η ζωή είναι ένα ταξίδι που το κάνεις μόνος. Όλα τα ενδιάμεσα, απλά το επιβεβαιώνουν. Άμα έχεις και καλή μουσική ακόμα καλύτερα. Το επόμενο τραγούδι τελείωνε και ίσα που πρόσεξε τους τελευταίους στίχους:<br />
κάπου ένα μαχαίρι είναι που βρέθηκε / δίχως ν' ακουστεί κανένας φόνος..
<p>
  <a href="http://koukouboi.blogspot.com/2008/11/blog-post_19.html">Στίχοι</a>: Αλέξανδρος Μπάρας<br />
  Μουσική - Τραγούδι: Θάνος Μικρούτσικος
</p>
<p>
  ΥΓ. Είναι η ανταπόκρισή μου στο παιχνίδι που με κάλεσε η <a href="http://metofeggariagalia.blogspot.com/2008/11/blog-post_12.html">Φεγγαραγκαλιά</a>, στην οποία και το αφιερώνω.<br />
</p><a href="http://www.snapdrive.net/%3Futm_source%3Dplayerlogo%26utm_medium%3Dflashplayer_rev1"></a><img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1109574022742810727-4625562902814567633?l=koukosmonos.blogspot.com' alt="-" /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): C’ mmon baby</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/11/11/C%e2%80%99_mmon_baby</link>
		<pubDate>Tue, 11 Nov 2008 18:56:00 -0500</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/11/11/C%e2%80%99_mmon_baby</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://4.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SRm6FOLsjvI/AAAAAAAABJ0/RdIIZcorvsI/s1600-h/clip_image002.jpg"><img src="http://4.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SRm6FOLsjvI/AAAAAAAABJ0/RdIIZcorvsI/s400/clip_image002.jpg" alt="-" /></a>Ο Κώστας σούταρε δυνατά τη μπάλα. Έβγαλε οργή αυτό το σουτ και η μπάλα τρομαγμένη πήρε ύψος και εξαφανίστηκε στο διπλανό οικόπεδο. Γέλια και περιπαιχτικά σχόλια ακούστηκαν από τη παρέα. «Τι σου φταίει η μπάλα ρε χαμένε» ήταν το πιο κόσμιο που άκουσε. Δεν ήταν καλά αυτό τον καιρό και το έδειχνε. Όλα του έφταιγαν. Είχε τσακωθεί πάλι με τη μάνα του, έφυγε από το πατρικό και νοίκιασε ένα άθλιο εναμισάρι, για τον ίδιο πάντα λόγο. «Πότε θα παντρευτείς; Να γνωρίσεις μια καλή κοπέλα νοικοκυρά να μαζευτείς επιτέλους, να χαρώ και εγώ ένα εγγονάκι πριν πεθάνω» ήταν ο καθημερινός εξάψαλμος. Τον αποτελείωνε με την απαραίτητη αναφορά της πτωχής πλην τιμίας γειτονοπούλας. «Μια χαρά είναι η Φιλίτσα και λειώνει για σένα».<br />
Δεν το άντεχε πλέον. Είχε τις δικές του απόψεις πάνω στο θέμα. Ήταν ακόμα νέος και αρκετά όμορφος και είχε όνειρα για τη ζωή. Όνειρα που η δουλειά του αποθηκάριου στη μεγάλη εταιρεία με τίποτα δεν μπορούσε να εκπληρώσει. Τα περιθώρια για βελτίωση της θέσης του ήταν πολύ περιορισμένα έως ανύπαρκτα. Λεφτά για να κάνει κάτι δικό του δεν υπήρχαν. Και αυτό τον τυραννούσε και τον έτρωγε κάθε βράδυ πλην Τετάρτης και Κυριακής. Τα συγκεκριμένα βράδια ήταν ευτυχισμένος. Έκανε σχέδια για το πώς θα αξιοποιούσε τα λεφτά που θα κέρδιζε από το τζόκερ. Είχε πάντα ένα ενδοιασμό για το αμάξι που θα αγόραζε. Το μόνο σίγουρο ότι δεν θα ήταν Μερσεντές. Δεν ήθελε να προκαλεί. Τις ημέρες που είχε τζακ ποτ πετούσε στα ουράνια. Μέχρι και σκάφος επέτρεπε στον εαυτό του να ονειρευτεί.<br />
Όμως οι μέρες περνούσαν, το ίδιο και οι μήνες. Οι εποχές άλλαζαν και το κοντέρ του χρόνου έγραφε αλύπητα χωρίς ποτέ του να κερδίζει. Είδε και απόειδε και αφού το φιλοσόφησε κατέληξε ότι ή μόνη σανίδα σωτηρίας ήταν ο γάμος. Είχε λύσει και όλα τα ηθικά διλλήματα που προέκυπταν από αυτή του την απόφαση. «Μια γυναίκα μου αντιστοιχεί και μένα ανάμεσα σε τόσα δισεκατομμύρια. Τι πειράζει άμα είναι πλούσια; Εγώ ρατσιστής δεν είμαι. Αρκεί να είναι όμορφη, καλλιεργημένη και προοδευτική» απαντούσε στον εαυτό του που συνεχώς του έβαζε εμπόδια. Το προοδευτική ήταν βασική και απαραίτητη προϋπόθεση για να συνεχίσει το όνειρο. «Και από πότε οι πλούσιες είναι προοδευτικές; Από τότε που η Αλίκη ήταν κόρη σοσιαλίστρια;» τον προβοκάριζε ο εαυτός του. «Όχι. Από τότε που ο Ένγκελς ήταν βιομήχανος», τον αποστόμωνε.<br />
-Ποιον περιμένεις να μαζέψει τη μπάλα λεβέντη μου; Τελείωνε, άκουσε τη φωνή του φίλου του που τον επανέφερε στη πραγματικότητα. Κοκκίνισε, κατέβασε το κεφάλι του και τράβηξε για το διπλανό οικόπεδο. Έσκυψε να τη πιάσει όταν άκουσε το φρενάρισμα. Σκυμμένος ακόμη, γύρισε το κεφάλι του απορημένος και είδε τη πόρτα να ανοίγει και δυο γυναικεία πόδια να προβάλουν. Σηκώθηκε και έμεινε με το στόμα ανοιχτό από την έκπληξη. Η Μίνα, η διευθύντρια του, στεκόταν μπροστά του και χαμογελούσε.<br />
-Κυρία Μίνα εσείς; κατάφερε να ψελλίσει.<br />
-Εγώ αυτοπροσώπως Κωστή μου, του απάντησε και συνέχισε να του χαμογελάει.<br />
-Πως από δω, ποιον ψάχνετε, ρώτησε απορημένος.<br />
-Εσένα, του απάντησε και τον κοίταξε επίμονα.<br />
-Μα …τι με θέλετε; ρώτησε σχεδόν τραυλίζοντας.<br />
-Έλα μέσα θα τα πούμε στο δρόμο, του είπε γλυκά αλλά και αποφασιστικά. Ο Κώστας υπάκουσε, παράτησε τη μπάλα και μπήκε στο αμάξι. Οι φίλοι του που στο μεταξύ είχαν μαζευτεί και παρακολουθούσαν τη σκηνή ξέσπασαν σε χειροκροτήματα και σφυρίγματα επιδοκιμασίας. Από το απέναντι μπαλκόνι η Φιλίτσα σκούπισε το δάκρυ που κύλησε καυτό στο μάγουλό της.<br />
Ο Κώστας αφού ξεπέρασε το αρχικό σοκ άρχισε πυρετωδώς να αναλύει τη κατάσταση. «Η κυρία γουστάρει και δεν το κρύβει. Είναι πλούσια, έχει εξουσία και είμαι μικρός και όμορφος. Τι πειράζει που είναι μεγαλύτερη μου. Ποιος ασχολείται στις μέρες μας με ηλικίες. Μη το σκέφτεσαι δικέ μου, είναι η ευκαιρία σου». Άρχισε να του αρέσει η κατάσταση και χαλάρωσε ακόμα περισσότερο. «Και η Φιλίτσα;» πρόβαλε τη τελευταία του αντίσταση ο εαυτός του. Κούνησε το χέρι του ενοχλημένος για να διώξει τη σκέψη. «Θα βρει το πρίγκιπά της, εγώ ένα φτωχό παιδί είμαι» είπε μέσα του, όταν άκουσε το ντουπ από το τρακάρισμα. Το κεφάλι του χτύπησε με δύναμη στο παρμπρίζ και πλημμύρισε στα αίματα. «Θα με σκοτώσει η τρελή» σκέφτηκε και αμέσως συνήλθε. Ξανασκέφτηκε τη Φιλίτσα με νοσταλγία και τρυφερότητα τούτη τη φορά και λέει αποφασιστικά στη Μίνα.<br />
-Μη στεναχωριέσαι μωρό μου, τα σίδερα φτιάχνουν, εμείς να είμαστε καλά, την ίδια στιγμή που σκεφτόταν: «Ο παλιός ελληνικός κινηματογράφος πέρασε ανεπιστρεπτί. Με τέτοια κρίση σήμερα είμαστε για πειράματα;»<br />
<br />
<a href="http://koukouboi.blogspot.com/2008/11/httpboxstrcom.html">Στίχοι</a>: Mάνος Ξυδούς - Τόλης Φασόης<br />
Μουσική - Τραγούδι: Μάνος Ξυδούς<br />
<a href="http://www.snapdrive.net/%3Futm_source%3Dplayerlogo%26utm_medium%3Dflashplayer_rev1"></a><br />
<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1109574022742810727-1402726940888852141?l=koukosmonos.blogspot.com' alt="-" /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Κανείς δεν έρχεται (ξέχνα την)</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/11/02/%ce%9a%ce%b1%ce%bd%ce%b5%ce%af%cf%82_%ce%b4%ce%b5%ce%bd_%ce%ad%cf%81%cf%87%ce%b5%cf%84%ce%b1%ce%b9_(%ce%be%ce%ad%cf%87%ce%bd%ce%b1_%cf%84%ce%b7%ce%bd)</link>
		<pubDate>Sun, 02 Nov 2008 12:27:00 -0500</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/11/02/%ce%9a%ce%b1%ce%bd%ce%b5%ce%af%cf%82_%ce%b4%ce%b5%ce%bd_%ce%ad%cf%81%cf%87%ce%b5%cf%84%ce%b1%ce%b9_(%ce%be%ce%ad%cf%87%ce%bd%ce%b1_%cf%84%ce%b7%ce%bd)</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://2.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SQ2BFCnChUI/AAAAAAAABJc/GQTRNtgvly4/s1600-h/post1zx.png"><img src="http://2.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SQ2BFCnChUI/AAAAAAAABJc/GQTRNtgvly4/s400/post1zx.png" alt="-" /></a> <a href="http://koukouboi.blogspot.com/2008/11/forget-her.html">Στίχοι</a> - Μουσική - Τραγούδι<br />
Jeff Buckley<br />
<br />
<br />
Νύχτα. Ακόμα μια ατελείωτη, βασανιστική νύχτα. O Γιάννης ξαπλώνει και προσπαθεί να ξεχάσει, να διώξει τη μορφή της από μπροστά του. Μάταιος κόπος. Είναι εδώ και η παρουσία της γεμίζει απελπιστικά το δωμάτιο. Τα ίδια θλιμμένα υγρά μάτια τον κοιτάνε και του ραγίζουν τη καρδιά. Δάκρυα τον πλημμυρίζουν ξανά. Δεν το αντέχει. «Δεν αντέχω άλλο πια» φωνάζει και πετάει από πάνω του τα σεντόνια. Ντύνεται βιαστικά και βγαίνει έξω στο δρόμο. Είναι περασμένα μεσάνυχτα και τα στενά ανηφορικά δρομάκια του Περισσού είναι άδεια κι έρημα. Μια γάτα πετάγεται από ένα κάδο και τρέχει, το κλάμα ενός σκύλου ακούγεται για λίγο κάπου στο βάθος και χάνεται. Η υγρασία είναι τόσο πυκνή που τον ακουμπάει, κάθεται πάνω του. Ένα ρίγος τον διαπερνά και ασυναίσθητα κουμπώνει το σακάκι. Ψάχνει με αγωνία ένα λόγο για να τη ξεχάσει, ένα ψεγάδι, κάτι, οτιδήποτε τέλος πάντων για να σταματήσει το κλάμα μέσα του. Γιατί μπορεί τα δάκρυα να φαίνεται να έχουν στερέψει πια, αλλά η καρδιά του πονά. Είναι αυτός ο χαρακτηριστικός πόνος που έρχεται ξαφνικά και απροειδοποίητα και σε παγώνει γιατί δεν έχεις καμιά λογική εξήγηση γι αυτόν.<br />
Μάταιος κόπος. Κλωτσάει με μανία ένα άδειο μεταλλικό κουτί από αναψυκτικό και ο θόρυβος που κάνει καθώς χοροπηδάει στο δρόμο σπάει τη σιωπή που τον καλύπτει. «Γαμώτο, είναι τόσο καλή» φωνάζει δυνατά και σηκώνει το πέτο από το σακάκι. Από τη πρώτη στιγμή που την είδε, από το πρώτο δευτερόλεπτο ακόμα, ένοιωσε αυτό το τσίμπημα στη καρδιά. Γέλασε μέσα του και το απέδωσε στην εξωτερική της εμφάνιση και το πόθο που αυτόματα του γέννησε η παρουσία της. Δεν χρειάστηκε να τη πολιορκήσει καιρό για να τη κατακτήσει. Σαν έτοιμη από καιρό, του δόθηκε ολοκληρωτικά και απόλυτα με ένα τρόπο που ποτέ του δεν πίστευε ότι υπάρχει. Οι συνευρέσεις τους ήταν πόλεμος. Αυτό το είδος πολέμου που συναρπάζει τον άντρα από μικρό παιδί. Με πολιορκίες και εφόδους, αποκρούσεις και αντεπιθέσεις. Με άγρια χαρά και ανείπωτο πόνο. Πάθος και πόθος ανακατεμένα και αναμαλλιασμένα, αξεχώριστα και μπλεγμένα σαν ένα κουβάρι.<br />
Είναι εξουθενωμένοι και ξαπλωμένοι στο κρεβάτι. Κοιμάται γυμνή σε σχήμα τελικού σίγμα, με τα χέρια της κάτω από το κεφάλι για μαξιλάρι. Η ηρεμία που εκπέμπει τον συγκλονίζει. Εκείνη τη μαγική στιγμή που τη παρατηρούσε χωρίς τις βιασύνες του πόθου, μπόρεσε να νοιώσει τη λεπτή διαχωριστική γραμμή που ξεχωρίζει τον έρωτα από το γαμήσι. Και ένοιωσε για πρώτη φορά τυχερός. Είναι από τις σπάνιες φορές στη ζωή ενός ανθρώπου που η γενετήσια ορμή, αυτό το υπέροχο αλλά και βασανιστικό ένστικτο που είναι γραμμένο με ανεξίτηλα γράμματα στο ντιενέι μας, συναντάει το βαθύ εσωτερικό του κόσμο, το διαμορφωμένο και καλλιεργημένο από τη παιδεία και τη τέχνη. Το γαμήσι από μόνο του είναι μια υπέροχη στιγμή. Ο έρωτας είναι ότι πιο κοντινό υπάρχει στο παράδεισο.<br />
Και επειδή ο Γιάννης ήταν και ρεαλιστής, αυτός ήταν ο μόνος παράδεισος που παραδεχόταν. Και τώρα που τον έχασε, έχασε τον κόσμο όλο.<a href="http://www.snapdrive.net/%3Futm_source%3Dplayerlogo%26utm_medium%3Dflashplayer_rev1"></a>
<p>
  Η τηλεόραση εδώ και αρκετή ώρα έχει σταματήσει να παίζει. Ένα μονότονο εκνευριστικό χιόνι με το χαρακτηριστικό βουητό, έχει σκεπάσει τα πάντα. Ο Γιάννης είναι ξαπλωμένος στο καναπέ και εξακολουθεί να τη κοιτάζει. Στο άκουσμα της φωνής πετάγεται πάνω και ψάχνει να δει από πού έρχεται.<br />
  -Ε φίλε! Περιμένεις κάποιο θαύμα; Το ξέρεις καλά πως δεν υπάρχουν. Περιμένεις κάποιος να φανεί; Έπρεπε να το ξέρεις. Τη δυστυχία σου τη βιώνεις μόνος. Ως δια μαγείας τούτη τη στιγμή όλοι εξαφανίζονται. Και όσοι δήθεν ενδιαφέρονται, το κάνουν για να παρηγορήσουν τον εαυτό τους. Να ανέβουν από το δικό σου πέσιμο. Μερικές φορές απορώ με την αφέλειά σου. Μα στα αλήθεια πιστεύεις ότι υπάρχουν άνθρωποι που θέλουν να μάθουν τη δική σου κόλαση;<br />
  -Μα είναι πρωτότυπη…<br />
  -Και επειδή είναι πρωτότυπη, ανακατεμένη με χιόνι και φωτιά, θα συγκινήσεις κανέναν; Δεν το πιστεύω αυτό που βλέπω! Έχεις ανάγκη από συμπόνια, από οίκτο;<br />
  -Τόσα ξέρεις, τόσα καταλαβαίνεις. Που είδες να αποζητώ τον οίκτο; Είναι κάτι που δεν θέλω να το μοιραστώ μαζί σου. Είναι ο κόσμος μου επιτέλους.<br />
  - Άσε τα χάπια ηδονής, τους ψεύτικους κόσμους. Τους ανεμόμυλους εύκολα τους νικάς. Αλλά δεν παύουν να είναι ψεύτικοι.<br />
  -Μα ξέρεις…<br />
  -Δεν σου ζητάω να ανέβεις επίπεδο. Που καιρός για υψηλά ιδανικά και άφθαρτες ιδέες. Να τελειώσεις μόνο τούτο το γαμημένο το παιχνίδι που λέγεται ζωή . Τουλάχιστον με αξιοπρέπεια.<br />
  -Και ποια είσαι συ που το παίζεις πονηρή; Φαντάζομαι καμιά ξεπεσμένη γκόμενα. Κακάσχημη και ανέραστη.<br />
  - Σε χαιρετώ και σε φιλώ. Συνείδηση με λένε.
</p>
<p>
  <a href="http://koukouboi.blogspot.com/2008/11/blog-post_02.html">Στίχοι</a>: Μάνου Ελευθερίου - Μουσική Jeff Buckley<br />
  Τραγούδι: Χρήστος Θηβαίος<br />
</p><br />
<p>
  ΥΓ. ''Επαιξα" λίγο με το τραγούδι. Στην ουσία το ίδιο αλλά και τόσο διαφορετικό. Η συνεισφορά των στίχων. Δεν παύει όμως η μουσική, οι νότες τελικά να το κάνουν άξιο και όμορφο. Σε μια από αυτές, τη πιο γλυκιά, αφιερωμένο. Στη δική μας <a href="http://meta-vasi.blogspot.com/">Νότα</a>
</p><img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1109574022742810727-1530305629984345747?l=koukosmonos.blogspot.com' alt="-" /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Αν θα μπορούσα τον κόσμο να άλλαζα</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/10/25/%ce%91%ce%bd_%ce%b8%ce%b1_%ce%bc%cf%80%ce%bf%cf%81%ce%bf%cf%8d%cf%83%ce%b1_%cf%84%ce%bf%ce%bd_%ce%ba%cf%8c%cf%83%ce%bc%ce%bf_%ce%bd%ce%b1_%ce%ac%ce%bb%ce%bb%ce%b1%ce%b6%ce%b1</link>
		<pubDate>Sat, 25 Oct 2008 09:10:00 -0400</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/10/25/%ce%91%ce%bd_%ce%b8%ce%b1_%ce%bc%cf%80%ce%bf%cf%81%ce%bf%cf%8d%cf%83%ce%b1_%cf%84%ce%bf%ce%bd_%ce%ba%cf%8c%cf%83%ce%bc%ce%bf_%ce%bd%ce%b1_%ce%ac%ce%bb%ce%bb%ce%b1%ce%b6%ce%b1</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://2.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SQK2v62CUVI/AAAAAAAABIQ/IpfC5ZT-hGU/s1600-h/Ripples123.jpg"><img src="http://2.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SQK2v62CUVI/AAAAAAAABIQ/IpfC5ZT-hGU/s400/Ripples123.jpg" alt="-" /></a><br />
<a href="http://3.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SQKumy9_p8I/AAAAAAAABII/x3E-avXNgKc/s1600-h/Ripples%CE%B6%CE%B6.jpg"></a>Σαν σήμερα, πριν από ενενήντα ένα χρόνια, οι εργάτες της Αγίας Πετρούπολης, έκαναν την έφοδο στα χειμερινά ανάκτορα. Μια έφοδο προς τον ουρανό. Η Οκτωβριανή επανάσταση έχει χαρακτηριστεί από τους ιστορικούς όλου του κόσμου, σαν το μεγαλύτερο κοσμοϊστορικό γεγονός του εικοστού αιώνα. Ίδιας αξίας και σημασίας με τη Γαλλική επανάσταση του δέκατου ένατου αιώνα.<br />
Με καμιά επέτειο δεν τα πάω καλά. Σε προσωπικό και οικογενειακό επίπεδο, πάντα κάποια θα ξεχάσω. Οι συνέπειες ήταν και είναι οδυνηρές. Σε εθνικό επίπεδο, από μικρό παιδί, δεν τις μπορούσα με τίποτα τις παρελάσεις. Ούτε και τους λόγους. Ήταν τόσο ψεύτικη και υποκριτική η όλη διαδικασία. Για αυτό λοιπόν μη περιμένετε πανηγυρικούς, ταρατατζούμ και λιβάνια. Όλα αυτά μπορεί να ταιριάζουν σε κρατικές υποχρεώσεις και κομματικές επιβεβαιώσεις, αλλά δεν ταιριάζουν σε μια επανάσταση που συγκλόνισε τον κόσμο.<br />
Θέλεις να υποβαθμίσεις ένα ιστορικό γεγονός; Κάντο πανηγυράκι, όπως κατάντησε ο γιορτασμός του Πολυτεχνείου. Θέλεις να το θάψεις μετ΄ επαίνων; Κάντο παρέλαση. Και οι πιο μεγάλες παρελάσεις στην ιστορία έγιναν στη κόκκινη πλατεία της Μόσχας, γι αυτή ακριβώς την επέτειο.<br />
Από το 1922 ο Μαγιακόφσκι φώναζε:<br />
Πέντε χρόνια θριάμβου!Πέντε χρόνια Κατακτήσεων.Και -Πέντε χρόνια μονότονων εορτασμών.Πέντε χρόνια καλλιτεχνικού μαρασμού!<br />
Υπάρχουν και χειρότερα. Πρόσφατα είδα μια φωτογραφία από τη Βόρεια Κορέα. Γυναίκες να παρελαύνουν σε βηματισμό χήνας. Ότι πιο αηδιαστικό. Όμως η υπόθεση της κοινωνικής απελευθέρωσης είναι πολύ πιο σοβαρή, από τη μεταχείριση που της επιφυλάσσουν δικτατορίσκοι τύπου Κιμ Ιλ Σουνγκ.<br />
Δεν είναι τωρινή υπόθεση. Ξεκινά από πολύ παλιά και έχει τις αιτίες της στην κοινωνική αδικία, την εκμετάλλευση και την καταπίεση. Η πρώτη μεγάλη επανάσταση έγινε στην αρχαία Ρώμη, από τους δούλους, με αρχηγό το θρυλικό Σπάρτακο. Δεν ήταν μια απλή μικροεξέγερση από αυτές που γίνονταν τακτικά εκείνη την εποχή. Ήταν η μαζικότερη της αρχαιότητας και συντάραξε τον τότε κόσμο. Από τότε τα μηνύματα και ο δρόμος που χάραξε, ο δρόμος της φωτιάς, φωτίζουν κάθε παρόμοια προσπάθεια.<br />
Το ίδιο μεγάλη ήταν η εξέγερση στη χώρα του Βόλγα. Σε πείσμα του Μαρξ που είχε πει ότι η εργατική επανάσταση θα ξεκινούσε στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες της Δύσης, σαν συνέπεια της εξέλιξης του συστήματος. Ο Λένιν και οι σύντροφοί του πίστευαν περισσότερο στη θέληση του ανθρώπου από τους νόμους της ιστορίας. Και πέτυχαν το ακατόρθωτο. Έστω και προσωρινά.<br />
Γιατί το βρωμερό δηλητήριο της εξουσίας, έκανε και εδώ τη δουλειά του. Ποτέ η αριστερά δεν μπόρεσε να δώσει μια πειστική απάντηση για την εξουσία και τη διαχείρισή της. Όλες οι αποχρώσεις της την υπηρέτησαν με δουλικότητα. Από τους σοσιαλδημοκράτες που προσκύνησαν το καπιταλισμό, μέχρι τους μαοϊκούς που μετέτρεψαν την (όποια) επανάσταση σε καπιταλισμό. Όλοι σαγηνεύτηκαν από τα θέλγητρά της και πούλησαν τη ψυχή τους προκειμένου να την απολαύσουν. Ο μόνος που την έφτυσε κατάμουτρα, την ώρα που την είχε κατακτήσει, ο Τσε. Αυτός και μόνο έφτασε με τη στάση του και το παράδειγμά του να ξεπλύνει τις αμαρτίες όλων. Το πάλεψε και στη Γαλλία το Μάη του 68, με νέες μορφές και σύγχρονα αιτήματα. Δεν τα κατάφερε ούτε εδώ.<br />
Δεν έχω σκοπό ούτε να αναφέρω, πολύ περισσότερο να αναλύσω τους λόγους της μέχρι τώρα αποτυχίας στη προσπάθεια για την κατάκτηση αλλά και στο χτίσιμο της νέας κοινωνίας. Οι γνώμες είναι πολλές και διαφορετικές. Άμα θέλουμε να μιλάμε και να μαλώνουμε για αυτά τα θέματα έχουμε υλικό για επτά ζωές. Αν είναι να κρατήσουμε κάτι από όλα αυτά, είναι η στάση ζωής του καθένα, ο δρόμος του αγώνα, η επιλογή της αντίστασης, το ενδιαφέρον για τον συνάνθρωπο.<br />
Πολύ περισσότερο σήμερα, που στο όνομα του κέρδους των πολυεθνικών γίνονται πόλεμοι και απροκάλυπτες επεμβάσεις σε χώρες για την αρπαγή του φυσικού τους πλούτου. Η φτώχια και η ανέχεια αποκτούν νέα μορφή. Η οικονομική κρίση είναι προ των πυλών, η εύρεση εργασίας αλλά και η πληρωμή της δεν είναι αυτονόητα. Καταστρέφεται αλόγιστα ο πλανήτης. Οι καπιταλιστές δεν λογαριάζουν ούτε το μέλλον των παιδιών τους. Και μπορεί να φαντάζει ότι κανένας δεν ακούει και δεν ενδιαφέρεται, αλλά παντού υπάρχουν θύλακες αντίστασης. Που κάποια στιγμή θα βρουν το δρόμο τους. Όποιος και να είναι αυτός.<br />
Γιατί πώς να το κάνουμε. Για να παραμείνει γαλάζια η θάλασσα και η γη πράσινη, μερικά πράγματα σε τούτο το πλανήτη πρέπει να κοκκινίσουν. Άλλα από χαρά και άλλα από ντροπή.<br />
<br />
<a href="http://stixoi.info/stixoi.php?info=Lyrics&amp;act=details&amp;song_id=22200">Στίχοι</a> - Μουσική:Φίλιππος Πλιάτσικας<br />
<br />
<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1109574022742810727-9173064161121096552?l=koukosmonos.blogspot.com' alt="-" /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Αλήτης (καιρός)</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/10/18/%ce%91%ce%bb%ce%ae%cf%84%ce%b7%cf%82_(%ce%ba%ce%b1%ce%b9%cf%81%cf%8c%cf%82)</link>
		<pubDate>Sat, 18 Oct 2008 14:10:00 -0400</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/10/18/%ce%91%ce%bb%ce%ae%cf%84%ce%b7%cf%82_(%ce%ba%ce%b1%ce%b9%cf%81%cf%8c%cf%82)</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://3.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SPnESX_ey6I/AAAAAAAABH4/XnXunWen11k/s1600-h/aqualung2.jpg"><img src="http://3.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SPnESX_ey6I/AAAAAAAABH4/XnXunWen11k/s400/aqualung2.jpg" alt="-" /></a><br />
<br />
Βλέπετε όνειρα; Κι αν ναι, τα θυμάστε; Εγώ για να πω το πόνο μου, δεν τα πάω καλά με τα όνειρα. Κακές, κάκιστες παραστάσεις, χωρίς κανένα ειρμό και συνοχή, ανακατεύουν γεγονότα της ημέρας με αναμνήσεις μια ζωής και άλλα πράγματα, εντελώς άσχετα μεταξύ τους. Ποτέ μου δεν ξεκαθάρισα αν είναι ασπρόμαυρα ή έγχρωμα. Τις περισσότερες φορές δεν θυμάμαι τίποτα εκτός από μερικές σκόρπιες σκηνές. Κατά τον Φρόυντ, τα όνειρα δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια χρήσιμη κλειδαρότρυπα για το ασυνείδητο. Ουσιαστικά, το ασυνείδητο είναι η πιο βαθιά πτυχή του εαυτού μας. Ελέγχει τα συναισθήματα και τη συμπεριφορά μας. Πίστευε λοιπόν ότι το όνειρο είναι η καλυμμένη πραγματοποίηση μιας ασυνείδητης επιθυμίας, τρέχουσας ή της παιδικής ηλικίας που δεν είναι άμεσα προσβάσιμη στη συνειδητή αντίληψη όταν το άτομο παραμένει ξύπνιο. Όπως καταλαβαίνετε, πίσω από τη δική μου κλειδαρότρυπα μάλλον υπάρχει κλειδί, οπότε άδικος ο κόπος να μάθω, και να μάθετε, τη πιο βαθιά πτυχή του εαυτού μου. Αυτά πίστευα ακράδαντα μέχρι χτες. Χτες το βράδυ είδα ένα όνειρο. Έγχρωμο και πεντακάθαρο με ανάλυση εικόνας high definition και ήχο dolby surround. Βlue ray ένα πράγμα.<br />
Είμαι στην Αθήνα για δουλειές. Έχω πάει με το καράβι γιατί δεν βρήκα εισιτήριο με το αεροπλάνο. Πάντα πιστεύω ότι κάτι καλό θα κάτσει στο δωδεκάωρο ταξίδι. Στο τέλος, αφού έχω διαβάσει μέχρι και τα μνημόσυνα στην εφημερίδα, τη πέφτω για ύπνο. Κουνάει το ρημάδι, τρίζουν τα πάντα στη καμπίνα και ορκίζομαι για χιλιοστή φορά ότι δεν θα ταξιδέψω ξανά με καράβι. Είμαι στο Σύνταγμα και ωραίος. Ντύσιμο αθλητικό και με άποψη. Παπούτσια geox αναπνέοντα. Παντελόνι τζιν lacoste με ασημένιο κροκοδειλάκι στη κωλότσεπη. Πουκάμισο armani και ποιος μας πιάνει. Γυαλιά ηλίου prada ασορτί με το σοφιστικέ ύφος μου. Την όλη εμφάνιση συμπληρώνει μια τσάντα delsey από γνήσιο δέρμα βουβαλιού. Ρούχα και αξεσουάρ διαλεγμένα ένα κι ένα, εκτός από άνεση μου εμπνέουν και μια σιγουριά. Δίνουν το στίγμα μου.<br />
Έχω έρθει νωρίτερα στο ραντεβού και αποφασίζω να πάω μια βόλτα στο Ζάππειο να δω τις πάπιες. Από μικρό παιδί μου άρεσε να βλέπω πάπιες. Ξεκίνησε με μια που είχε η γειτόνισσα στο χωριό. Η κόρη της η Μαρίτσα που τη τάιζε, καμάρωνε που δεν είχε άλλος στη γειτονιά. Και εγώ ήμουν συνέχεια εκεί, να βλέπω και να καμαρώνω και τις δυο. Συνεχίστηκε στο άλσος της Νέας Φιλαδέλφειας, στη λιμνούλα. Πηγαίναμε εκεί στις κοπάνες που κάναμε από το Γυμνάσιο. Ακουμπισμένοι στο ξύλινο φράχτη, καπνίζαμε και βλέπαμε τις πάπιες με βλέμμα απλανές, αναλογιζόμενοι τις Μαρίτσες που έφυγαν και κείνες που θα έρθουν. Τα απωθημένα που λέει και ο Φρόυντ.<br />
Λίγο πριν φτάσω στη λίμνη τον πρόσεξα. Καθόταν σε ένα παγκάκι και ήταν απελπιστικά βρώμικος. Ρούχα παλιά και ξεσκισμένα, κουρέλια στη κυριολεξία. Γένια και μαλλιά αχτένιστα και άπλυτα. Μύριζε δυστυχία και εγκατάλειψη. Άπλωσε το χέρι του για ελεημοσύνη. Κοντοστέκομαι, κοιτάζω γύρω μου και με μια κίνηση αγέρωχη του δίνω δέκα ευρώ. Στη θέα του κόκκινου χαρτονομίσματος, τινάζεται προς τα πίσω τρομαγμένος και φέρνει το δεξί χέρι μπροστά στο πρόσωπό του, σα να προσπαθούσε να προφυλαχτεί.<br />
- Πάρτο πίσω, δεν θέλω ούτε να το βλέπω, είπε βαριανασαίνοντας.<br />
- Μα γιατί, εσύ άπλωσες το χέρι σου, είπα ενοχλημένος.<br />
- Δεν θέλω λεφτά. Ένα τσιγάρο ζήτησα, αν έχεις δώσε μου, είπε και άπλωσε πάλι το χέρι.<br />
Η ενόχληση έδωσε τη θέση της στην απορία. «Είναι δυνατόν σε τέτοιο χάλι και να μη θέλει λεφτά;» σκεφτόμουν την ώρα που του έδινα ένα τσιγάρο. Το άρπαξε με λαχτάρα, το μύρισε, το έβαλε στο στόμα και προέκτεινε το κεφάλι του περιμένοντας τη φωτιά. Του το άναψα και τράβηξε μια ρουφηξιά που το έφτασε μέχρι τη μέση. Κράτησε το καπνό μέσα του, έκλεισε τα μάτια, το πρόσωπό του ηρέμησε και τον έβγαλε με ένα παρατεταμένο αναστεναγμό. Μου χαμογέλασε και μου έκανε χώρο στο παγκάκι.<br />
- Κάτσε φίλε, οι δουλειές δεν τελειώνουν ποτέ, εμείς τελειώνουμε. Μάζεψε τα κουρέλια του και μου έκανε χώρο στο παγκάκι. Κάθισα επιφυλακτικά, όσο πιο άκρη μπορούσα. Ο μισός βρισκόμουν στον αέρα, έβαλα και τη τσάντα διαχωριστικό ανάμεσά μας, για αναχαίτιση της βρώμας. Άναψα τσιγάρο.<br />
- Εμένα που με βλέπεις, μέχρι και δυο χρόνια πριν ήμουν τραπεζίτης στο Νιου Γιουόρκ. Αccount manager στην Tade Bank of America, είπε με στόμφο.<br />
«Ναι καλά και εγώ είμαι o Βγενόπουλος» σκέφτηκα, αλλά του είπα:<br />
- Και τι έγινε; Πως βρέθηκες εδώ και σε αυτό το χάλι;<br />
- Με πέτυχε η κρίση των ομολόγων δανεισμού σπιτιών με υψηλό ρίσκο. Για να μη σε κουράσω, με δυο λόγια η Αμερική ως γνωστό ζει με δανεικά. Μόνο οι Κινέζοι έχουν ένα τρισεκατομμύριο δολάρια σε αμερικανικά ομόλογα. Άλλα τόσα και ακόμα περισσότερα οι Ευρωπαίοι και Ιάπωνες. Αυτό και μόνο έφτανε να πέσουν τα επιτόκια σε χαμηλά επίπεδα ρεκόρ. Οι τράπεζες με τη σειρά τους χρηματοδότησαν το αμερικάνικο όνειρο απόκτησης κατοικίας και εξοχικού, ανεξέλεγκτα. Για κάθε ένα δολάριο που είχαν οι τράπεζες, δάνειζαν εξήντα τέσσερα. Η ζήτηση κατοικίας εκτοξεύτηκε στα ύψη, το ίδιο και τιμές. Οι τράπεζες μετέτρεψαν τα δάνεια σε ομόλογα, και τα πούλησαν σε διψασμένους για μετρητά επενδυτές ως σίγουρα ανταποδοτικά κεφάλαια, τα γνωστά hedge funds. Αυτός ο φαύλος κύκλος όμως έσπασε, τα δάνεια δεν πληρώθηκαν, οι κατασχέσεις πολλαπλασιάστηκαν, οι τιμές των σπιτιών έπεσαν δραματικά και αυτό έφερε τη κατάρρευση. Τράπεζες έκλεισαν, χρηματιστήρια βούτηξαν, και αυτό με τη σειρά του έφερε ύφεση στην οικονομία.<br />
- Τι μου λες άνθρωπέ μου! Και τι έγινε μετά;<br />
- Η Αμερική για να σώσει το σύστημα ανέλαβε το κράτος τη διαχείριση των τραπεζών;<br />
- ‘Ελα! Μου λες ότι Μπους κρατικοποίησε τις τράπεζες;<br />
- Ο Μπους το ξεκίνησε και ο Ομπάμα το ολοκλήρωσε.<br />
- Όπα δικέ μου. Σα να βιάζεσαι. Ο Ομπάμα δεν βγήκε ακόμα, είπα με μεγάλη έκπληξη.<br />
Ο τύπος χαμογέλασε και φάνηκαν τα κίτρινα δόντια του.<br />
- Εδώ και δυο χρόνια, κυβερνάει την πλανητεύουσα ένας αράπης. Το διανοείσαι; Τσιγαράκι; είπε και άπλωσε πάλι το χέρι. Του το έδωσα αμήχανα. «Θα σκεφτώ για τα δυο χρόνια που μου λείπουν, όταν ηρεμήσω» σκέφτηκα.<br />
- Κατάλαβες τώρα; Λόγω της παγκοσμιοποίησης η κρίση επεκτάθηκε παντού. Εκατομμύρια μικρομεσαίοι καταστράφηκαν σε όλο τον κόσμο. Εργοστάσια έκλεισαν, δουλειές καταστράφηκαν. Οι στρατιές των ανέργων τριπλασιάστηκαν. Οι πρώτοι που την πλήρωσαν ήταν τα ακριβά καταναλωτικά προϊόντα. Μεγάλοι οίκοι μόδας έκλεισαν, όπως οι Armani και Prada. «Όχι ρε γαμώτο! Είμαι δυο χρόνια πίσω στη μόδα» ήταν το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα. Δεν μίλησα.<br />
- Την πλήρωσαν και τα αυτοκίνητα και τα κινητά. Η Nokia έκλεισε. Ο πρόεδρος της λένε ότι ξανάγινε γραμματέας μιας νεολαίας που ήταν παλιά. «Κανονικά έπρεπε να γίνει του κόμματος, μεγάλωσε πια» ξανασκέφτηκα, αλλά και πάλι δεν μίλησα.<br />
- Εγώ πίεζα τη τράπεζα να αγοράσει και άλλα ομόλογα. Από τη μια στιγμή στην άλλη βρέθηκα χωρίς δουλειά και κατεστραμμένος. Μου κατάσχεσαν τα πάντα. Με έδιωξε και η αμερικανίδα γυναίκα μου. Ήρθα εδώ, με σκοπό να πάω στο Άγιο Όρος να σώσω τη ψυχή μου. Δεν με δέχτηκαν σε καμιά μονή. Μου είπαν ότι κάνουν ντηλ μόνο με επιτυχημένους τραπεζίτες. Και να΄μαι εδώ, να ζω από τα συσσίτια του δήμου. Τα λεφτά με κατέστρεψαν γι αυτό δεν θέλω να τα βλέπω, είπε και ετοιμάστηκε να φύγει. Μια σκέψη φώτισε το μυαλό μου.<br />
- Μισό λεπτό, να σε ρωτήσω. Έγιναν εκλογές στην Ελλάδα; Ποιος μας κυβερνάει;<br />
- Ναι. Πέρσι έγιναν πρόωρες εκλογές, απάντησε.<br />
- Λόγω της οικονομικής κρίσης προφανώς, τον ρώτησα.<br />
- Όχι, λόγω ενός παππά, γνωστός μου φάνηκε, κάπου τον είχα ξαναδεί.<br />
- Και; Ποιος κέρδισε; Ποιος κυβερνάει αυτό το τόπο, ρώτησα γεμάτος αγωνία.<br />
- Φωτιά θα πέσει να μας κάψει! Μας κυβερνάνε οι …<br />
Ντιν νταν ακούστηκαν οι απόκοσμες καμπάνες από το High Hopes του Division Bell. Ο τύπος σταυροκοπήθηκε έντρομος.<br />
-Η Δευτέρα Παρουσία! είπε και εξαφανίστηκε τρέχοντας.<br />
Οι καμπάνες συνέχιζαν ακόμα πιο έντονες, μέχρι που πετάχτηκα από το κρεβάτι, λουσμένος στο ιδρώτα. Ο ήχος από το ξυπνητήρι του κινητού συνέχισε να χτυπάει. Έπιασα το ακριβό μου Nokia με μια αγαλλίαση στα χέρια.<br />
«Ουφ, όνειρο ήταν. Το σενάριο ήταν στραβό. Εμείς μια χαρά αρμενίζουμε!»<br />
Στίχοι - Μουσική: Jethro Tull<br />
<br />
<br />
<br />
ΥΓ. Αφιερωμένο στη <a href="http://e-cynical.blogspot.com/">Κυνική</a>, από το επιστημονικό μπλογκ της οποίας ξεσήκωσα τα οικονομικά στοιχεία.<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1109574022742810727-5494074910617800408?l=koukosmonos.blogspot.com' alt="-" /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Ο χορός της καρδιάς και της ψυχής</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/10/12/%ce%9f_%cf%87%ce%bf%cf%81%cf%8c%cf%82_%cf%84%ce%b7%cf%82_%ce%ba%ce%b1%cf%81%ce%b4%ce%b9%ce%ac%cf%82_%ce%ba%ce%b1%ce%b9_%cf%84%ce%b7%cf%82_%cf%88%cf%85%cf%87%ce%ae%cf%82</link>
		<pubDate>Sun, 12 Oct 2008 12:39:00 -0400</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/10/12/%ce%9f_%cf%87%ce%bf%cf%81%cf%8c%cf%82_%cf%84%ce%b7%cf%82_%ce%ba%ce%b1%cf%81%ce%b4%ce%b9%ce%ac%cf%82_%ce%ba%ce%b1%ce%b9_%cf%84%ce%b7%cf%82_%cf%88%cf%85%cf%87%ce%ae%cf%82</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://1.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SPHGikszpmI/AAAAAAAABHw/_K-junhDnLo/s1600-h/340x.jpg"><img src="http://1.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SPHGikszpmI/AAAAAAAABHw/_K-junhDnLo/s400/340x.jpg" alt="-" /></a><br />
Η Μα Λι έκλεισε τα μάτια. «Θεέ μου ας κρατήσει μια ζωή» παρακάλεσε. Το φιλί που προηγήθηκε την είχε στείλει στα ουράνια. Ταιριάζανε σε όλα με το αγόρι της και η απόδειξη ήταν η ανατριχίλα που της έφερνε κάθε φορά το φιλί του. Είχε κάθε λόγο να είναι ευτυχισμένη. Ήταν επαγγελματίας μπαλαρίνα. Η δουλειά της ήταν αυτό που περισσότερο αγαπούσε. Ήταν όμορφη και μόλις δεκαεννιά χρονών. Ένα γουργουρητό ικανοποίησης βγήκε από μέσα της. Ο φίλος της, από το κάθισμα του οδηγού, τη κοίταξε φανερά ικανοποιημένος και χαμογέλασε. Ο κρότος που ακούστηκε ήταν εκκωφαντικός. Και αμέσως μετά σκοτάδι. Απόλυτο σκοτάδι.<br />
Η Λι άνοιξε τα μάτια. «Θεέ μου ας ήταν ένα κακό όνειρο» παρακάλεσε. Τα κλαμένα μάτια και τα βλέμματα οίκτου που αντίκρισε την τάραξαν. Μια κραυγή απόγνωσης και αφόρητης απελπισίας σκέπασε το δωμάτιο του νοσοκομείου, μόλις συνειδητοποίησε ότι έχασε το δεξί της χέρι. Το αγόρι της ξέσπασε σε λυγμούς και βγήκε τρέχοντας από το δωμάτιο. Δεν τον ξαναείδε από τότε. Η πρώτη της σκέψη ήταν ο θάνατος. Και η επόμενη. Και η μεθεπόμενη. Η αγάπη της μάνας της ήταν αυτή που την απέτρεψε από την αυτοκτονία. Η χρονιά του ατυχήματος, το 1996, σημάδεψε για πάντα τη ζωή της.<br />
Σιγά σιγά και με τη βοήθεια των γονιών της άρχισε να προσαρμόζεται στη νέα κατάσταση. Έμαθε να γράφει με το αριστερό, να χτενίζεται, να μαγειρεύει, να πλένει τα ρούχα της. Μερικούς μήνες αργότερα άνοιξε ένα μικρό βιβλιοπωλείο στη πόλη που έμενε. Τα πράγματα μπήκαν σε μια σειρά. Πέντε χρόνια αργότερα, το 2001 κλήθηκε στον εθνικό διαγωνισμό για άτομα με αναπηρία. Ήταν ένας ειδικός διαγωνισμός τεχνικής σε οποιοδήποτε τομέα ήταν καλοί οι συμμετέχοντες. Από χορό μέχρι ζωγραφική. Κέρδισε το χρυσό μετάλλιο εκτελώντας χορευτικές φιγούρες και αυτό της έδωσε τεράστια ώθηση να συνεχίσει να ασχολείται με τη μεγάλη της αγάπη, το μπαλέτο. Ο έρωτας δεν άργησε να της ξαναχτυπήσει την πόρτα. Ο Λι Τάο ένα εικοσάχρονο αγόρι, τέσσερα χρόνια μικρότερός της, την αγάπησε με πάθος. Δεν του έδωσε καμιά ευκαιρία. Ο φόβος της μήπως και πάλι πληγωθεί δεν την έκανε απλά επιφυλακτική, αλλά φρόντισε και να εξαφανιστεί. Με αφορμή την ενασχόλησή της με το μπαλέτο και τη συχνή εμφάνισή της στη τηλεόραση μετακόμισε στο Πεκίνο.<br />
Ο Τάο δεν συμβιβάστηκε. Την έψαξε παντού, σε πείσμα των γονιών του και των φίλων του που τον απέτρεπαν να το κάνει. Τελικά έμαθε για το Πεκίνο και μετακόμισε και αυτός. Την έψαχνε κάθε μέρα και ώρα, μέσα στο χάος της πρωτεύουσας. Κάποια στιγμή τη πέτυχε σε ένα μπαρ που εργαζόταν. Η Λι μόλις τον αντίκρισε, σταμάτησε το χορό και έπεσε στην αγκαλιά του. Από τότε είναι μαζί. Έκαναν διάφορες δουλειές για να επιβιώσουν. Ο Τάο κατάφερε το 2004 να πάρει μια άδεια νόμιμου καλλιτεχνικού πράκτορα, ώστε με όλες του τις δυνάμεις να μπορέσει να βοηθήσει τη καριέρα της. Μια νύχτα που χιόνιζε, περίμεναν τουρτουρίζοντας κάτω από ένα υπόστεγο το λεωφορείο. Μόλις είχαν τελειώσει κάτι κινηματογραφικά γυρίσματα και επέστρεφαν σπίτι τους. Τότε η Λι ένοιωσε μια ακατανίκητη επιθυμία να χορέψει μαζί του στο χιόνι. Κατά τη διάρκεια του χορού, διαπίστωσε ότι αυτό ήθελε να κάνει περισσότερο από κάθε άλλο. Να χορέψει με παρτενέρ στο παγκόσμιο διαγωνισμό χορού. Έψαξε πολύ για τον κατάλληλο. Τον βρήκε τελικά στο πρόσωπο του Ζάι.<br />
Ο Ζάι, μόλις εικοσιένα χρονών, ήταν πολύ μεγάλο όνομα στους αθλητές με αναπηρία. Είχε εξαιρετικές επιδόσεις στο ποδήλατο, το κολύμπι, τη κατάδυση, το άλμα σε ύψος και το άλμα σε μήκος. Ο προπονητής του πίστευε ακράδαντα, ότι στους παραολυμπιακούς του Πεκίνου θα αποσπούσε δυο με τρία χρυσά μετάλλια. Όταν ήταν μικρός, μόλις τεσσάρων ετών, έπεσε από το τρακτέρ που οδηγούσε ο παππούς του, και η ρόδα του σμπαράλιασε το αριστερό του πόδι. Ο γιατρός αποφάσισε ότι έπρεπε να κοπεί από το μηρό για να μπορέσει να ζήσει. Ήταν μικρό παιδί τότε και δεν μπορούσε να καταλάβει τις συνέπειες. Ταυτόχρονα όμως, αυτό βοήθησε να συμβιβαστεί και να αποδεχτεί σχετικά γρήγορα το συμβάν. Ήταν και παρέμεινε ένα αισιόδοξο και χαρούμενο παιδί, με υψηλή αίσθηση του χιούμορ.<br />
Η Λι απευθύνθηκε απευθείας στον ίδιο.<br />
-Σε θέλω για παρτενέρ μου σε ένα διαγωνισμό χορού, του είπε.<br />
-Και τι ακριβώς θέλεις να κάνω, τη ρώτησε με απορία.<br />
-Να χορέψεις μαζί μου του είπε αποφασιστικά.<br />
-Μα εγώ δεν έχω ιδέα από χορό, της απάντησε απορημένος.<br />
-Θα μάθεις. Έχουμε πάνω από ένα χρόνο στη διάθεσή μας για προπόνηση και πρακτική εξάσκηση δέκα με δεκαπέντε ώρες τη μέρα, του είπε με μια πνοή.<br />
-Και θα αφήσω τη προπόνηση για τα αθλήματα στους παραολυμπιακούς; Ο προπονητής μου λέει, ότι έχω πιθανότητες για πάνω από δυο χρυσά. Μου ζητάς να συμμετέχω σε κάτι αμφίβολο, που δεν γνωρίζω καν; Ξέρεις τι σημαίνει χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο;<br />
Η Λι δεν είχε τι να του απαντήσει. Απελπισμένη έκανε τη τελευταία της προσπάθεια.<br />
-Έλα τουλάχιστον το βράδυ να με δεις να χορεύω με κάποιον άλλο χορευτή.<br />
-Εντάξει, αυτό μπορώ να το κάνω.<br />
Ο Ζάι έμεινε άφωνος από αυτό που έβλεπε. Η αρμονία και ο ρυθμός τον γέμισαν ψυχική ευφορία. Διαπίστωσε έκπληκτος ότι είναι κάτι που θέλει να το κάνει, κάτι που του ταιριάζει.<br />
Ξεκίνησαν τα μαθήματα και τη πρακτική για παραπάνω από ένα χρόνο. Ο Ζάι δεν είχε ιδέα από χορό, αλλά ήταν τελειομανής και πάλευε με όλες του τις δυνάμεις να ανταποκριθεί. Τον Απρίλιο του 2007 συμμετείχαν στον τέταρτο παγκόσμιο διαγωνισμό χορού για άτομα με ειδικές ανάγκες. (CCTV) Ήταν ένας διαγωνισμός μαμούθ με πάνω από επτά χιλιάδες συμμετοχές. Τα πάνε περίφημα και είναι στον τελικό. Κέρδισαν το ασημένιο μετάλλιο, με υψηλότατη βαθμολογία.<br />
<p>
  <br />
</p>
<p>
  <br />
  <br />
  YΓ1. Είναι η ανταπόκρισή μου στο παιχνίδι που μέ κάλεσε ο <a href="http://oallosre.blogspot.com/2008/10/blog-post.html">Άλλος</a>. Το παιχνίδι λέγεται "παιχνίδι συγκίνησης από οποιοδήποτε λόγο".<br />
  <br />
  ΥΓ2. Η αφήφηση και οι διάλογοι είναι δικής μου έμπνευσης. Τα γεγονότα και τα πρόσωπα είναι απολύτως αληθινά. Την ιστορία τη διάβασα για πρώτη φορά στο μπλόγκ του <a href="http://stavraetos.blogspot.com/search/label/%CE%A7%CE%BF%CF%81%CF%8C%CF%82">Σταυραετού</a>. Αργότερα έμαθα ότι τη μετέφρασε και τη πρωτοδημοσίευσε στο μπλογκ της η <a href="http://tear.pblogs.gr/2008/01/o-horos-ths-kardias-oloklhrh-h-istoria.html">Ελίνα</a>. Όταν το διάβασα έκλαψα. Δεν ήταν δάκρυα λύπης και οίκτου, αλλά χαράς και θαυμασμού. Η στάση ζωής αυτών των ανθρώπων είναι παράδειγμα για όλους μας.
</p>
<p>
  ΥΓ3. Η ανάρτηση είναι αφιερωμένη στη <a href="http://profiles.pathfinder.gr/igeri">Λυγερή</a> και στον υπέροχο αγώνα που δίνει μέσα από το μπλογκ της: <a href="http://ligery.pblogs.gr/">Στο πηγαιμό για την Ιθάκη</a>
</p><img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1109574022742810727-8405692341913136237?l=koukosmonos.blogspot.com' alt="-" /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Το φύσημα του ανέμου</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/10/06/%ce%a4%ce%bf_%cf%86%cf%8d%cf%83%ce%b7%ce%bc%ce%b1_%cf%84%ce%bf%cf%85_%ce%b1%ce%bd%ce%ad%ce%bc%ce%bf%cf%85</link>
		<pubDate>Mon, 06 Oct 2008 14:49:00 -0400</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/10/06/%ce%a4%ce%bf_%cf%86%cf%8d%cf%83%ce%b7%ce%bc%ce%b1_%cf%84%ce%bf%cf%85_%ce%b1%ce%bd%ce%ad%ce%bc%ce%bf%cf%85</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://2.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SOn7qhdIWeI/AAAAAAAABHk/YIGfuBFL25Q/s1600-h/storm_waves.jpg"><img src="http://2.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SOn7qhdIWeI/AAAAAAAABHk/YIGfuBFL25Q/s400/storm_waves.jpg" alt="-" /></a><br />
<br />
Και φυσάει ένας αγέρας και σου παίρνει τη ψυχή…<br />
Σήμερα το πρωί δεν βρέχει. Είχα καλομάθει μια βδομάδα τώρα, η πρωινή βροχούλα να με συνοδεύει στη δουλειά. Φυσάει όμως πολύ. Μια από κείνες τις μέρες που ο άνεμος λες και σου μιλάει, σου μεταφέρει τα μυστικά του. Τα φύλλα της κλαίουσας ακουμπάνε στη γη. Είναι σα να με προσκυνάει την ώρα που περνάω από μπροστά της. Ένα ρίγος με διαπερνά και ασυναίσθητα κουμπώνω το σακάκι. Περίεργος καιρός, δεν ξέρεις τι να φορέσεις. Το πρωί ψύχρα, το μεσημέρι ζέστη. Όταν φτάνω στη θάλασσα, σταματάω το αμάξι και τη παρατηρώ. Μ΄αρέσει έτσι όπως είναι φουριόζα και αφρισμένη. Περπατώ για λίγο δίπλα της. Η μυρωδιά του ιωδίου, έντονη και αναζωογονητική. Αν και είμαι αρκετά μακριά από τη παραλία οι σταγόνες από το κύμα που σκάει στα βράχια ραντίζουν το πρόσωπό μου. Ο Οκτώβρης έχει ένα ξεχωριστό τρόπο να κάνει αισθητή τη παρουσία του. Όμορφο τρόπο.<br />
Και συ έχεις ένα ξεχωριστό τρόπο να κάνεις αισθητή την απουσία σου. Θυμήθηκα την τελευταία μας κουβέντα. Λίγο πριν φύγω από την Αθήνα. Πάνε χρόνια πολλά. «Έχω χαθεί. Που βαδίζουμε, έχει μείνει τίποτα όρθιο από όσα πιστεύαμε; Τι νόημα έχει τελικά η ζωή;» με ρώτησες με έντονη την αγωνία στη φωνή. Χαμογέλασα, προσπαθώντας να κρύψω την έκπληξή μου, και είπα με ύφος παντογνώστη: «Η απάντηση φιλενάδα είναι μπροστά στα μάτια σου, τόσο προφανής, όσο το φύσημα του ανέμου». Είχα τότε μια σιγουριά στα επιχειρήματά μου. Μου την είχει δώσει η πείρα της ζωής, η συμμετοχή μου στα κοινά που δεν περιορίστηκε σε μια απλή ψήφο, οι στοίβες των βιβλίων μου. Θυμάμαι πως σου μίλησα με υπεροψία για τους νόμους της ιστορίας, για τις αναγκαιότητες και τα αναπόφευκτα. «Ο δρόμος που βαδίζουμε είναι μονόδρομος. Μην έχεις αυταπάτες και προπαντός μην έχεις αμφιβολίες» ολοκλήρωσα με στόμφο.<br />
Χαμογέλασα πικρά. Μακάρι να είχα τη σιγουριά του τότε. Μεγάλο πράγμα η πίστη. Μακάριοι οι κάθε είδους πιστεύοντες. Έχουν καθαρίσει με τα ερωτήματα αλλά κυρίως με τις απαντήσεις. Και από την άποψη αυτή είναι ευτυχισμένοι. Όμως όλα αυτά τα χρόνια που πέρασαν, ανέτρεψαν σιγουριές, πέταξαν στα σκουπίδια αναγκαιότητες, διέλυσαν ιδεολογίες, ξευτίλισαν πολιτικές. Ντυθήκαμε αυτά που γελούσαμε, δεξιωθήκαμε ό,τι κοροϊδεύαμε.<br />
Σε βλέπω μπροστά μου πεντακάθαρα. Βαδίζεις δίπλα μου και ο αγέρας ανεμίζει τρελά τα άβαφτα μαλλιά σου. Με ρωτάς με την ίδια παιδική αφέλεια, με το ίδιο ερωτηματικό στο βλέμμα σου.<br />
«Έχω χαθεί. Που βαδίζουμε, έχει μείνει τίποτα όρθιο από όσα πιστεύαμε; Τι νόημα έχει τελικά η ζωή;»<br />
«Γάμα τα φιλενάδα. Την όποια απάντηση την πήρε (και τη σήκωσε) ο άνεμος.<br />
<br />
Στίχοι - Μουσική: Bob DylanΤραγούδι: Joan Baez<br />
<br />
<p>
  ΥΓ. Αφιερωμένο σε μια <a href="http://parafyada.blogspot.com/">"παραφυάδα"</a> που έφυγε νωρίς από τα μπλογκς, τη <a href="http://www.blogger.com/profile/07870089360977856711">Βάσσια</a>
</p><img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1109574022742810727-3749140860924660812?l=koukosmonos.blogspot.com' alt="-" /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Παραμυθάκι: Οι τρεις ευχές.</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/09/28/%ce%a0%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%bc%cf%85%ce%b8%ce%ac%ce%ba%ce%b9:_%ce%9f%ce%b9_%cf%84%cf%81%ce%b5%ce%b9%cf%82_%ce%b5%cf%85%cf%87%ce%ad%cf%82.</link>
		<pubDate>Sun, 28 Sep 2008 12:18:00 -0400</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/09/28/%ce%a0%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%bc%cf%85%ce%b8%ce%ac%ce%ba%ce%b9:_%ce%9f%ce%b9_%cf%84%cf%81%ce%b5%ce%b9%cf%82_%ce%b5%cf%85%cf%87%ce%ad%cf%82.</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://3.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SN9MTPLRfnI/AAAAAAAABHA/W4Sr79IDsW0/s1600-h/threewisheslogo.jpg"><img src="http://3.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SN9MTPLRfnI/AAAAAAAABHA/W4Sr79IDsW0/s400/threewisheslogo.jpg" alt="-" /></a>Μια φορά και ένα καιρό ήταν ένα παλληκάρι. Καλά, μη φανταστείς νέο, πριγκιπόπουλο και άλλα καλλωπιστικά. Λαϊκό και σιτεμένο. Ο Θανάσης. Είχε μια δουλειά καλή, μια γυναίκα σχετικά καλή και ένα καημό μεγάλο. Να πιάσει τη καλή. Όχι τη καλή, με τη καλή έννοια, αλλά με τη κακή. Να πιάσει τη καλή γκόμενα.<br />
Αλλά ας πιάσουμε το πράγμα από την αρχή. Ο Θανάσης λοιπόν ήταν ο ορισμός του νεοέλληνα. Απόφοιτος λυκείου, με αγωνιστικές περγαμηνές, έκανε ένα φεγγάρι και το συνδικαλιστή. Τα ανακάτεψε όλα, ιδεολογία και καλοπέραση και εξαργύρωσε τα τρεξίματα με μια θέση στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Αφού εξασφάλισε το ζην, επιδίωξε το ευ ζην. Φευ! Η Λουκία σχετικά γρήγορα, για να συνεχίσει να δίνει το ευ, απαίτησε το προφανές. Την αποκατέστησε, εν δόξη και τιμή, με παππά και με κουμπάρο. Κάτι ψέλλισε για πολιτικό γάμο, αλλά το βλέμμα της πεθεράς τον επανέφερε στον ίσιο δρόμο. «Δε γαμιέται, εγώ θα αλλάξω τον κόσμο;» σκέφτηκε και έπεσε με τα μούτρα στη νομιμότητα και τη μονιμότητα. Και επειδή το νόμιμο είναι και ηθικό, σχολίαζε και καυτηρίαζε όσους και όσες ηθικώς παρανομούσαν. Γρήγορα όμως διαπίστωσε ότι το μόνιμο, εκτός από ασφαλές είναι και βαρετό. Πόσα δημοσιοϋπαλληλίκια να αντέξει ο άνθρωπος; Άσε που είχαν έρθει τα πάνω κάτω. Οι παπάδες είχαν μια σκανδαλιστική κάμψη και οι Κωστόπουλοι πήραν το πάνω χέρι. Τώρα πια το να έχεις γκόμενα δεν ήταν νόμιμο ακόμα, αλλά ήταν ηθικά αποδεκτό.<br />
Ήταν όμως από τη φύση του ντροπαλός. Κοκκίνιζε με το παραμικρό και με τίποτα δεν μπορούσε να κάνει το πρώτο βήμα. Έτσι συνέχιζε να παραμένει νόμιμος και από το καημό το είχε ρίξει στο ποτό. Εκείνο το βράδυ αφού είχε πιει τον άμπακα και ήταν περασμένα μεσάνυχτα, ζήτησε από το μπάρμαν, την ώρα που έκλεινε, ένα μπουκάλι τζιν. Αυτός για να τον ξεφορτωθεί του έδωσε ένα παμπάλαιο και αραχνιασμένο, που από καιρό ήθελε να το πετάξει. Ο Θανάσης το πήρε και έφυγε. Βρήκε ένα παγκάκι στο πάρκο της Αγίας Ειρήνης και στρογγυλοκάθισε. Αφού το σκούπισε στο μπλου τζιν, ξεβίδωσε το καπάκι. Ο καπνός άρχισε να βγαίνει από το μπουκάλι ξαφνικά. Ένας λευκός πυκνός καπνός σαν αυτόν που έβγαζαν τα λάστιχα που έκαιγαν στην απεργία. Σαστισμένος το άφησε στο παγκάκι. Σε λίγο είχε σκεπάσει το τετράγωνο. Ο Θανάσης έτριβε τα μάτια του από το τσούξιμο και την έκπληξη. Όταν άρχισε να καταλαγιάζει, διέκρινε τη φιγούρα που άρχισε να σχηματίζεται. Ο φόβος του έδωσε την πρώτη τσιμπιά και η καρδιά του χτύπησε δυνατά. Η πρώτη σκέψη ήταν να το βάλει στα πόδια, αλλά τα ένοιωσε παραλυμένα και έμεινε καρφωμένος στη θέση του. Τώρα πια τον ξεχώριζε καθαρά. Ήταν ένας γέρος ασπρομάλλης, αξύριστος και κακοντυμένος.<br />
«Γεια σου, είμαι το τζίνι» του συστήθηκε. «Τι παπαριές μας λένε τα παραμύθια» ήταν η πρώτη του σκέψη. «Ποιο μπλε ξωτικό και πράσινα άλογα» είπε μέσα του και άρχισε να χαλαρώνει.<br />
«Μέσα στο επόμενο λεπτό πρέπει να μου πεις τρεις ευχές και εγώ θα τις ικανοποιήσω» του είπε. Ο Θανάσης τα έχασε. «Ώστε είναι αλήθεια τελικά. Υπάρχει!» μονολόγησε και ήδη είχε αρχίσει να τα χρειάζεται με τη σκέψη του θείου, του υπερφυσικού. «Την έβαψες μάγκα μου, τόσα χρόνια αθεΐας, όσες μετάνοιες και να κάνεις, στη κόλαση θα καταλήξεις» συνέχισε τον εσωτερικό διάλογο. Η δυνατή και αποφασιστική φωνή τον προσγείωσε απότομα.<br />
«Πέρασε το λεπτό, πες τις ευχές σου τώρα γιατί θα χάσεις την ευκαιρία».<br />
«Μμμμμμμ» ψέλλισε την ώρα που δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα.<br />
«Τελείωνε» του φώναξε το τζίνι.<br />
«Εεεε, ειρήνη στο κόσμο» είπε και ξεροκατάπιε.<br />
«Έγινε, η δεύτερη τώρα» ξαναφώναξε.<br />
«Να εξαφανιστεί η ανεργία» πέταξε καταϊδρωμένος.<br />
«Εντάξει και αυτή, την τρίτη τώρα»<br />
«Να επικρατήσει η δικαιοσύνη» είπε ξεφυσώντας και σκούπισε τον ιδρώτα του.<br />
«Ωραία, είσαι μέσα στα χρονικά πλαίσια και θα εκπληρωθούν όλες» του απάντησε, όταν ακούστηκε ο χαρακτηριστικός ήχος από το τακούνι της γόβας στο πλακάκι. Πρώτα πέρασε η αύρα της και μετά αυτή από μπροστά τους. Ήταν ξανθιά και το αχνό φως από το παραδοσιακό φανάρι της πλατείας φώτισε για μια στιγμή το πρόσωπό της. Κόλαση. Τους χαμογέλασε και ζήτησε φωτιά για το τσιγάρο της. Ο Θανάσης άρχισε να ψάχνεται μανιωδώς για αναπτήρα ξεχνώντας ότι δεν καπνίζει. Την κατάσταση έσωσε το τζίνι που κάτι έκανε και άναψε το χέρι του. Τους ευχαρίστησε και συνέχισε το δρόμο της. Ο Θανάσης είχε μείνει άφωνος. Η κοπέλα ήταν η προσωποποίηση κάθε φαντασίας του. Ότι ονειρεύτηκε μέχρι τώρα.<br />
«Σε χαιρετώ» είπε το τζίνι.<br />
«Στάσου, περίμενε» του φώναξε με αγωνία ο Θανάσης.<br />
«Τι θέλεις;» τον ρώτησε.<br />
«Αυτό το κορίτσι, θέλω να με ερωτευθεί»<br />
«Δεν γίνεται, έχεις ήδη κάνει τις τρεις ευχές σου» απάντησε<br />
«Να πάρω πίσω μία»<br />
«Μα είναι και οι τρεις ιερές, ποια να πρωτοπάρεις, άσε που δεν το επιτρέπουν οι κανόνες»<br />
«Σε παρακαλώ, να τις πάρω όλες πίσω, ποια ειρήνη, ποια ανεργία, ποια δικαιοσύνη; Θέλω τη κοπέλα»<br />
«Δεν γίνεται, είχες την ευκαιρία σου» είπε και ο πυκνός καπνός άρχισε πάλι να σχηματίζεται μέχρι που εξαφανίστηκε και αυτός και το τζίνι.<br />
Ο Θανάσης έμεινε με το μπουκάλι στο χέρι.<br />
«Είμαι αδιόρθωτος. Τι σκατά θέλω και ανακατεύω τη πολιτική με τις γυναίκες» είπε. Τράβηξε μια γερή τζούρα από το τζιν και έζησε αυτός καλά και μείς καλύτερα.<br />
Στίχοι - Μουσική - Ταγούδι<a href="http://www.youtube.com/watch?v=juWHJCQGUq0">Roger Waters</a><br />
<br />
<a href="http://www.snapdrive.net/%3Futm_source%3Dplayerlogo%26utm_medium%3Dflashplayer_rev1"></a><br />
ΥΓ. Είναι η ανταπόκρισή μου στο παιχνίδι που με κάλεσε να παίξω το <a href="http://natassaki.wordpress.com/2008/09/24/three-wishes/">Νατασσάκι<br /></a><img src='//blogger.googleusercontent.com/tracker/1109574022742810727-6502161641852363615?l=koukosmonos.blogspot.com' alt="-" /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Φορώντας τα μέσα έξω</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/09/21/%ce%a6%ce%bf%cf%81%cf%8e%ce%bd%cf%84%ce%b1%cf%82_%cf%84%ce%b1_%ce%bc%ce%ad%cf%83%ce%b1_%ce%ad%ce%be%cf%89</link>
		<pubDate>Sun, 21 Sep 2008 11:34:00 -0400</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/09/21/%ce%a6%ce%bf%cf%81%cf%8e%ce%bd%cf%84%ce%b1%cf%82_%cf%84%ce%b1_%ce%bc%ce%ad%cf%83%ce%b1_%ce%ad%ce%be%cf%89</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://2.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SNYHcour-pI/AAAAAAAABGk/3cbec8cYFvM/s1600-h/8b8g1na.jpg"><img src="http://2.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SNYHcour-pI/AAAAAAAABGk/3cbec8cYFvM/s400/8b8g1na.jpg" alt="-" /></a><br />
Μεσημέρι Σαββάτου και επιστρέφω στη βάση μου. Ήμουν σε ένα χωριό αρκετά απομακρυσμένο και είχα τελειώσει τη δουλειά μου με αρκετή επιτυχία. Σε ανάλογες περιπτώσεις, η μουσική παίζει πολύ δυνατά και το αμάξι βρίσκει ευκαιρία για ξεκάπνισμα. Το ίδιο και τώρα μόνο που δεν τρέχω. Το τραγούδι είναι νοσταλγικό με δόσεις μελαγχολίας, σε πλήρη αρμονία με το τοπίο. Βρίσκομαι στο μέσον ενός ελαιώνα και το ασημί χρώμα των φύλλων του ενώνεται στο βάθος του ορίζοντα με το γκρίζο του ουρανού. Είμαι λίγο πριν τη βροχή και άφωνος από την ομορφιά που με περιβάλει. Ο Ελύτης είχε πει κάποτε: Καταμεσήμερο Ιουλίου...που κι αν ακόμα δεν υπήρχαν ελαιώνες...θα τους είχα επινοήσει. Προφανώς δεν θα είχε λόγια να περιγράψει τον ελαιώνα τη μέρα ενός συννεφιασμένου Σεπτέμβρη.<br />
Παρατηρώ το καρπό της ελιάς. Καταπράσινος και μεγάλος, πράγμα σπάνιο για την εποχή. Οι βροχές του Σεπτέμβρη έκαναν το θαύμα τους. Προσπαθώ να θυμηθώ πόσα χρόνια έχει να βρέξει τέτοια εποχή και δεν τα καταφέρνω. Η φύση αντιστέκεται. Όσο και να τη πληγώνουμε, όσο και να την πετροβολάμε, αντέχει ακόμα. Μέχρι πότε;<br />
Ο ήχος του κινητού τσαλακώνει το συλλογισμό. Το σηκώνω ανόρεχτα αλλά δεν ακούω τίποτα. Όσο και να φωνάζω απόκριση δεν παίρνω. Μου πήρε αρκετά να καταλάβω ότι είχε συνδεθεί το μπλουτούθ που είχα ξεχασμένο στο ντουλαπάκι. Στο μεταξύ η κλήση είχε χαθεί και εγώ μόλις που γλύτωσα το χαντάκι στην άκρη του δρόμου. Δεν έχω όμως παράπονο. Επικοινωνώ! Με κόσμο πολύ, γνωστούς και αγνώστους. Και έχω και μια σειρά εργαλεία για αυτό. Συσκευές και προγράμματα τελευταία λέξη της τεχνολογίας. Νοιώθω μια σιγουριά που πολυεθνικές μεγαθήρια ασχολούνται με μένα και τις αναζητήσεις μου και φροντίζουν να καλύπτουν όλες τις ανάγκες που με τόσο κόπο μου δημιούργησαν. Είμαστε στον αιώνα της επικοινωνίας. Τηλέφωνα κινητά και ακούνητα, συρματωμένα και ασύρματα, με μπλουτούθ και χαντσφρί, εσεμές και μεμεές. Κομπιούτερ και λάπτοπ με ιντερνέτ και μιεσέν, γκούγκλι και τζιτόκ. Επικοινωνώ;<br />
Σβησμένος από το φως, ανάβω τη νύχτα. Φοράω τα σκοτάδια της με ένα άδειο χαμόγελο λέει το τραγούδι. Νοιώθω μέσα μου ένα μεγάλο κενό. Επικοινωνία σημαίνει να βγάλεις το μέσα σου έξω. Να μιλήσεις για όλα αυτά που σε βασανίζουν και σε κυνηγάνε, αλλά ο καθωσπρεπισμός, τα στάνταρ της κοινωνίας και ο φόβος να παρεξηγηθείς τα κρατάνε καλά κρυμμένα μέσα σου. Να πεις για παράδειγμα ότι αν και είμαι απόλυτα νηφάλιος άνθρωπος θέλω να κάνω έρωτα σα να έχω χάσει τα λογικά μου. Δεν το λες και μιλάς για τον καιρό, και όλα τα άλλα τυποποιημένα. Σημαίνει και άλλα πολλά που τα ξέρεις καλύτερα από μένα. Το θέμα είναι αν θα μου τα πεις ποτέ...<br />
Ανοίγω το παράθυρο και απλώνω το χέρι μου έξω. Έλα βροχή. Σταγόνα ακούμπησε το κορμί μου και άνοιξέ μου τη ψυχή. Απελευθέρωσέ με. Και αν δεν τα καταφέρεις, έλα έτσι κι αλλιώς. Θρέψε το καρπό της ελιάς. Είναι πολύ πιο σπουδαίο από την όποια μελαγχολία μου.<br />
Στίχοι: Moore - Μουσική: R. WrightTραγούδι: R. Wright<br />
<br />
<a href="http://www.snapdrive.net/%3Futm_source%3Dplayerlogo%26utm_medium%3Dflashplayer_rev1"></a><br />
<p>
  Από το δίσκο των Pink Floyd: The Division Bell
</p>
<p>
  ΥΓ. Αφιερωμένο στη μνήμη του Richard Wright που απεβίωσε πρόσφατα. Ο Wright πρόσφερε το κάτι τι που γλύκανε τη μουσική των Pink Floyd. Οι Pink Floyd πρόσφεραν το κάτι τι που γλύκανε τη ζωή μας. Καλό ταξίδι φίλε. Και χαιρετίσματα στο παλιόπαιδο το Syd. Θα το ξέρετε ασφαλώς. Δύο μέλη είναι ήδη συγκρότημα.
</p><img src='//blogger.googleusercontent.com/tracker/1109574022742810727-2609585419018673125?l=koukosmonos.blogspot.com' alt="-" /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Μικρές νοθείες</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/09/13/%ce%9c%ce%b9%ce%ba%cf%81%ce%ad%cf%82_%ce%bd%ce%bf%ce%b8%ce%b5%ce%af%ce%b5%cf%82</link>
		<pubDate>Sat, 13 Sep 2008 10:53:00 -0400</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/09/13/%ce%9c%ce%b9%ce%ba%cf%81%ce%ad%cf%82_%ce%bd%ce%bf%ce%b8%ce%b5%ce%af%ce%b5%cf%82</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://2.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SMtx0rhKryI/AAAAAAAABGM/0qNM3g6-zgk/s1600-h/bigstockphoto_Seagull_Against_Blue_Sky_52906.jpg"><img src="http://2.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SMtx0rhKryI/AAAAAAAABGM/0qNM3g6-zgk/s400/bigstockphoto_Seagull_Against_Blue_Sky_52906.jpg" alt="-" /></a>Μυστήρια πράγματα μου συμβαίνουν τελευταία. Αν και είμαι χιλιόμετρα μακριά σου μπορώ να σε βλέπω, να σε νιώθω. Ειδικός δεν είμαι και δεν ξέρω πώς να ονομάσω το φαινόμενο. Παραίσθηση; Ενόραση; Όπως και να λέγεται το μόνο σίγουρο είναι ότι η κούραση του καλοκαιριού το επηρεάζει. Θετικά. Και εγώ τώρα σε βλέπω καθαρά. Καλύτερα και από τηλεόραση.<br />
Μόλις έχεις ξυπνήσει και ανοίγεις το παράθυρο. Η μέρα προκαλεί. Το φως του ήλιου με την έπαρση του ατόφιου, σε τυφλώνει. Απότομα κάνεις ένα βήμα προς τα πίσω. Τραβάς τη κουρτίνα, προσεκτικά και με ευλάβεια. Δεν είναι Χυτήρογλου. Είναι ένα κατάλευκο κουρτινάκι με κοφτό κέντημα στη μέση, φτιαγμένο με μεράκι και περίσσια τέχνη από τη γιαγιά σου. Οι θύμισες σε πλημυρίζουν μα η βαριά ζαλάδα σε στέλνει στη κουζίνα. Φτιάχνεις στα γρήγορα ένα καφέ. Εδώ και χρόνια τον πίνεις σκέτο. Χαμογελάς με τη σκέψη σου. Κάθε φορά που παραγγέλνεις, ο σερβιτόρος σε κοιτάει με δυσπιστία. «Σκέτο σκέτο; Χωρίς γάλα και ζάχαρη;» ρωτάει. «Άμα ήθελα γάλα και ζάχαρη θα είχα παραγγείλει παγωτό» απαντάς με χαμόγελο, την ώρα που ανάβεις ένα λεπτεπίλεπτο Davidoff.<br />
Ηρεμείς μόλις η νικοτίνη συναντάει βαθιά μέσα σου την καφεΐνη. Νόμιμες ουσίες άρα και ηθικά αποδεκτές όπως θα έλεγε και μια ψυχή. Παραιτημένη πλέον, καλή της ώρα. Είναι η ώρα της περισυλλογής και της ενδοσκόπησης. Όλη σου η ζωή περνάει εμπρός και χαιρετάει. Σαν σε παρέλαση. Τα χρόνια της αθωότητας και της ξεγνοιασιάς. Μικρό κορίτσι γεμάτο χαρά και ενέργεια. Δεν είχες σχεδόν τίποτα, αλλά η αγάπη περίσσευε. Το σχολείο, η λαχτάρα για τα γράμματα. Ο υπέροχος και θαυμαστός κόσμος που ανακάλυπτες. Εκείνα τα μάτια του ντροπαλού αγοριού που δεν σε άφηναν σε ησυχία και σε γέμιζαν ενοχές. Όμορφα χρόνια που τα νιάτα έσβηναν τις όποιες ατέλειες, προσπερνούσαν τις κακοτοπιές. Και ήρθε η γνωριμία που σημάδεψε τη ζωή σου. Αμέσως κατάλαβες με σιγουριά το λιμάνι που καρτερούσες. Ο γάμος, τα παιδιά. Οι χαρές και οι λύπες. Μια ζωή ολόκληρη. Και είσαι σίγουρη, αν μπορούσες δεν θα άλλαζες τίποτα. Τα ίδια θα ξαναέκανες. Είναι η ζωή σου, η δική σου ζωή.<br />
Είναι όμως και αυτή η φωτογραφία στη κορνίζα με τη κοπέλα, που με τα ανοιχτά χέρια, λες και αγκαλιάζει τον κόσμο όλο. Πάνω στο πλοίο της εκδρομής. Τώρα που το ξανασκέφτεσαι, θα ήθελες λίγο παραπάνω θάλασσα. Και όλα τα ταξίδια που σχεδίασες να μην έμεναν στους χάρτες. Χαμογελάς. Το βράδυ θα ανοίξεις τα φτερά σου πάνω από θάλασσες. Θα πας σε μέρη μακρινά και απάτητα. Για τούτα τα ταξίδια είναι τα όνειρα.<br />
-Πέτα ελεύθερα κορίτσι μου!<br />
<a href="http://stixoi.info/stixoi.php?info=Lyrics&amp;act=details&amp;song_id=1249"><br />
Στίχοι</a>: Οδυσσέας Ιωάννου - Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος<br />
Τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου<br />
<p>
  <br />
  ΥΓ. Αφιερωμένο στη <a href="http://aspastos1.blogspot.com/">Γλαρένια</a> μας<a href="http://www.snapdrive.net/%3Futm_source%3Dplayerlogo%26utm_medium%3Dflashplayer_rev1"></a>
</p><img src='http://res1.blogblog.com/tracker/1109574022742810727-741457774700507944?l=koukosmonos.blogspot.com' alt="-" /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Κάπου υπάρχει ένα νησί.</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/09/07/%ce%9a%ce%ac%cf%80%ce%bf%cf%85_%cf%85%cf%80%ce%ac%cf%81%cf%87%ce%b5%ce%b9_%ce%ad%ce%bd%ce%b1_%ce%bd%ce%b7%cf%83%ce%af.</link>
		<pubDate>Sun, 07 Sep 2008 11:15:00 -0400</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/09/07/%ce%9a%ce%ac%cf%80%ce%bf%cf%85_%cf%85%cf%80%ce%ac%cf%81%cf%87%ce%b5%ce%b9_%ce%ad%ce%bd%ce%b1_%ce%bd%ce%b7%cf%83%ce%af.</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://4.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SMOOmpF4JRI/AAAAAAAABF8/VVbIORl4Tg0/s1600-h/Ecola+Point,+Oregon+Coast.jpg"><img src="http://4.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SMOOmpF4JRI/AAAAAAAABF8/VVbIORl4Tg0/s400/Ecola+Point,+Oregon+Coast.jpg" alt="-" /></a>Ο Γιώργος απολαμβάνει τον απογευματινό καφέ στο αγαπημένο του στέκι, με θέα το πέλαγος. Ο Σεπτέμβρης είναι ιδανικός καιρός για προβληματισμό και ενδοσκόπηση. Έχει στρίψει ένα τσιγάρο με περίσσια τέχνη και ετοιμάζεται να το ανάψει. Θυμάται από τα παιδικά του χρόνια, τα λεπτά ροζ τσιγαρόχαρτα που είχε ο πατέρας του κρυμμένα στο μπακιρένιο χαρανί. Τα παραχωρούσε δωρεάν το κράτος στους καπνοπαραγωγούς. Απόρησε και ο ίδιος. «Καπνοπαραγωγός σε νησί;» Και όμως! Θυμάται καθαρά τη σκηνή. Ο πατέρας, η μάνα, η μεγάλη αδερφή και αυτός, καθισμένοι στο χωράφι να περνάνε με κάτι τεράστιες βελόνες τα φύλλα του καπνού σε σπάγκο και μετά να τα κρεμάνε στα κλαδιά της συκιάς για να αποξηρανθούν. Όμορφα χρόνια. Γεμάτα από φτώχεια και προσμονή για το καλύτερο. Ανάβει το τσιγάρο και τραβάει μια γερή τζούρα.<br />
«Αναρωτιέμαι πολλές φορές για τα παιχνίδια του μυαλού και άκρη δεν βγάζω. Ειδικά σε ότι αφορά τα αισθηματικά, έτσι και μελετήσεις το θέμα ψύχραιμος και απεξαρτημένος, θα νομίσεις ότι τις περισσότερες φορές το μυαλό σου κάνει πλάκα» Πρόσφατα είδε μετά από καιρό, ένα παλιό μεγάλο έρωτα. Όταν είχαν χωρίσει ο πόνος ήταν αβάσταχτος. Το μαύρο είχε κυριαρχήσει στη ζωή του και η κατάθλιψη είχε περάσει το κατώφλι της ψυχής. Είδε και έπαθε να τα βάλει σε μια σειρά. Είχε μεγάλη απορία για το πώς θα ένοιωθε με μια τέτοια συνάντηση. Δεν ένοιωσε τίποτα, μόνο αμηχανία με τα παιχνίδια του μυαλού. Αυτό το ρημάδι, που τον έριξε στα πατώματα, το ίδιο ακριβώς τώρα σφύριζε αδιάφορα. Το μόνο που έκανε ήταν να βάλει στη ζυγαριά από τη μια μεριά αυτά που έζησε, τα όμορφα, τα χειροπιαστά, τον ίδιο τον έρωτα και από την άλλη αυτά που θα ερχόταν, τα απροσδιόριστα, τα νεφελώδη και η ζυγαριά προκλητικά και αδικαιολόγητα έγερνε στο μέλλον. «Τελικά όλα ένα παιχνίδι είναι;» ρώτησε και απάντηση δεν πήρε. Και τι να πει; Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι όποιες απαντήσεις είναι κρυφές ερωτήσεις.<br />
Έχει αρχίσει και νυχτώνει νωρίς. Προμήνυμα χειμώνα. Ετοιμάζεται να φύγει όταν χτυπάει το κινητό. Η φωνή γνωστή, ακούγεται απόμακρη.<br />
«Δεν μπορώ να το παλέψω. Μόλις φτιάξω κάτι καλό, έρχεται η σύγκριση με τον ιδανικό έρωτα που έζησα και θέλω να το βάλω στα πόδια. Είμαι χαμένη σε ένα πέλαγος και είμαι μόνη». Ο Γιώργος ετοιμάζεται να δώσει συμβουλές παρηγοριάς. Έτσι όπως κοιτάζει το πέλαγος του έρχεται η έμπνευση. Θα παρομοιάσει τον έρωτα με ένα νησί με χρυσή αμμουδιά και ευλογημένη θάλασσα. Θα της μιλήσει πειστικά για την ύπαρξη του. Για την αναγκαιότητα να ψάξει να το βρει. Για τις δυσκολίες που πρέπει να ξεπεράσει. Το ξανασκέφτεται. «Όλα είναι ένα παιχνίδι του μυαλού κορίτσι μου. Εκεί έχω καταλήξει. Και αν όντως είναι έτσι, το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να πατήσεις το κουμπί επανεκκίνησης».<br />
<a href="http://stixoi.info/stixoi.php?info=Lyrics&amp;act=details&amp;song_id=31075">Στίχοι</a>: Μάνος Ελευθερίου - Μουσική: Στέλιος ΓαργάλαςΤραγούδι: Μπάμπης Στόκας<br />
<br />
<a href="http://www.snapdrive.net/%3Futm_source%3Dplayerlogo%26utm_medium%3Dflashplayer_rev1"></a>ΥΓ. Αφιερωμένο στη <a href="http://single-mamma.blogspot.com/">mamma<br /></a><a href="http://www.snapdrive.net/%3Futm_source%3Dplayerlogo%26utm_medium%3Dflashplayer_rev1"></a><img src='http://res1.blogblog.com/tracker/1109574022742810727-5260127252846378396?l=koukosmonos.blogspot.com' alt="-" /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Χρόνος (ώρα είναι;)</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/08/27/%ce%a7%cf%81%cf%8c%ce%bd%ce%bf%cf%82_(%cf%8e%cf%81%ce%b1_%ce%b5%ce%af%ce%bd%ce%b1%ce%b9;)</link>
		<pubDate>Wed, 27 Aug 2008 14:02:00 -0400</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/08/27/%ce%a7%cf%81%cf%8c%ce%bd%ce%bf%cf%82_(%cf%8e%cf%81%ce%b1_%ce%b5%ce%af%ce%bd%ce%b1%ce%b9;)</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://2.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SLU001wLhlI/AAAAAAAABEI/F6XZkE2tjIs/s1600-h/%CF%89%CF%81%CE%B1.jpg"><img src="http://2.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SLU001wLhlI/AAAAAAAABEI/F6XZkE2tjIs/s400/%CF%89%CF%81%CE%B1.jpg" alt="-" /></a>Είναι αργά και λίγο πριν κοιμηθώ, αναλογίζομαι τη μέρα που πέρασε. Γεμάτη ζωντάνια, γεμάτη από γεγονότα. Ένα αίσθημα πληρότητας και ικανοποίησης με κυριεύει. Βαδίζω σταθερά σε τούτη τη ζωή. Η δουλειά μου πάει καλά, η οικογένεια καλύτερα και οι κοινωνικές μου σχέσεις μια χαρά. Οι απόψεις μου, μέρα τη μέρα, μέσα από τη τριβή και σκληρές δοκιμασίες, έχουν την επιβεβαίωση που τους πρέπει.<br />
Το πρωί, λίγο μετά τον καφέ, με επισκέφτηκε ένα κλιμάκιο της νομαρχίας που σκοπό έχει την προώθηση του καλού τουρισμού. Σοβαροί και ενημερωμένοι άνθρωποι, επιστήμονες. Μια γυναίκα, εκπαιδευτικός το επάγγελμα, με πολύ περιποιημένη εμφάνιση και κομψό ντύσιμο, φόρεσε τα γυαλιά της και άρχισε με ενθουσιασμό να αναπτύσσει το σχέδιο της υπηρεσίας. Έχασα την αρχή γιατί το μυαλό μου κόλλησε στα γυαλιά. Ήταν μικροσκοπικά, με ένα ανοιχτό μπλε κοκάλινο σκελετό και τοποθετημένα στην άκρη της μύτης, για να μπορεί να διαβάζει και ταυτόχρονα να κοιτάζει πάνω από αυτά τους συνομιλητές της. Εμένα δηλαδή, γιατί ο συνοδός της δεν μιλούσε. Μόνο κουνούσε το κεφάλι συγκαταβατικά.<br />
Αμέσως σκέφτηκα ότι πρέπει να είναι γύρω στα σαράντα πέντε, αν και έδειχνε πολύ μικρότερη. Μαλλιά κομμωτηρίου, κοντοκομμένα και με γυριστές τις άκρες προς τα μέσα, μαύρα, που στο έντονο λευκό φως του γραφείου κοκκίνιζαν ελαφρώς. Πρόσωπο με λεπτά χαρακτηριστικά, μάτια καστανά, μικρή μύτη και χείλη ανεπαίσθητα βαμμένα, ίσα που να ξεχωρίζουν. Καλοσχηματισμένο στήθος, και σωστή αναλογία σώματος και ποδιών. Αλλά τα γυαλιά όμως όλα τα λεφτά. Ήταν και η κίνηση που έκανε για να τα φορέσει, αργή και τελετουργική, μάλλον για να ξεπεράσει την αμηχανία της στιγμής. Το όλο σκηνικό με τάραξε. Τα γυαλιά σε μια γυναίκα μου ασκούν μια ακατανόητη έλξη. Ερωτική, τι να λέμε τώρα. Έτσι που το ξανασκέφτομαι, πρέπει να οφείλεται στη κυρία Μυρσίνη, τη δασκάλα μου στο δημοτικό. Ήταν η πρώτη γυναίκα που σκέφτηκα ερωτικά και ο βασικός λόγος που δεν με ενδιέφεραν οι συμμαθήτριές μου. Το γεγονός της απομόνωσής μου από τα κορίτσια, εκεί πρέπει να οφείλονταν και καθόλου στην εμφάνισή μου. Ατσούμπαλος, κακοντυμένος και με σπυριά, με χέρια και πόδια γδαρμένα.<br />
-Συμφωνείται κύριε Δημήτρη; με ρώτησε κοιτάζοντας πάνω από τα γυαλιά και με ελαφρώς σκυμμένο το κεφάλι.<br />
-Βεβαίως, απάντησα ενώ κρύος ιδρώτας με περιέλουζε, είναι πολύ καλή η πρόταση, συμπλήρωσα.<br />
-Και πως μπορείτε να μας βοηθήσετε από τη πλευρά σας; συνέχισε βασανιστικά. Κοίταξα το συνοδό της για βοήθεια και αυτός μου έγνεψε καταφατικά. Είμαι μόνος και έρημος. Εδώ ήρθαν οι γνώσεις μου να βοηθήσουν. Άρχισα να μιλάω και να αναπτύσσω τις απόψεις μου πάνω στο τουρισμό. Διάλεγα τις λέξεις, τόνιζα κατάλληλα και όσο έβλεπα το αυξημένο ενδιαφέρον, τόσο ανέβαινα. Τους εντυπωσίασα, δεν χωράει αμφιβολία. Ο συνοδός κουνούσε το κεφάλι του πάνω κάτω χωρίς σταματημό. «Θα πιαστεί» σκέφτηκα, την ίδια στιγμή που είδα τη λάμψη στα μάτια της. Η συζήτηση έκλεισε μέσα στη καλή χαρά. Ανταλλάξαμε κάρτες με την υπόσχεση να ξαναβρεθούμε. Έπρεπε να είμαι ικανοποιημένος. Η σκιά όμως είχε τη δική της άποψη. Άλλη μια επιβεβαίωση στο αδιέξοδο και ατέρμονο κυνήγι του ήλιου, μου πέταξε και χάθηκε με τον ίδιο τρόπο που εμφανίστηκε. Ξαφνικά.<br />
Η μέρα όμως είναι γεμάτη, πού χρόνος για αναλύσεις. Τα τηλέφωνα χτυπάν δαιμονισμένα. Παραγγελίες, παράπονα, γκρίνιες, γέλια, πώς να σε αφήσουν σε ησυχία;<br />
-Έλα βρε χαμένο, που είσαι; Η γνώριμη και ευχάριστη φωνή στην άλλη ακρη της τηλεφωνικής γραμμής.<br />
-Καλώς το κορίτσι μας! Όλα καλά; απάντησα και η χαρά μου δεν ήταν προσποιητή.<br />
-Καλάμια, που τα είδες τα καλά; Άσε με ρε Δημήτρη, δεν είναι ζωή αυτή. Μόλις στρώνεις το ένα χαλάει το άλλο. Έχω απελπιστεί. Το μαύρο με έχει κυριεύσει. Στα πατώματα σου λέω, ολοκλήρωσε τη φράση με ένα λυγμό.<br />
Η καλύτερή μου! Δώσε μου απελπισία να στην εξαφανίσω αυτοστιγμεί. Το να πολεμάς την απελπισία είναι ο ελληνικός τρόπος. Με τα χρόνια, το διάβασμα, αλλά κυρίως με τη πρακτική εξάσκηση έχω αναγάγει το θέμα της παρηγοριάς και της αισιόδοξης ματιάς σε επιστήμη. Και δεν θέλω να το παινευτώ, αλλά τα αποτελέσματα μιλάνε από μόνα τους. Σιγά μη μου γλύτωνε η Δέσποινα.<br />
Σας το είπα από την αρχή. Όλα είναι τακτοποιημένα. Το μεσημεριανό φαγητό χωρίς περιττά λίπη και με ελεγχόμενες θερμίδες, το τσιγάρο κομμένο εδώ και τέσσερα χρόνια, ο απογευματινός περίπατος που με κρατάει σε φόρμα. Και έχω σχέδια πολλά για τη ζωή, σχέδια που το καθένα καταλήγει στο τίποτα ή στη καλύτερη περίπτωση, μισή σελίδα κακογραμμένες σειρές.<br />
Θέλω και άλλα να σας πω αλλά νυστάζω. Αλλάζω πλευρό και κλείνω τα μάτια. Βαθειά μέσα μου το ξέρω. Άλλη μια μέρα πιο κοντά στο θάνατο.<br />
<a href="http://www.pink-floyd-lyrics.com/html/time-dark-lyrics.html"><br />
Στίχοι</a> - Μουσική: Pink Floyd<br />
<br />
<a href="http://www.snapdrive.net/%3Futm_source%3Dplayerlogo%26utm_medium%3Dflashplayer_rev1"></a><br />
ΥΓ. Αφιερωμένο στο μπλογκάκι μου, που σε πείσμα όλων των προβλέψεών μου, συμπληρώνει ένα χρόνο.<img src='http://res1.blogblog.com/tracker/1109574022742810727-638124528634732677?l=koukosmonos.blogspot.com' alt="-" /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Έλα να πάμε στο νησί. Τον Αύγουστο.</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/08/12/%ce%88%ce%bb%ce%b1_%ce%bd%ce%b1_%cf%80%ce%ac%ce%bc%ce%b5_%cf%83%cf%84%ce%bf_%ce%bd%ce%b7%cf%83%ce%af._%ce%a4%ce%bf%ce%bd_%ce%91%cf%8d%ce%b3%ce%bf%cf%85%cf%83%cf%84%ce%bf.</link>
		<pubDate>Tue, 12 Aug 2008 20:48:00 -0400</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/08/12/%ce%88%ce%bb%ce%b1_%ce%bd%ce%b1_%cf%80%ce%ac%ce%bc%ce%b5_%cf%83%cf%84%ce%bf_%ce%bd%ce%b7%cf%83%ce%af._%ce%a4%ce%bf%ce%bd_%ce%91%cf%8d%ce%b3%ce%bf%cf%85%cf%83%cf%84%ce%bf.</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://3.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SKHNNYOi3TI/AAAAAAAAAvU/Ma6lsYD1EFI/s1600-h/Gogh+Van,19,FRA,+Fishing+Boats+on+the+Beach+at+Saintes-Maries.jpg"><img src="http://3.bp.blogspot.com/_vu4GqPFsa5k/SKHNNYOi3TI/AAAAAAAAAvU/Ma6lsYD1EFI/s320/Gogh+Van,19,FRA,+Fishing+Boats+on+the+Beach+at+Saintes-Maries.jpg" alt="-" /></a>Έλα μη κρύβεσαι. Σε βλέπω. Κρατάς το εισιτήριο για το νησί. Το μαγικό χαρτάκι που σε κάνει να ονειρεύεσαι. Αυτή τη φορά χειροπιαστά και όχι ξέμπαρκα, όπως τις περισσότερες φορές, τότε που είσαι το αντίπαλο δέος του Μπαντέρας και η φωνή της Σούλας σε προσγειώνει απότομα. Ένα εισιτήριο μονό. Χωρίς τη Σούλα.<br />
Είσαι τελείως πεπεισμένος για αυτή σου την απόφαση. Σε νοιώθω που σκέφτεσαι: «Εντάξει, δε λέω, καλό κορίτσι η Σούλα και ξηγημένο. Αλλά να, πώς να το πω, κονταίνει το όνειρο». Ψάχνεις το άλμπουμ με τις παλιές φωτογραφίες. Η ίδια ανατριχίλα σε διαπερνά μόλις αντικρίζεις τη μορφή της. Η Στέφανι, η αγγλιδούλα με τα υπέροχα μάτια, τα γεμάτα υποσχέσεις. Που δεν τις έδιναν μόνο. Το καλύτερο καλοκαίρι σου, οι καλύτερες διακοπές σου, τότε τον Αύγουστο, σε κείνο το νησί. Και συ θέλεις να το ξαναζήσεις. Προφανώς έχεις ξεχάσει τα χρόνια που πέρασαν…<br />
Και να ΄σαι τώρα, στο σκυλοπνίχτη, με το γυαλικό σου, και όλους τους ενδόμυχους πόθους πακεταρισμένους και τακτοποιημένους μαζί με τα λακόστ και τα λιβάις στη βαλίτσα σου. Έχεις σκάσει δύο μεροκάματα για το εισιτήριο και άλλο ένα για φαί και καφέδες, αλλά σιγά μη σε νοιάζει. Έχεις μπροστά σου το όνειρο. Τίποτα και κανένας δεν μπορεί να σου χαλάσει τη διάθεση. Ακούς τις μίζες με τα εκατομμύρια να σφυρίζουν στις άγονες γραμμές, αλλά έχεις πάθει πλέον ανοσία. Σεμνά και ταπεινά βγάζεις το νέο σου κινητό με το ενσωματωμένο εμπιθρί και το περιεργάζεσαι. Οι υποχρεώσεις σου σε έκαναν να χάσεις, τον Ιούνη, τη συναυλία του Mark Knopfler στο Λυκαβηττό και ετοιμάζεσαι να ακούσεις τους <a href="http://www.youtube.com/watch?v=_SEULZIHru0">Σουλτάνους.</a> Πάντα ήταν για σένα ιεροτελεστία το άκουσμα της μουσικής. Ξεδιπλώνεις τα καλώδια με τα ψιλά ακουστικά, κάθεσαι αναπαυτικά στη καρέκλα του καταστρώματος, ο αέρας σου κουνάει τα μαλλιά, χαμογελάς στο γλάρο που ακολουθεί και κλείνεις τα μάτια. Η κιθάρα κελαηδάει, και ο ρυθμός γεμίζει τις φλέβες σου. Και ξαφνικά η ζωή σου από απόλαυση γίνεται κόλαση. Το τσούρμο με τους νεαρούς που είναι παραπέρα έχουν βάλει στο σιντόφωνο τον Διονύση, τον Μακρή ντε, και τραγουδούν όλοι μαζί. Α ρε, Δρούτσα που σας χρειάζεται!<br />
Μαζεύεις τα κομμάτια σου και πας στην άλλη πλευρά. Παρατηρείς την ήσυχη θάλασσα. «Τουλάχιστον έχει υπέροχο καιρό, θα ευχαριστηθώ μπάνια» σκέφτεσαι και ηρεμείς. Πάλι έχεις ξεχάσει ότι ο καλός καιρός τον Αύγουστο είναι όταν πας στο νησί. Α, ναι και όταν φεύγεις. Τόσα χρόνια και ακόμα δεν έμαθες ότι οι καλύτερες θάλασσες είναι τον Ιούνη και τον Σεπτέμβρη…<br />
Όπως όλα τα ωραία που κάποτε τελειώνουν, έτσι και τώρα φτάνεις στο νησί. Είναι νύχτα και είσαι κουρασμένος. Το μόνο που θες είναι το δωμάτιο που με τόσο ψάξιμο και κόπο έκλεισες. Σε τσουρούφλισαν τα εκατό ευρώ. Τόσα είχες πληρώσει στην Αυστρία και είχε και σάουνα. Το όνειρο όμως χρειάζεται θυσίες. Παίρνεις το κλειδί από την αγέρωχη γιαγιά που σε υποδέχεται με το χαμόγελο.<br />
-Ξέρεις παλικάρι μου, το αιρκοντίσιον έχει χαλάσει, αλλά μην ανησυχείς. Ο Νικολάκης, αν και πνίγεται, μου υποσχέθηκε ότι αύριο θα έρθει να το φτιάξει οπωσδήποτε.<br />
Την πιστεύεις. Δεν ξέρεις βέβαια ότι τη τελευταία φορά τσακώθηκε με τον Νικολάκη για τη τιμή του φρέοντος.<br />
-Και ποιος σου είπε να μου βάλεις οικολογικό; Από μένα βρε κοιτάζεις να τ΄αρπάξεις; του πέταξε αγριεμένα.<br />
-Τέτοιο παίρνει θεία. Και τα οικολογικά, όπως τα βιολογικά πληρώνονται. Δεν βλέπεις τα βιολογικά σύκα; Εφτά ευρώ το κιλό έχουν της απάντησε την ώρα που σκεφτόταν «Δεν θα με ξαναχρειαστείς κωλόγρια; Θα σε τακτοποιήσω εγώ!»<br />
Λίγο πριν σε πάρει ο ύπνος και μετά από τη φυσική σάουνα που έχεις υποστεί, σκέφτεσαι ότι τα αξίζει τα λεφτά του…<br />
Την άλλη μέρα όπως είναι φυσικό, χαλάει ο κόσμος από το μελτεμάκι. Χαλαρά το έχει το εννιαράκι. Αναβάλλεις το μπάνιο για την επομένη. Πας μια βόλτα στην αγορά. Μένεις έκπληκτος από τα σουβενίρ. Παραδοσιακές παραστάσεις του νησιού, τσολιαδάκια, γαϊδουράκια, όλα φτιαγμένα στη Κίνα. Τη σοσιαλιστική. Στη Ταϊβάν είναι φτιαγμένα τα κοχύλια, τα καβουράκια, τα κουδουνάκια από χτένια. Και στην Μπανγκόγκ τα αρχαία αγαλματάκια, οι μούσες και οι θεοί. Ένα ρίγος εθνικής υπερηφάνειας σε διαπερνά, την ώρα που βλέπεις, την ένδοξη ιστορία και τη θαλάσσια πανίδα μας, κρεμασμένες στα τουριστικά.<br />
Έχει μεσημεριάσει. Η ταβέρνα αναστενάζει από τη πολυκοσμία. Με ένα σάλτο αρπάζεις το τελευταίο τραπέζι. Στρογγυλοκάθεσαι στη πλαστική καρέκλα και χαλαρώνεις. Τρεις γάτες και ένας σκύλος σε προσεγγίζουν επιφυλακτικά. Ανάβεις ένα τσιγάρο και περιμένεις το παιδί. Στο όγδοο τσιγάρο έρχεται καταϊδρωμένο. Παραγγέλνεις. Μπριζόλα χοιρινή και τα σχετικά. Αυτοσυγκεντρώνεσαι και το αετίσιο βλέμμα σου σαρώνει το πεδίο. Οι μόνες που σου χαμογελάνε είναι οι δυο χοντρούλες με γυαλιά. Πάει άκλαυτη η μπριζόλα. Πας καλά ρε δικέ μου; Στο νησί ήρθες να φας χοιρινό; Που άμα είσαι τυχερός θα είναι Ολλανδίας. Και ναι, στο λέω, δεν είσαι. Είναι Γαλλίας, γιατί είναι φτηνότερο. Χάθηκε ο κόσμος να τσιμπήσεις ένα καλαμάρι Νοτίου Αφρικής; Έστω ένα φτηνότερο θράψαλο Νέας Ζηλανδίας; Σου φάνηκε ακριβή η συναγρίδα των εξήντα ευρώ; Ας λογαριαστούμε μια και καλή με όλες αυτές σου τις επιφυλάξεις... Έχουμε και λέμε. Πριν από πέντε μέρες αυτή η συναγρίδα έπλεε αμέριμνη και ευτυχισμένη στα καταγάλανα νερά του Μαρόκου, στον Ατλαντικό. Ο Αχμέτ που τη ψάρεψε και την είχε μια ολόκληρη μέρα στη βάρκα του, βγήκε κουρασμένος αλλά χαρούμενος το βράδυ στην ιχθυόσκαλα. Δεν θα τη πουλήσει ένα ευρώ στον έμπορο; Τόσο κόπο έκανε. Ο έμπορος έχει έξοδα. Ξέρεις πόσο στοιχίζει ένα Σαββατοκύριακο στη Καζαμπλάνκα; Δεν θα τη πουλήσει στον Έλληνα έμπορο πέντε ευρώ; Βάλε τώρα το αεροπλάνο, το άζωτο, τη φασαρία μέχρι τη πατρίδα και λογάριασε. Υπολόγισε τώρα πόσα ξοδεύει ο μεγαλέμπορας Σάββατο βράδυ με τη δίμετρη Ρωσίδα στα μπουζούκια, στο Μακρή. Ξέρεις πόσο στοιχίζει Σαββατόβραδο η δίμετρη; Δεν θα τη πουλήσει δεκαπέντε ευρώ στο μανάβη του νησιού; Και τι νομίζεις, οι νησιώτες δεν διασκεδάζουν; Τα νησιά δεν έχουν δίμετρες; Άσε που είναι ακριβότερες. Το μεταφορικό γαρ. Δεν θα τη πουλήσει τριάντα ευρώ στον ταβερνιάρη; Ορίστε, τζάμπα πράγμα τρως. Και είναι και φρεσκότατο. Αυτό που το πας;<br />
Αντέχεις ακόμα. Στην άκρη του μυαλού σου είναι η Στέφανι. Η κάθε Στέφανι που αντιπροσωπεύει το όνειρο, την περιπέτεια. Μόνο που οι μικρές δεν σου δίνουν σημασία και οι μεγάλες δεν σ΄αρέσουν. Δε βαριέσαι. Το φιλοσοφείς. Σημασία έχει το ταξίδι…<br />
<br />
Έτσι σοφός που έγινες με τόση πείρα<br />
ήδη θα το κατάλαβες οι Σούλες τι σημαίνουν.<br />
<br />
Παραδοσιακό<br />
<br />
<a href="http://www.snapdrive.net/%3Futm_source%3Dplayerlogo%26utm_medium%3Dflashplayer_rev1"></a><img src='http://res1.blogblog.com/tracker/1109574022742810727-3743434165524995686?l=koukosmonos.blogspot.com' alt="-" /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Μαύρη οθόνη</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/07/11/%ce%9c%ce%b1%cf%8d%cf%81%ce%b7_%ce%bf%ce%b8%cf%8c%ce%bd%ce%b7</link>
		<pubDate>Fri, 11 Jul 2008 09:59:00 -0400</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/07/11/%ce%9c%ce%b1%cf%8d%cf%81%ce%b7_%ce%bf%ce%b8%cf%8c%ce%bd%ce%b7</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	Λόγοι δουλειάς και όχι διακοπών με αναγκάζουν να σταματήσω για λίγο τις δραστηριότητες του μπλόγκ, μέχρι να περάσει η φούρια. Το σεντόνι που σας αφήνω θα ήταν η συμμετοχή μου σε ένα <a href="http://www.greekgastronomer.com/?p=727">διαγωνισμό διηγήματος</a> με θέμα το ιντερνέτ. ‘Όπως ήταν φυσικό δεν πρόλαβα την ημερομηνία (τέλος Ιούνη). Δεν πειράζει. Εκεί συμμετέχουν φίλοι και φίλες (και μετά από δική μου παρότρυνση) και τους εύχομαι καλή επιτυχία. Έστω και σε έναν από εσάς να αρέσει αυτή η πρώτη μου απόπειρα γραφής, χαλάλι τα ξενύχτια που ξόδεψα για να το γράψω. Θα σας επισκέπτομαι κάθε φορά που θα κλέβω λίγο χρόνο. Καλό καλοκαίρι και καλά να είστε!!! :)))<br />
<br />
Μαύρη οθόνη<a href="http://bp0.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/SHcFCvrhpyI/AAAAAAAAAu4/1gY2fq8_ym4/s1600-h/123.jpg"><img src="http://bp0.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/SHcFCvrhpyI/AAAAAAAAAu4/1gY2fq8_ym4/s320/123.jpg" alt="-" /></a>Ο Άρης Αποστόλου ήταν ένας συνηθισμένος άντρας. Τα χρόνια που πέρασαν του είχαν αφαιρέσει μαλλιά, του είχαν κόψει λίγη από την ορμή της νιότης του, αλλά του είχαν προσθέσει γνώση και μια γοητεία από αυτή που έχουν όσοι άνθρωποι ξέρουν τι θέλουν. Διατηρούσε εδώ και καιρό μια ανθηρή επιχείρηση στο κλάδο του μετάλλου. Παλιός αριστερός, της γενιάς του Πολυτεχνείου, βρέθηκε αμήχανος με τη κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού. Ξαφνικά ένοιωσε ένα τεράστιο κενό μέσα του. Όχι ακριβώς προδομένος αλλά παγιδευμένος σε ένα δρόμο αδιέξοδο. Είχε παρατήσει τις σπουδές του γιατί το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να αλλάξει τον κόσμο. Όταν συνειδητοποίησε ότι δεν θα τα καταφέρει, γύρισε σελίδα στη ζωή του και αποφάσισε να τον κατακτήσει.<br />
Έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά. Με τον ίδιο ενθουσιασμό που είχε τότε σαν μαθητής. Αλλά και με γνώσεις πολλές για την οικονομία και τη πολιτική. Ήταν οργανωτικό μυαλό και ταυτόχρονα ήξερε. Ήξερε πώς να στήσει μια δουλειά, να επιλέξει συνεργάτες, να χειριστεί μια τράπεζα, να αντιμετωπίσει έναν ανταγωνιστή. Κυρίως όμως ήξερε να επιχειρηματολογεί και να πείθει. Τελικά τίποτα δεν πάει χαμένο σκέφτηκε όταν αναλογίστηκε τις χιλιάδες ώρες συζητήσεων, ομιλιών και διαβάσματος που ξόδεψε για να ανταποκριθεί και να επιπλεύσει στον άγριο κόσμο μιας αριστερής οργάνωσης. Ότι ποιο ανταγωνιστικό, σε μια εποχή που γνώρισε τη ποιοτικότερη ανάπτυξή της. Και τη πιο φιλόδοξη.<br />
Η οικονομική άνεση που ακολούθησε, πέρα από ένα φυσιολογικό για την εποχή του καταναλωτισμό, δεν του άλλαξε ιδέες και συνήθειες. Μακριά από αυτόν κάθε σκέψη για χλιδή και επιδειξιομανία. Δεν πήρε σπίτι στην Εκάλη, δεν οδηγούσε Μερσεντές και τα παιδιά του πήγαιναν σε δημόσιο σχολείο. Και βέβαια εξακολουθούσε να μη πηγαίνει τις Κυριακές στην εκκλησία. Ποτέ δεν σταμάτησε να ασχολείται με την πολιτική. Όχι ενεργά μέσα από κάποιο κόμμα και χωρίς να υποστηρίζει κανένα, διάβαζε και ενημερωνόταν καθημερινά και για τα πάντα.<br />
Παντρεύτηκε τη Μαριάνθη, μια αδύνατη μελαχρινή γυναίκα, μετρίου αναστήματος και με γλυκά χαρακτηριστικά, από αυτά που δεν σε τρελαίνουν, αλλά σίγουρα τα ρίχνεις μια δεύτερη ματιά. Γνωρίστηκαν σε μια διαδήλωση εντελώς τυχαία. Χρειάστηκε να σχηματίσουν αλυσίδα για τη προστασία της πορείας. Η Μαριάνθη μόλις έπιασε το χέρι του και το έσφιξε για λίγο, πλημύρισε από κείνη τη βεβαιότητα, που δίνει η ανατριχίλα που διαπερνά τη ραχοκοκαλιά, ότι αυτός θα είναι ο ένας και μοναδικός άντρας της ζωής της. Τον αγάπησε και του στάθηκε με τη ντομπροσύνη που έχουν οι γυναίκες όταν συναντούν αυτά τα λίγα και απλά πράγματα που αναζητούν σε μια σχέση. Ένοιωσε κοντά του τη βασική και απαραίτητη προϋπόθεση για να γεννήσει τα παιδιά της. Ασφάλεια. Με τη πάροδο του χρόνου καλλιέργησε και ανάπτυξε στο έπακρο το χαρακτηριστικό της εκείνο για το οποίο ήταν προορισμένη. Τη φροντίδα των παιδιών και του σπιτιού. Το ανάπτυξε σε τέτοιο βαθμό που ξέχασε όλα τα άλλα. Ο γάμος του με τη Μαριάνθη είχε κριθεί οριστικά και αμετάκλητα πετυχημένος. Αυτό υποθέτανε οι γνωστοί, αυτό έλεγαν οι συγγενείς, αυτό πίστευαν οι φίλοι. Και κυρίως αυτό αποδείκνυε με όλο της το είναι η Μαριάνθη. Για τον Άρη, εδώ και μερικά χρόνια, ο γάμος του είχε αυτή την ίσια, γραμμή, που έχει ο καρδιακός παλμογράφος μετά την αποδήμηση του ασθενή. Ο χαρακτηριστικός του ήχος όμως, αυτός ο περίεργος βόμβος που θυμίζει απόκοσμο τραγούδι φάλαινας, πέρα από την υπενθύμιση της ύπαρξης, του είχε γίνει και συνήθεια.<br />
***<br />
Με το διαδίκτυο δεν είχε καμιά ιδιαίτερη σχέση. Ασχολήθηκε για πρώτη φορά την εποχή της τρέλας του χρηματιστηρίου με την παρακολούθηση ζωντανά της συνεδρίασης. Για όσο καιρό κέρδιζε όλα ήταν μια χαρά. Όταν όμως έχασε όλα του τα κέρδη και τα μισά σχεδόν από τα λεφτά που με τόσο κόπο είχε μαζέψει, τα παράτησε και έκανε χρόνια να ακουμπήσει ποντίκι και πληκτρολόγιο. Όμως η εξέλιξη της ζωής και οι ανάγκες της δουλειάς τον υποχρέωσαν να τα ξαναπιάσει. Αυτή τη φορά η σχέση χτίστηκε αργά και σταθερά. Η δημιουργία ιστοσελίδας της επιχείρησης, η παρακολούθηση αντίστοιχων σελίδων των ανταγωνιστών και οι εξελίξεις στο κλάδου του μετάλλου σε παγκόσμιο επίπεδο, τον απασχολούσαν αρκετά κατά τη διάρκεια της εργασίας του. Αν και η ενημέρωσή του ήταν σχεδόν αποκλειστικά από την εφημερίδα και ελάχιστα από την τηλεόραση, τον γοήτευε η αμεσότητα της είδησης και η ποικιλία των πηγών, αυτό που με μοναδικό τρόπο προσφέρει το ιντερνέτ.<br />
Η μεγάλη του κόρη του έδειξε τον τρόπο να ψάχνει και να βρίσκει όλα αυτά που χρειαζόταν. Έμεινε έκπληκτος από τον πλούτο της πληροφορίας. Βέβαια με τον καιρό έμαθε ότι όλα αυτά πρέπει να τα φιλτράρει, αλλά για αυτόν ήταν εξαιρετικά εύκολο να το κάνει. Η σχέση του με τον υπολογιστή αναβαθμίστηκε.<br />
Μια μέρα λοιπόν, ο Άρης έψαχνε να βρει μια επιχείρηση του κλάδου του στη περιοχή του Μονάχου. Δεν του είχαν δώσει σωστά το όνομά της και είχε χαθεί μέσα σε ένα χαμό από πληροφορίες με επίκεντρο το Μόναχο. Αφού είχε ξοδέψει αρκετό από το χρόνο του, απογοητευμένος ετοιμαζόταν να τα παρατήσει όταν η ματιά του έπεσε σε ένα ιστιολόγιο, το γνωστό με την ονομασία μπλογκ, μιας ξενιτεμένης ελληνίδας. Δεν είχε ξαναδιαβάσει κάτι τέτοιο. Μέχρι τότε αυτά που γνώριζε για τα ιστιολόγια, ήταν η αναφορά τους από την εφημερίδα για κάποιες διαμαρτυρίες τους και μια συγκέντρωση που είχαν κάνει με αφορμή τις περσινές πυρκαγιές. Από το λίγο που ασχολήθηκε, είχε σχηματίσει την άποψη, ότι είναι μαχητικά μετερίζια για τα δικαιώματα του ανθρώπου, ένας τόπος καταγγελίας των κυβερνήσεων και των συμφερόντων που αυτές εξυπηρετούν.<br />
Τούτο δω όμως ήταν διαφορετικό. Δεν θα το χαρακτήριζε ημερολόγιο με την αυστηρή έννοια του όρου. Μάλλον καταθετήριο ψυχής. Μέσα από τη βίωση της καθημερινότητας, μέσα από ιστοριούλες και ευτράπελα, τραγούδια και βιντεάκια, μπόρεσε να διακρίνει έναν ευαίσθητο άνθρωπο. Του άρεσε ο τρόπος γραφής της. Με πολύ καλό χειρισμό της γλώσσας, με χιούμορ υψηλού επιπέδου, με ένα παράπονο χωρίς ίχνος κακομοιριάς, και με μια καταγγελία που φανέρωνε γνώση και άποψη. Κόλλησε για ώρα πολύ σε τούτο το μπλογκάκι. Διάβαζε τις αναρτήσεις πρώτα με τη θεματολογία τους, μετά με χρονολογική σειρά. Διάβαζε και τα σχόλια που της άφηναν φίλοι και γνωστοί. Σταμάτησε όταν τα μάτια του έβλεπαν αστράκια από τη κούραση.<br />
Στην επιστροφή για το σπίτι, οδηγούσε αφηρημένα, χαμένος στις σκέψεις του. ‘Ήταν φανερό. Όλο αυτό που διάβασε τον είχε βαθύτατα εντυπωσιάσει. Στο ραδιόφωνο το τραγούδι έλεγε, η ευτυχία είν' αυτό που περιμένουμε να 'ρθει, αλλά ούτε που το άκουσε.<br />
***<br />
Από κείνη την ημέρα άρχισε συστηματικά να την παρακολουθεί. Διάβασε τα κείμενα πιο προσεκτικά, έψαξε να βρει οτιδήποτε αναφερόταν σε αυτή, να μαντέψει ηλικία, να δει αν είναι παντρεμένη, χωρισμένη ή λεύτερη. Περίμενε με αγωνία τις νέες αναρτήσεις της. Ευτυχώς ήταν πολυγραφότατη. Ένας χείμαρρος γραφής, μια μηχανή παραγωγής αναρτήσεων. Βασανίστηκε πολύ με την ιδέα να της γράψει. Με τίποτα όμως δεν του έβγαινε. Έγραφε και διέγραφε συνεχώς. Ήθελε να την εντυπωσιάσει. Έβλεπε και όλους αυτούς που την περιτριγύριζαν και μέσα από σχόλια δήθεν περισπούδαστα, την φλέρταραν άγαρμπα. Είχε προσέξει τον ευφυέστατο τρόπο με τον οποίο τους απέφευγε χωρίς να τους απομακρύνει. Μερικές φορές φαινόταν να το απολαμβάνει, άλλες πάλι ξεχώριζε την αποξένωσή της και το κλείσιμο στον εαυτό της. Τελικά της έστειλε ένα σχόλιο σαν ανώνυμος. Ήταν μια φιλική παρατήρηση με μια δόση κυνικότητας και λεπτής ειρωνείας για ένα προγενέστερο σχόλιο. Η απάντηση ήρθε αμέσως και πληρωμένη. Ανεβαίνει ο βαθμός δυσκολίας σκέφτηκε και αυτό αντί να τον αποθαρρύνει τον τράβηξε ακόμα πιο πολύ. Αυτή η μορφή ανταλλαγής σχολίων και αλληλοκαρφωμάτων με χιούμορ συνεχίστηκε για ένα διάστημα. Διαπίστωσε ότι είχε τραβήξει τη προσοχή της και προετοίμασε το επόμενο βήμα. Της έστειλε ένα σύντομο μέιλ.<br />
«Ο Ανώνυμος στέκεται μπροστά σου ηττημένος και ευελπιστεί στη μεγαλοψυχία σου. Άρης Αποστόλου»<br />
Το πρωί που άνοιγε τον υπολογιστή, παρατήρησε ότι από μικρό παιδί είχε να νοιώσει τέτοια προσμονή και λαχτάρα. Είδε το μήνυμα και πήρε βαθιά ανάσα πριν το ανοίξει.<br />
«Αν είχα τη διεύθυνσή σου θα είχα συνθηκολογήσει προ πολλού. Αθηνά Δημητρίου».<br />
Ένοιωσε μια άγρια ικανοποίηση. Τελικά όσο και αν δεν ήθελε να το παραδεχτεί, είχε μεγάλη ανάγκη αυτή την επιβεβαίωση. Από την άλλη προβληματίστηκε πολύ για τη συνέχεια που θα δώσει. «Εντάξει, έκανες το κομμάτι σου, πήρες την νίκη που επεδίωξες, ξεκόλλα» είπε στην αρχή μέσα του προσπαθώντας να πείσει τον εαυτό του ότι έχει σοβαρότερα πράγματα να κάνει. Είναι περίεργα όντα μερικοί άνθρωποι. Ενώ είναι λάτρεις της λογικής, κήρυκες του ορθολογισμού, ενώ μιλάνε και υποστηρίζουν παθιασμένα για μεγαλεπήβολους στόχους που πρέπει να έχεις στη ζωή, να μην θαμπώνεσαι από το εφήμερο, είναι απορίας άξια η ευκολία με την οποία αφήνονται να παρασυρθούν. Σαν έτοιμοι από καιρό.<br />
Τα πράγματα πήραν τη φυσιολογική ροή τους. Στην αρχή συνομιλία μέσω υπολογιστή. Ακολούθησε το τηλέφωνο. Της μίλησε ανοιχτά και για όλα. Της είπε όλη την αλήθεια για τον εαυτό του, την οικογένειά του, τη δουλειά του. Εισέπραξε επίσης αλήθεια. Τελικά τίποτα δεν μπορεί να χτισθεί πάνω σε ψέματα. Ένα τυχαίο γεγονός θα τα καταστρέψει όλα.<br />
Η Αθηνά του μίλησε για τη ζωή της. Για το μεγάλο και καταστροφικό έρωτα που τη σημάδεψε. Ξενιτεύτηκε στη Γερμανία με αφορμή τη δουλειά της. Η πραγματική αιτία όμως ήταν ο Θανάσης. Ήθελε απεγνωσμένα να φύγει, να ξεχάσει. Και ξεχάστηκε.<br />
Μέρα με τη μέρα το δέσιμο γινόταν όλο και πιο σφιχτό. Ο ένας αποτελούσε μεγάλη έμπνευση για τον άλλο. Την έκανε να γελάει μέχρι δακρύων, να τον παρακαλάει να σταματήσει γιατί θα την απολύσουν. Άλλοτε πάλι παίρνοντας το ύφος του καθοδηγητή, που τόσο καλά γνώριζε, της ανέλυε πράγματα και καταστάσεις με ένα μοναδικό τρόπο που την έκανε να κρέμεται από χείλη του.<br />
Το δέσιμο έγινε εξάρτηση. Αργά αλλά σταθερά, βυθιζόταν σε μια κατάσταση πρωτόγνωρη γι αυτόν. Είχε παρατήσει τη δουλειά του, όχι αυτή καθεαυτή, αλλά τις σημαντικές εκείνες λεπτομέρειες που την οδηγούν στην επιτυχία. Οι συνεργάτες του δυσφορούσαν αλλά κανένας δεν τολμούσε να του πει κάτι. Σε ένα διάδρομο του φάνηκε ότι άκουσε κάποια ψιθυριστά σχόλια από υπαλλήλους του, αλλά δεν έδωσε συνέχεια. Βιαζόταν να πάει στο γραφείο του και τον υπολογιστή.<br />
***<br />
Τι είναι αυτό που σε κάνει τόσο πολύ να θέλεις έναν άγνωστο ουσιαστικά; Εντάξει μιλάς μαζί του και πολύ μάλιστα. Συμφωνείς στα περισσότερα, έχεις ή ανακαλύπτεις τις ίδιες αναζητήσεις, τις ίδιες ανησυχίες. Αρκεί όμως αυτό για να πεις ότι θέλεις κάποιον απεγνωσμένα; Μπορεί μια φωτογραφία, που σε τελική ανάλυση είναι ένα ψέμα, με την έννοια ότι αναπαριστά κάτι που έχει περάσει και έχει τελειώσει, να αντικαταστήσει το μαγνητικό πεδίο που δημιουργείται όταν συναντιούνται δυο βλέμματα; Μπορεί μια περιγραφή, όσο περίτεχνη και να είναι, να έχει το ίδιο αποτέλεσμα με την ανατριχίλα που φέρνει ένα χάδι; Και αυτό το φιλί με τα σκασμένα χείλη που δίνει το πρόγραμμα συνομιλίας είναι δυνατόν να έχει καμιά σχέση με το μυρμήγκιασμα που προκαλεί σε όλο το σώμα ένα φιλί γεμάτο ανομολόγητο πόθο; Μπορείς τελικά να ερωτευθείς κάποιον χωρίς να τον μυρίσεις, χωρίς να τον πασπατέψεις; Αυτά και άλλα ερωτήματα βασάνιζαν το μυαλό του Άρη. Χρόνια υλιστής, μετά από πολύ μελέτη και ψάξιμο, αισθανόταν άβολα με όλη αυτή την κατάσταση. Κάπου είχε χάσει τον έλεγχο, κάπου δεν μπορούσε να το εξηγήσει με όλα αυτά που ήξερε.<br />
Μάλλον πρέπει να είναι κράμα διαίσθησης και ελπίδας. Διαίσθηση, που σου δίνει όλο αυτό το αλισβερίσι ότι πρόκειται για ένα σπουδαίο άνθρωπο. Ελπίδα, γιατί ακόμα περιμένεις αυτό το κάτι που σου χρωστάει η ζωή. Δεν μπορείς με τίποτα να συμβιβαστείς στην ιδέα ότι η παράσταση τελείωσε τόσο άδοξα. Και όσο περνάνε τα χρόνια τόσο η ελπίδα γίνεται απελπισμένη. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι η Αθηνά είχε αναστατώσει τη ζωή του. Και το χειρότερο ότι όλη αυτή η κατάσταση του άρεσε.<br />
Η συνάντηση μεταξύ τους φάνταζε αναπόφευκτη. Άρχιζαν να την προετοιμάζουν από κοινού. Ο Άρης έπρεπε να βρει ένα αληθοφανές ψέμα. Είχε καιρό να ταξιδέψει στο εξωτερικό. Αυτή τη δουλειά την είχε φορτώσει στο δεξί του χέρι, το Γιάννη Σαμιώτη, που τυπικά είχε τη θέση του διευθυντή πωλήσεων, αλλά ουσιαστικά ήταν αντ' αυτού.<br />
Του έκανε εντύπωση η ευκολία με την οποία ξεστόμισε το ψέμα, χωρίς καμιά τύψη, και ακόμα περισσότερο η ευκολία με την οποία το αποδέχτηκε η Μαριάνθη. Λες και μερικά πράγματα είναι γραφτό να γίνουν.<br />
Μόλις τακτοποιήθηκαν όλα, ημερομηνίες και εισιτήρια, άρχισαν τα ζόρια. Όλη η ανασφάλεια του κόσμου, συμπυκνωμένη, ήρθε και στρογγυλοκάθισε απέναντί του. Τον κοίταξε επίμονα στα μάτια και άρχισε το σφυροκόπημα:<br />
-Η κοιλιά σου δεν λέει να ισιώσει.<br />
-Τα μαλλιά σου αραίωσαν κι άλλο.<br />
-Να χαρώ εγώ κορμοστασιά!<br />
Τον είδε κουμπωμένο και προβληματισμένο και τον αποτελείωσε.<br />
-Που πας ρε Καραμήτρο; Το ρεζιλίκι δεν το σκέφτεσαι;<br />
Σηκώθηκε από το γραφείο, κλώτσησε τη καρέκλα με μανία και μονολόγησε δυνατά, σχεδόν φωνάζοντας:<br />
-Εγώ θα πάω και ας είναι το τελευταίο πράγμα που θα κάνω!<br />
***<br />
Το αεροπλάνο ετοιμαζόταν για τη προσγείωση. Ο Άρης ήταν ήρεμος και αποφασιστικός. Το ουίσκι που είχε πιει με μεγάλη ευχαρίστηση, είχε συμβάλει σε αυτή τη κατάσταση. «Ότι είναι να γίνει θα γίνει» σκέφτηκε την ώρα που κατέβαινε τις σκάλες για την έξοδο. Την ξεχώρισε αμέσως ανάμεσα στο πλήθος. Το χαμόγελό της έστειλε αδιάβαστη την ηρεμία του. Τα πόδια του βάρυναν και η τσάντα του φάνηκε ασήκωτη. Όλα όσα σχεδίαζε επί ώρες να της πει μόλις την έβλεπε, πήγαν στράφι. Πλησίασε και της έδωσε ένα αμήχανο φιλί στο μάγουλο. Το μπλε τριαντάφυλλο που αγόρασε πέντε ευρώ στο αεροδρόμιο της Αθήνας το ξέχασε στην εσωτερική τσέπη του σακακιού.<br />
Τον πήρε από το χέρι και τον οδήγησε στο αμάξι της. Στη διαδρομή μέχρι το παρκινγκ την έκοβε από πάνω μέχρι κάτω. Φορούσε ένα κολλητό ξεβαμμένο μπλουτζίν μια μπλούζα σε ανοιχτό μπλε χρώμα και ένα δερμάτινο σακάκι. Σχεδόν στο ύψος του, με μαύρα μαλλιά. Λένε ότι πρώτη εντύπωση είναι αποφασιστική. Καλά το λένε. Προσπάθησε να διώξει λίγη από την ένταση.<br />
-Πάμε να φύγουμε σύντομα γιατί η Χίλντα με μίσησε θανάσιμα.<br />
-Ποια είναι η Χίλντα, ρώτησε με απορία η Αθηνά.<br />
-Αυτή η τεράστια δίμετρη μπατσίνα που στεκόταν δίπλα σου. Είδα πόσο τρυφερά σε κοίταζε και αμέσως μετά το δολοφονικό της βλέμμα σε μένα μόλις σε φίλησα.<br />
Η Αθηνά ξέσπασε σε ένα κελαριστό αβίαστο γέλιο.<br />
-Έχουμε όμως ασφάλεια στη Γερμανία, αντέτεινε.<br />
-Ασφαλίτικη ασφάλεια. Να μου λείπει. Ελλάδα και πάλι Ελλάδα, της απάντησε.<br />
-Και εκεί όμως αλλάζουνε τα πράγματα. Κάναμε Ολυμπιακούς χωρίς παρατράγουδα.<br />
-Τι να σου πω. Χωρίς να λειτουργεί το χρυσοπληρωμένο συμφοράι, με λιμάνια και αεροδρόμια ξέφραγα αμπέλια, με το κρατικό μηχανισμό παιδικά χαρά, είναι να απορείς πως δεν ανατινάχτηκε ολόκληρη η χώρα.<br />
-Πάντα υπερβολικός, είπε η Αθηνά. Εσύ πως το εξηγείς, τον ρώτησε.<br />
-Η πιο πιθανή εξήγηση είναι ότι κανένας τρομοκράτης δεν ρισκάρισε να παίξει με την υστεροφημία του και να ανατιναχτεί στην Ελλάδα. Θα γινόταν ανέκδοτο στους γνωστούς του. «Θεέ μου τι λέω!» είπε μέσα του με απόγνωση.<br />
-Σταμάτα, θα τρακάρουμε του απάντησε πνιγμένη στα γέλια.<br />
Σταμάτησαν για καφέ. Η ένταση είχε φύγει εντελώς. Τη θέση της είχε πάρει η σιγουριά για το σωστό της επιλογής. Και αμέσως μετά η ανυπομονησία. Τα σώματα είχαν το δικό τους κώδικα και έγραφαν στα παλαιότερα των υποδημάτων τους, ντροπές, αναστολές, αμηχανίες.<br />
Έφτασαν στο σπίτι. Πολύ αργότερα θα πρόσεχε ότι ήταν ένα άνετο διαμέρισμα τριών δωματίων επιπλωμένο με πολύ γούστο. Εκείνη τη στιγμή υπήρχε πολύ ηλεκτρισμός στην ατμόσφαιρα. Κοιτάχτηκαν στα μάτια σιωπηλοί, σε μια προσπάθεια να υπολογίσουν το μέγεθος του κατακλυσμού που θα ακολουθούσε. Την ώρα που την αγκάλιαζε, η μυρωδιά της του θύμισε ανεκπλήρωτα όνειρα.<br />
Το φιλί που ακολούθησε έσβησε κάθε σκέψη. Η αίσθηση της πρώτης επαφής, τους άφησε για μια στιγμή άφωνους. Σταμάτησαν απορημένοι και έκπληκτοι, σα να μη πίστευαν αυτό που συνέβαινε. Ξαναφιλήθηκαν με μια μανία που τους μάτωσε τα χείλη. Παραπατώντας ακούμπησαν σε ένα καναπέ που βρέθηκε μπροστά τους. Συνέχισαν να φιλιούνται με στιγμιαίες παύσεις που δημιουργούσε το βγάλσιμο των ρούχων. Ήταν τέτοια η λαχτάρα και ο πόθος τους για ένωση που κάθε προκαταρκτικό εκείνη τη στιγμή φάνταζε περιττή και ανόητη πολυτέλεια.<br />
Μπήκε μέσα της βιαστικά και ανυπόμονα. Σχεδόν βίαια. Ένα παρατεταμένο βογγητό ανακούφισης και ικανοποίησης από τη μεριά της ήταν ο πιο γλυκός ήχος που άκουσε ποτέ. Ο Άρης το είχε σχεδόν εμπεδώσει. Η ευτυχία είναι αυτό που ήδη είχε έρθει. Δεν ήξερε πόσο θα κρατήσει και ούτε που τον ένοιαζε. Έτσι τουλάχιστον έλεγε αυτή τη στιγμή. Η Αθηνά φρόντισε να του εδραιώσει αυτή του τη πεποίθηση. Μόλις επέστρεψαν από το βραδινό φαγητό σε ένα ελληνικό εστιατόριο. Το κρασί τους είχε ευθυμήσει.<br />
-Ήταν υπέροχη βραδιά, είπε ο Άρης και σωριάστηκε σε μια πολυθρόνα.<br />
-Ακόμα δεν άρχισε, απάντησε η Αθηνά και τα μάτια της έλαμπαν.<br />
Τον οδήγησε στη κρεβατοκάμαρα. Δεν υπήρχε ούτε κρεβάτι ούτε έπιπλο. Ένα στρώμα στο μέσον του δωματίου, ένα στερεοφωνικό στο πάτωμα και πολλά κεριά στις τέσσερις γωνιές. Πρόσεξε τη κούπα με τα παγάκια δίπλα στο στρώμα και πάγωσε από την έκπληξη. Δεν τολμούσε να πιστέψει αυτό που έβλεπε.<br />
Σε μια από τις πολλές συζητήσεις τους ο Άρης της είχε μιλήσει για μια ερωτική του φαντασίωση. Του είχε κάνει τρομερή εντύπωση τότε, το γεγονός ότι μπόρεσε να το κάνει. Συχνά τέτοια μυστικά οι άντρες δεν τα κουβεντιάζουν ούτε με τον εαυτό τους. Του είχε ζητήσει να την περιγράψει σε ένα από τα πολλά μέιλ που αντάλλασαν σχεδόν κάθε μέρα. Το είχε κάνει χωρίς κανένα ενδοιασμό:<br />
«Πρέπει να ήμουνα γύρω στα δεκαεννιά όταν είδα αυτή τη ταινία. Ένα σοφτ πορνό ήτανε με αστυνομική υπόθεση και το μόνο που θυμάμαι (και δεν θα ξεχάσω ποτέ) είναι μια σκηνή. Μια ερωτική σκηνή. Ο άντρας από κάτω και η γυναίκα πάνω του. Με το που αρχίζει η σκηνή ξεκινάει και η μουσική.<br />
Από τη πρώτη νότα το αναγνωρίζω. Είναι το shine των Πινκ Φλόυντ. Δίνω όλη μου τη προσοχή. Η σκηνή αν και δεν είναι τσόντα είναι απίστευτα ερεθιστική. Η γυναίκα με πολύ ωραίο σώμα να λικνίζεται πάνω του, στο ρυθμό του πιάνου του Ράιτ. Με το που μπαίνει η κιθάρα του Γκίλμουρ στην αρχή αργά και με ρυθμό που ανεβαίνει, η γυναίκα σε κάθε ριφ σπάει το κορμί της και το κάνει όλο και πιο γρήγορα, ακολουθώντας κατά γράμμα τη μουσική. Ο άντρας παρακολουθεί σχεδόν ακίνητος, μόνο σε κάθε σπάσιμο της γυναίκας μια γκριμάτσα ηδονής με μια δόση πόνου σχηματίζεται μεταξύ χειλιών και ματιών. Ανεβαίνει ο ρυθμός και είναι φανερό ότι πάνε για ολοκλήρωση. Και ακριβώς πάνω στο πιο μεγάλο ριφ το πιο έντονο του κομματιού κάπου στη μέση και πριν μπει η φωνή του Γουότερς και με τον Μέισον να ακολουθεί με τα ντραμς θεϊκά, έρχεται η ολοκλήρωση. Ο άντρας διπλώνει και η γυναίκα βουτάει τα δυο της χέρια μέσα σε μια κούπα με παγάκια, τα γεμίζει και τα ακουμπάει στο στήθος του. Ακολουθούνε δυο ακόμα διπλώματα του άντρα και εκεί τελειώνει η σκηνή. Με στοίχειωσε όλο αυτό το πράγμα. Ήταν η τρελή μου φαντασίωση. Σε πoια γκόμενα να το πω και να με καταλάβει; Πρέπει να πέρασαν δυο χρόνια από το γάμο μου και πίστευα ότι ήξερα τη γυναίκα μου. Έκανα μια φοβερή προετοιμασία και της ζήτησα να το κάνουμε. Με κοίταξε για λίγο μου λέει: « Πας καλά; Και να γίνουν χάλια τα σεντόνια και τα παπλώματα!»<br />
Τότε πλέον το εμπέδωσα ότι από το σεξ δεν έχω και πολλά να περιμένω. Άλλο οι ταινίες και άλλο η ζωή είπα. Και επέστρεψα με περισσότερη ορμή στη δουλειά».<br />
Η μουσική είχε γεμίσει το δωμάτιο. Ο Άρης έκλεισε τα μάτια. Η πραγματικότητα είχε ξεπεράσει και τη πιο μεγάλη φαντασία.<br />
***<br />
Πέρασε ο καιρός. Λένε πως ο χρόνος είναι ο καλύτερος γιατρός για τις πληγές των ανθρώπων. Είναι και άλλα πολλά που δεν λένε. Και σίγουρα δεν είναι ότι καλύτερο για μια σχέση. Ιδίως για μια τόσο ιδιόμορφη σχέση. Ο Άρης πετάχτηκε ακόμα δυο φορές στη Γερμανία. Τα πρώτα σύννεφα φάνηκαν στον ορίζοντα. Κάποιες μικροδιαφωνίες, ένας πρόσκαιρος εκνευρισμός, ένα ψιλομπέρδεμα με τα τηλέφωνα. Ο Άρης δεν έδινε ιδιαίτερη σημασία. Είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στη πειθώ του, στα ατράνταχτα επιχειρήματά του. Και βέβαια με τίποτα δεν του περνούσε από το νου ένας χωρισμός. Ζούσε το όνειρο και δεν το διαπραγματευόταν με κανέναν και προπαντός με το χρόνο. Δεν περίμενα εγώ τόσα χρόνια για δυο τρεις μήνες έλεγε στον εαυτό του.<br />
Είναι όμως τόσο άδικος ο τρόπος με τον οποίο έρχεται η καταστροφή. Απροειδοποίητα και χωρίς έλεος. Και ενώ χτίζεις πέτρα τη πέτρα και με τόσο κόπο την όποια ευτυχία σου, φτάνουν μερικές μέρες, πολλές φορές και ώρες για να γκρεμιστούν όλα.<br />
Η δουλειά είχε πάρει τη κάτω βόλτα. Για πρώτη φορά μετά από τόσα χρόνια, τράπεζα του αρνήθηκε χρηματοδότηση. Η υπογραφή της σύμβασης με το δημόσιο, που τόσο την είχε ανάγκη, καθυστερούσε και το χειρότερο δεν είχε ενδείξεις ότι θα εγκριθεί. Ο Σαμιώτης συνεχώς παραπονιόταν ότι οι πωλήσεις πέφτουν. Ο Άρης τα αντιμετώπιζε όλα με ψυχραιμία. Έλεγε μέσα του ότι μόλις ο ίδιος ασχοληθεί σοβαρά, θα τα λύσει όλα. Προς το παρόν είχε άλλα προβλήματα πολύ σοβαρότερα για τον ίδιο. Η Αθηνά του είχε πει ότι είχε κουραστεί από την όλη κατάσταση, ότι δεν μπορεί να συνεχίσει έτσι και ότι έχει ανάγκη για κάτι μόνιμο και σταθερό. Του ζήτησε να σταματήσουν, να της δώσει την ευκαιρία να φτιάξει επιτέλους τη ζωή της. Έχασε τον κόσμο. Από τη μια δεν μπορούσε να το χωνέψει, από την άλλη έβλεπε ότι είχε το δίκιο της. Προσπάθησε να της αλλάξει γνώμη. Της έστειλε ένα μέιλ αξιοθρήνητο. Πίστευε μέχρι τη τελευταία στιγμή πως θα της αλλάξει γνώμη.<br />
Χρειάστηκε μόλις ένα εικοσιτετράωρο για ολοκληρωθεί η καταστροφή. Πρώτα έφυγε ο Σαμιώτης. Και όχι απλώς έφυγε, αλλά πήγε στον πιο μεγάλο του ανταγωνιστή. Σοκαρίστηκε από την εξέλιξη. Την ίδια μέρα το βράδυ έμαθε για το θάνατο από έμφραγμα, του Δημήτρη, του καλύτερου φίλου του. Πήρε εσπευσμένα τηλέφωνο το γιατρό του. Του είπε να πάρει από βραδύς ένα λεξοτανίλ για να μην αγχωθεί το μεσημέρι στη κηδεία. Πήρε δύο.<br />
Και ενώ συνέβαιναν όλα αυτά, το μυαλό του ήταν στην Αθηνά και την απάντησή της. Το πρωί στη δουλειά, μόλις τακτοποίησε τα τρέχοντα κάθισε στο γραφείο του. Άνοιξε τον υπολογιστή και συνδέθηκε στο διαδίκτυο. Ο ήχος από το μέιλ τον συντάραξε. Ήταν από την Αθηνά. Έμεινε να το κοιτάζει. Κάποια στιγμή αποφάσισε να το ανοίξει.<br />
«Έχω προχωρήσει στη ζωή μου.<br />
Πάντα θα σε σκέφτομαι με αγάπη.<br />
Είμαι με τον Γιόχαν και τα πάμε πολύ καλά.<br />
Πιστεύω να με καταλαβαίνεις.<br />
Σου εύχομαι τα καλύτερα».<br />
Ο θάνατος τον κοίταζε ξαφνικά μέσα από την οθόνη. Τα χρώματα χάθηκαν και το μαύρο κυριάρχησε σε κάθε ένα από τα δύο εκατομμύρια εικονοστοιχεία.<br />
Τα χάπια δεν του επέτρεψαν να κλάψει. Σηκώθηκε από το γραφείο πλημμυρισμένος στον ιδρώτα, έναν κρύο ιδρώτα που τρυπούσε το δέρμα του αργά και βασανιστικά. Τα χέρια του έτρεμαν και τα πόδια του ήταν βαριά και ασήκωτα. Περπάτησε για λίγο στο διάδρομο. «Ηρέμησε και σκέψου» ήταν το τελευταίο πράγμα που είπε στον εαυτό του πριν σωριαστεί στο πάτωμα.<br />
***<br />
Ο Άρης ξύπνησε αλαφιασμένος ένα λεπτό πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι. Η πρωινή στύση τον γέμισε αμηχανία και ένας απροσδιόριστος φόβος άρχισε να τον κυριεύει. Υπάρχει ζωή εδώ κάτω, φώναζε η φύση και φρόντιζε να του το υπενθυμίζει με τον πιο επώδυνο τρόπο. Το ξυπνητήρι άρχισε να χτυπά και ένοιωσε το χέρι της γυναίκας του να πλησιάζει στο επίμαχο σημείο. Έντρομος άλλαξε πλευρό και τραβήχτηκε στην άκρη του κρεβατιού.<br />
Χρόνια τώρα γινόταν αυτή η κίνηση. Μηχανικά. Κατά πάσα πιθανότητα είχε τις ρίζες της στo πρώτο καιρό του γάμου τους. Πρέπει να ήταν ένα κάλεσμα για πρωινή συνεύρεση, ένας μυστικός κώδικας, μιας και η ανατροφή της δεν της επέτρεπαν να το ζητάει με λόγια. Τα χρόνια πέρασαν, οι πρωινές συνευρέσεις σταμάτησαν αλλά η κίνηση συνέχισε να υφίσταται. Δεν είχε καταλήξει αν γινόταν από συνήθεια και ως γνωστό η συνήθεια κόβεται δύσκολα ή αν ήταν μια κίνηση, μάλλον υποσυνείδητα, που της επέτρεπε να ελπίζει ότι υπάρχει ακόμα μέλλον. Το χέρι της ακούμπησε στα μαλακά και έμεινε αμήχανο.<br />
«Ηρέμησε και σκέψου» ήταν αυτό που ψιθύριζε μέσα του. Το έλεγε και το ξαναέλεγε στον εαυτό του, αλλά αδυνατούσε να το πάει παραπέρα. Είχε κουλουριαστεί με τα χέρια δεμένα στο στήθος και τα δυο του πόδια ενωμένα σφιχτά μεταξύ τους και κολλημένα στη κοιλιά του, την ίδια στιγμή που άρχισε το τρέμουλο. Η σκέψη έγινε ψίθυρος και ο ψίθυρος κραυγή. «Ηρέμησε και σκέψου, ηρέμησε και σκέψου». Ο πανικός τον κυρίευσε την ώρα που το κρεβάτι έτριζε από τους σπασμούς.<br />
Η Μαριάνθη πετάχτηκε τρομαγμένη και σταυροκοπήθηκε. Θεέ μου τι έκανα, μονολόγησε με οδύνη. Ο Γιώργος Σκλαβούνος ιδιοκτήτης γνωστής ψυχιατρικής κλινικής και προσωπικός φίλος της οικογένειας ήταν κατηγορηματικός. «Θα χρειαστεί περίπου ένα μήνα, για να επανέλθει πλήρως. Μέχρι τότε θα παίρνει κανονικά όλα του τα φάρμακα. Εδώ θέλω την προσοχή σου. Δεν θα απέχει μόνο από κάθε σεξουαλική επαφή όλο αυτό το διάστημα, αλλά θα φροντίσεις, στο μέτρο του δυνατού, τίποτα να μη του την θυμίζει. Από τηλεόραση και εφημερίδες, μέχρι βιβλία και μουσική. Το ίντερνετ απαγορεύεται δια ροπάλου». Τον πλησίασε και άρχισε να τον χαϊδεύει απαλά και να του ψιθυρίζει λόγια παρηγοριάς. Όσο αυτός ηρεμούσε τόσο η σκέψη της ταξίδευε.<br />
Είχε συζητήσει πολύ με τον ψυχίατρο τη χτεσινή μέρα. Τον είχε φέρει ο ίδιος από τη κλινική που τον κράτησε για τρεις μέρες. Της είχε πει ότι πάσχει από διπολική διαταραχή, αυτό που παλιά το έλεγαν μανιοκαταθλιπτική ψύχωση. Της εξήγησε ότι δεν είναι σε βαριά μορφή, γιατί δεν προέρχεται από οργανικό πρόβλημα, αλλά προκλήθηκε από εντονότατο στρες. Τα προβλήματα που είχε στη δουλειά, με τη συνεχιζόμενη πτώση των πωλήσεων, σε συνδυασμό με την απότομη και μεγάλη λύπη από το ξαφνικό χαμό του φίλου του. Η αποστροφή δε και ο φόβος που του προκαλούσε το σεξ, πρέπει να είχαν τη γενεσιουργό αιτία στη κλιμακτήριο που περνούσε. Το γεγονός ότι έβλεπε με τρόμο να χάνει τη νεανική του ορμή, κάτι που τον απασχολούσε έντονα το τελευταίο διάστημα. Έτυχε να είναι αποτυπωμένο στο υποσυνείδητό του και το στρες το έβγαλε στην επιφάνεια και σε κυρίαρχη θέση. Της ανέλυσε τη θέση του για νοσηλεία στο σπίτι και την σταδιακή του επανένταξη στη δουλειά. Της πρότεινε να φτιάξει το δωμάτιο που είχε το γραφείο του, περίπου όπως το γραφείο της δουλειάς του. Να τηλεφωνεί μια δυο φορές η γραμματέας του και να τον ενημερώνει για τρέχοντα θέματα Και βέβαια θα έρχεται ο ίδιος μια φορά τη βδομάδα για ψυχοθεραπεία. Της τόνισε ότι η εργασία είναι το καλύτερο φάρμακο. Τη χτύπησε φιλικά στον ώμο, της είπε να μη στεναχωριέται και όλα θα πάνε καλά. Σε ένα μήνα από τώρα, άντε το πολύ ενάμιση, θα επέστρεφε στη δουλειά του απόλυτα υγιής.<br />
Ο Σκλαβούνος χαιρέτησε σχεδόν αφηρημένα και έφυγε χαμένος στις σκέψεις του. Δεν ήταν ηθικό το δίλλημα που τον απασχολούσε αλλά είχε ιατρική βάση. Μπορεί η Μαριάνθη να σηκώσει το βάρος αυτής της θεραπείας; Όταν μάλιστα δεν γνωρίζει όλο το βάθος του προβλήματος και κυρίως τις πραγματικές αιτίες που το γέννησαν; Ο Άρης εμφανώς τρομοκρατημένος του είχε αποκαλύψει τα πάντα. Δεν είχε απολύτως κανένα πρόβλημα με το ψέμα που της είχε πει για την ανδρική κλιμακτήριο και ούτε αμφέβαλε ότι τελικά θα το πίστευε. Αυτός ο μύθος που έχει τόσο έντονα καλλιεργηθεί κυρίως από περιοδικά λάιφ στάιλ με την επιστημονικοφανή συμπαράσταση ψυχολόγων, τείνει να γίνει καθεστώς. Ούτε βεβαίως δεν της μίλησε ανοιχτά από ανδρική αλληλεγγύη. Αυτό που τον οδήγησε σε αυτή του την απόφαση είχε να κάνει με την αντιμετώπιση της Μαριάνθης. Ήθελε όλη της τη προσοχή και συμπαράσταση και δεν ήταν καθόλου βέβαιος ότι θα την είχε αν της αποκάλυπτε τις αιτίες του προβλήματος. «Τέλος πάντων, θα το παρακολουθώ πολύ στενά» μονολόγησε την ώρα που άνοιγε τη πόρτα του αυτοκινήτου.<br />
***<br />
Ο Αρης έπινε το καφέ του στο γραφείο του σπιτιού. Είχε ανάψει μετά από πολύ καιρό ένα τσιγάρο και απολάμβανε έντονα τη στιγμή. Τα μόνα αντικείμενα πάνω στο έπιπλο εκτός από το ποτήρι και το τασάκι, ήταν ένα τηλέφωνο και ένα λάπτοπ τελείως ορφανό. Χωρίς καλώδια, μόντεμ και άλλα παρελκόμενα. Μόλις είχε μιλήσει με τη γραμματέα του και οι πληροφορίες που είχε πάρει για τη δουλειά ήταν αρκετά ενθαρρυντικές.<br />
Η Μαριάνθη μπήκε μέσα ντυμένη πολύ όμορφα. Άστραφτε ολόκληρη.<br />
-Θέλεις να σου φέρω κάτι; Φεύγω για τη δουλειά, του είπε.<br />
-Όχι ευχαριστώ της απάντησε.<br />
Του χαμογέλασε και του έδωσε ένα φιλί. Της χαμογέλασε και αυτός και τα μάτια του έλαμπαν την ώρα που έπιανε στη τσέπη του το μικροσκοπικό μαραφέτι. Μόλις έμεινε μόνος το έβγαλε και το περιεργάστηκε. Ήταν ένα λευκό στικάκι γιουεσμπί, με μια κάρτα από κινητό μέσα του για ασύρματη σύνδεση στο διαδίκτυο. Το σύνδεσε στο λάπτοπ και η οθόνη πλημμύρισε χρώματα και αρώματα, εικόνες και μουσική.<br />
Ό Άρης είχε αλλάξει σελίδα στη ζωή του. Χαμογέλασε με τη σκέψη του.<br />
«Εντάξει. Δεν μπορέσαμε να αλλάξουμε τον κόσμο. Ούτε να τον κατακτήσουμε. Ευκαιρία να τον …. γνωρίσουμε».
<p>
  Στίχοι - Μουσική: Fleetwood Mac<br />
  <br />
  <a href="http://www.snapdrive.net/%3Futm_source%3Dplayerlogo%26utm_medium%3Dflashplayer_rev1"></a><img src='http://res1.blogblog.com/tracker/1109574022742810727-1161223040144106082?l=koukosmonos.blogspot.com' alt="-" />
</p> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Τρία ψέματα και μια αλήθεια</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/06/25/%ce%a4%cf%81%ce%af%ce%b1_%cf%88%ce%ad%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b1_%ce%ba%ce%b1%ce%b9_%ce%bc%ce%b9%ce%b1_%ce%b1%ce%bb%ce%ae%ce%b8%ce%b5%ce%b9%ce%b1</link>
		<pubDate>Wed, 25 Jun 2008 12:24:00 -0400</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/06/25/%ce%a4%cf%81%ce%af%ce%b1_%cf%88%ce%ad%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b1_%ce%ba%ce%b1%ce%b9_%ce%bc%ce%b9%ce%b1_%ce%b1%ce%bb%ce%ae%ce%b8%ce%b5%ce%b9%ce%b1</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://bp2.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/SGIQazrvuTI/AAAAAAAAAuQ/0DEnCAT8sDQ/s1600-h/3d_963x.jpg"><img src="http://bp2.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/SGIQazrvuTI/AAAAAAAAAuQ/0DEnCAT8sDQ/s320/3d_963x.jpg" alt="-" /></a>Ο Μήτσος Σαΐνης, πολιτικός μηχανικός του Δημοσίου, σκληρά εργαζόμενος εν μέσω θερινής ραστώνης, ήταν σοβαρά προβληματισμένος. Το τελευταίο εξάμηνο για να μπορέσει να ξεφύγει λίγο από την σκληρή καταπίεση που βιώνουν την ώρα της εργασίας τους όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι, είχε γίνει μπλόγκερ. Ο βαθύτερος σκοπός του ήταν να ξεσηκώσει τους κατατρεγμένους συναδέλφους του, μέσα από φλεγόμενα κείμενα για το δίκιο του αγώνα τους. Σε όλο αυτό το διάστημα προσπαθούσε απεγνωσμένα να αποφεύγει τα παιχνίδια που τον καλούσαν να συμμετάσχει οι διάφοροι μπλογκαρισμένοι και όχι μόνο. Στο χορό είχαν μπει και οι γουορντπρεζάκηδες και οι παθφανταρίνες.<br />
Είχε δει ένα που παιζόταν τώρα τελευταία και δεν πλησίαζε ούτε να διαβάσει, πόσο μάλλον να σχολιάσει. Πρόσεχε μη τον πάρουν χαμπάρι και τον καλέσουν. Φευ! Το μοιραίο φυγείν αδύνατο. Το πρώτο χτύπημα ήρθε από τη <a href="http://silviaokaliova.blogspot.com/2008/06/blog-post.html">Σύλβια</a> τελείως απροειδοποίητα. Ο Μήτσος έκανε τη πάπια και σφύριξε αδιάφορα. Με λύπη διαπίστωσε ότι οι πάπιες δεν ξέρουν να σφυρίζουν. Το δεύτερο και αποφασιστικό χτύπημα ήρθε από ένα μαζεμένο και συνεσταλμένο κορίτσι, τη <a href="http://meta-vasi.blogspot.com/2008/06/3-1.html">Νότα.</a> Έψαξε απεγνωσμένα όλα τα υγρά μονοπάτια του ίντερνετ αλλά διέξοδος δεν υπήρχε πουθενά. «Και τώρα τι γράφουν;» αναρωτήθηκε απελπισμένα. Άρχισε να διαβάζει τα διάφορα ποστ με το συγκεκριμένο παιχνίδι. Κρύος ιδρώτας τον περιέλουσε. Όλα τα καλά και πρωτότυπα είχαν ήδη γραφτεί. Είχαν υπάρξει και ανατροπές. Η <a href="http://amal8eia.blogspot.com/2008/06/blog-post_03.html">Αμάλθεια</a> είχε γράψει τρεις αλήθειες και ένα ψέμα και η <a href="http://aspastosblogspotcom.blogspot.com/2008/06/blog-post_19.html">Γλαρένια</a> τέσσερις αλήθειες την ώρα που όλοι έψαχναν το ψέμα της. «Μήπως να έγραφα πέντε αλήθειες εγώ;» σκέφτηκε και για μια στιγμή το βλέμμα του φωτίστηκε. «Μπα! Πάντα θα ελλοχεύει ο κίνδυνος να γράψει κάποιος άλλος έξι» αποφάνθηκε και αμέσως ξεφούσκωσε.<br />
Έξυνε το κεφάλι του και κάπνιζε αρειμανίως περιμένοντας τη θεία φώτιση. Αντ’ αυτής στο τηλέφωνο ήταν η θεία Φωτούλα. «Γιε μου, την ώρα που καθάριζα το σπίτι σου, ένα γκλιν ακούστηκε στο κομπιούτερ και ένα κουτί άρχισε να χορεύει». Τινάχτηκε σαν τον διαπέρασε ηλεκτρικό ρεύμα. Ήταν το κουτί της πανδώρας. Το μέιλ που είχε στο σπίτι του γιατί δεν ήθελε τα προσωπικά του να τα εμπλέκει στη δουλειά. «Είναι από τη Μπέμπα. Μόνο αυτή το ξέρει το τελευταίο μήνα» Δεν μπορούσε να περιμένει μέχρι το μεσημέρι. Έπρεπε οπωσδήποτε να το διαβάσει. Αμέσως. Συμπλήρωσε μια αίτηση για δίωρη άδεια στο προϊστάμενο του με κοινοποίηση στους πέντε τμηματάρχες και τους δέκα διευθυντές ορόφου και περίμενε την έγκρισή της την ώρα που σκεφτόταν εντατικά. Είχε τις αμφιβολίες του για τη Μπέμπα. Ήταν μικρή, όμορφη και σέξι. Το μυαλό της δεν ήταν ακριβώς το δυνατό της σημείο, αλλά μπρος στα κάλλη τι είναι το πνεύμα. Του έλεγε την αλήθεια, τον αγαπούσε, ή τον ήθελε για τη θέση που είχε στο δημόσιο; Πήρε τη δίωρη στο χέρι με τις δεκαέξι σφραγίδες και τις επτά υπογραφές και εξαφανίστηκε. Έφτασε στο σπίτι και ανέβηκε τους πέντε ορόφους τρέχοντας. Κάθισε στο γραφείο και άρχισε να διαβάζει:<br />
«Μήτσο μου, δεν μπορώ να σε βγάλω από το μυαλό μου ούτε στιγμή. Είσαι τα πάντα για μένα. Και σε ξέρω τόσο καλά! Και τι δεν θα έδινα να σε έβλεπα να κάνεις το αγαπημένο σου σπορ, το θαλάσσιο σκι. Πόσο πολύ θα ήθελα να σου μαγειρέψω το καλό σου φαγητό, τα ρεβίθια. Να πίναμε μαζί το ποτό που σου αρέσει, ντισαρόνο ον δι ροκς. Και μετά να με πήγαινες μια βόλτα με τη μηχανάρα σου, την Απρίλια τη χιλιοδιακοσάρα. Που είσαι Μήτσο; Σε θέλω!»<br />
Ο Μήτσος είχε μείνει άφωνος. Την απογοήτευση και τη στεναχώρια τις είχε αντικαταστήσει ο θυμός. Χτύπησε με δύναμη το χέρι του στο γραφείο. «Ακούς εκεί το παλιοθήλυκο! Να έχει πει τρία ψέματα. Σίγουρα θα με μπερδεύει με κάποιους άλλους. Θα τη χωρίσω». Της έγραψε ένα σκληρό μέιλ χωρισμού. Του απάντησε με μια ραγισμένη καρδούλα και ένα τραγούδι.<br />
<p>
  <a href="http://bp3.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/SGIQPqOJU6I/AAAAAAAAAuI/VCxSck6plwE/s1600-h/3d_963x.jpg"></a>
</p>
<table>
  <tr>
    <td></td>
  </tr>
  <tr>
    <td></td>
  </tr>
</table><br />
YΓ. Το άσμα όλα τα λεφτά! Το πέτυχα έτσι ξέμπαρκο. Όποιος γνωρίζει τίτλο, στίχους, στιχουργό, συνθέτη και ερμηνευτή, ας με ενημερώσει για να τα αναφέρω.<img src='http://res1.blogblog.com/tracker/1109574022742810727-6725617469079309259.gif?l=koukosmonos.blogspot.com' alt="-" /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Σ΄αγαπώ γιατί είσαι ωραία</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/06/19/%ce%a3%ce%84%ce%b1%ce%b3%ce%b1%cf%80%cf%8e_%ce%b3%ce%b9%ce%b1%cf%84%ce%af_%ce%b5%ce%af%cf%83%ce%b1%ce%b9_%cf%89%cf%81%ce%b1%ce%af%ce%b1</link>
		<pubDate>Thu, 19 Jun 2008 10:26:00 -0400</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/06/19/%ce%a3%ce%84%ce%b1%ce%b3%ce%b1%cf%80%cf%8e_%ce%b3%ce%b9%ce%b1%cf%84%ce%af_%ce%b5%ce%af%cf%83%ce%b1%ce%b9_%cf%89%cf%81%ce%b1%ce%af%ce%b1</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://bp3.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/SF6K0eAipmI/AAAAAAAAAtQ/FALQ-e1XHTg/s1600-h/the_moon_x.jpg"></a><a href="http://bp2.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/SFoKRbEJqbI/AAAAAAAAAso/5RnygqYWlJY/s1600-h/face.jpg"><img src="http://bp2.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/SFoKRbEJqbI/AAAAAAAAAso/5RnygqYWlJY/s320/face.jpg" /></a> Ο Δημήτρης Γραμμένος, ελεύθερος επαγγελματίας αδρά φορολογούμενος, μέσης ηλικίας και μετρίου αναστήματος, περπατά κατά μήκος της παραλίας. Ο απογευματινός περίπατος έχει μετατραπεί σε βραδινό μιας και ο υδράργυρος έχει ξεπεράσει κατά πολύ τα προβλεπόμενα. Με καλή διάθεση και με θετική αντιμετώπιση των προβλημάτων που τον απασχολούν. Η σημερινή είναι μια από κείνες τις νύχτες του Ιούνη που η υγρασία κολλά πάνω σου και η ζέστη σου κόβει την ανάσα. Ο κεντρικός δρόμος δεν έχει πολύ κίνηση. Ο βραδινός ποδοσφαιρικός αγώνας έχει βάλει το χεράκι του σε αυτή την ήσυχη βραδιά. Από τα απέ<a href="http://bp1.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/SF6KIScgB5I/AAAAAAAAAtI/t7RIkIXGZGI/s1600-h/the_moon_1.jpg"></a>ναντι παράλια ξεπροβάλει ένα ολόγιομο φεγγάρι με ένα περίεργο πορτοκαλί χρώμα σε αποχρώσ<a href="http://bp1.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/SF6KIScgB5I/AAAAAAAAAtI/t7RIkIXGZGI/s1600-h/the_moon_1.jpg"><img src="http://bp1.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/SF6KIScgB5I/AAAAAAAAAtI/t7RIkIXGZGI/s320/the_moon_1.jpg" /></a>εις ντροπαλού κόκκινου. Κατά ένα ανεξήγητο λόγο είναι πολύ βιαστικό. Μέσα σε τρία λεπτά έχει φανερωθεί ολόκληρο και η θέα του σταματά κάθε σκέψη. Απερίγραπτος θαυμασμός, απόλυτη ησυχία. Λες και όλη πλάση κρατά την ανάσα της σε τούτο το θέαμα. Μια χρυσαφένια γραμμή ενώνει τις δυο αντικριστές ακτές. Τόσο κοντά αλλά και τόσο μακριά. Όσο απέχει μια ολόκληρη ήπειρος. Τη σιωπή κόβει στα δυο ένα τραγούδι, ίσα που ακούγεται από το σαραβαλιασμένο ηχείο μιας ταβέρνας. <br /><br />Σ΄αγαπώ γιατί είσαι ωραία…<br />«Αλήθεια γιατί την αγαπώ;» αναρωτήθηκε. «Σίγουρα γιατί είναι ωραία. Αλλά τι σημαίνει για μένα ομορφιά; Πολλοί άνθρωποι ισχυρίζονται ότι η ομορφιά είναι θέμα χαρακτήρα και όχι εξωτερικής εμφάνισης. Αυτό έχει κάποια βάση αλλά από την άλλη γιατί θεωρείται όμορφη η Σκάρλετ Γιόχανσον; Μήπως για το χαρακτήρα της; Ο μεγάλος Τσαρλς Μπουκόφσκι είχε πει κάποτε: Η ομορφιά είναι η μαθηματική εξίσωση στο μηδέν. Άκουγα να μιλούν για πολλές πανέμορφες γυναίκες. Όταν τις συνάντησα ήταν σαν να κοιτάζω μέσα σε ένα πιάτο σούπα. Εντάξει μόλις θα είχε φάει χυλόπιτα από καμιά από αυτές τις γυναίκες και θα είχε κατεβάσει και τα ουισκάκια του. Τι θυμάμαι από αυτά που έχω διαβάσει μέχρι τώρα για την ομορφιά; Δυο ορισμοί έχουν αποτυπωθεί βαθειά μέσα μου. Ο Όσκαρ Ουάλιντ είχε πει: Η ομορφιά είναι μια μορφή μεγαλοφυΐας - για την ακρίβεια, είναι ανώτερη από τη μεγαλοφυΐα γιατί δε χρειάζεται να την εξηγήσεις. Έχει τα δίκια του. Το οφθαλμοφανές δεν εξηγείται με την ίδια ευκολία που διακρίνεται. Την ομορφιά δεν μπορούμε να τη μετρήσουμε ούτε και να τη ζυγίσουμε. Κάθε γυναίκα έχει πάνω της κάτι το ξεχωριστό που την κάνει όμορφη. Άλλη έχει ωραίο σώμα, άλλη όμορφα μάτια, άλλη γλυκό χαμόγελο, άλλη καλή ψυχή και πάει λέγοντας. Ο Σταντάλ είχε πει: Η ομορφιά είναι μια υπόσχεση ευτυχίας. Πράγματι πλησιάζει πολύ κοντά στο να την ερμηνεύσει. Αυτό που είδα στα μάτια σου, αυτό που ονειρεύτηκα με τη μορφή σου κυρίαρχη, αυτό που απλόχερα μου πρόσφερες, ήταν όμορφο και με έκανε ευτυχισμένο».<br />Σ΄αγαπώ γιατί είσαι εσύ…<br />Ο δεύτερος στίχος φτάνει με δυσκολία στα αυτιά του. Αλλά πόσο δίκιο έχει! Συνεχίζει να σκέφτεται και να τη σκέφτεται. «Η μοναδική σου προσωπικότητα, αυτό το υπέροχο πάντρεμα μυαλού και κορμιού, είναι που κάνει την αγάπη μου για σένα αβάσταχτη. Αυτή η ανιδιοτελής προσφορά είναι που με τρελαίνει. Έχεις τόσο βαθιά μέσα σου την θέληση να προσφέρεις, να δώσεις, να αγαπήσεις. Όχι τόσο πολύ να αγαπηθείς αλλά να αγαπήσεις. Και αυτό καλύπτει τα πάντα. Ακόμα και στον έρωτα, αυτόν τον έρωτα που τόσο έχεις ανάγκη, ακόμα και στη πιο κορυφαία σου στιγμή, η έννοια σου, η σκέψη σου, η φροντίδα σου, είναι για μένα. Δεν τολμώ καν να σου πω, ότι αυτό που θέλω απεγνωσμένα, αυτό που με απασχολεί αποκλειστικά, είναι η δική σου χαρά, η δική σου ικανοποίηση. Είσαι απόλυτη σε αυτά τα θέματα και κυρίαρχη. Είναι και κάτι ακόμα που μόλις τώρα το ανακάλυψα. Σου έχω απόλυτη, τυφλή εμπιστοσύνη. Σου έχω πει τα πιο κρυφά μου μυστικά, αυτά που ούτε στον εαυτό μου δεν τολμώ να αποκαλύψω».<br />Έχει απομακρυνθεί αρκετά και δεν μπορεί να ακούσει άλλο το τραγούδι. Ένα ελαφρύ αεράκι ανακατεμένο με μια μυρωδιά ιωδίου του κρατάνε τώρα συντροφιά. Χαμογελάει και κοντοστέκεται λίγο. Σκύβει και κάτι ψιθυρίζει στη θάλασσα. «Το ξέρω πως μας χωρίζει μια ολόκληρη θάλασσα. Ένα πέλαγος. Ή μήπως μας ενώνει; Το ξέρω ότι είναι και δική σου φίλη. Αύριο το πρωί, μόλις την αντικρίσεις πλησίασέ την. Θα σου μεταφέρει το βραδινό μου μήνυμα: Καθόλου δεν με νοιάζει που ακόμα δεν σε γνώρισα. Έτσι κι αλλιώς τις πιο όμορφες ιστορίες μου τις κρατάω καλά φυλαγμένες για σένα. Τα πιο όμορφα τραγούδια μου δεν τα έχω τραγουδήσει ακόμα». <a href="http://www.stixoi.info/stixoi.php?info=Lyrics&amp;act=details&amp;song_id=3337"><br />Στίχοι</a> - Μουσική: ΠαραδοσιακόΦωνή: Άλκηστις Πρωτοψάλτη<br /><br /><a href="http://www.snapdrive.net/%3Futm_source%3Dplayerlogo%26utm_medium%3Dflashplayer_rev1"></a> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Δυο χείλη κατακόκκινα</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/06/10/%ce%94%cf%85%ce%bf_%cf%87%ce%b5%ce%af%ce%bb%ce%b7_%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%b1%ce%ba%cf%8c%ce%ba%ce%ba%ce%b9%ce%bd%ce%b1</link>
		<pubDate>Tue, 10 Jun 2008 10:38:00 -0400</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/06/10/%ce%94%cf%85%ce%bf_%cf%87%ce%b5%ce%af%ce%bb%ce%b7_%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%b1%ce%ba%cf%8c%ce%ba%ce%ba%ce%b9%ce%bd%ce%b1</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://bp3.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/SE4vvJLTaPI/AAAAAAAAAsI/DOmAzayF2Rk/s1600-h/5205085-lg%5B1%5D.jpg"><img src="http://bp3.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/SE4vvJLTaPI/AAAAAAAAAsI/DOmAzayF2Rk/s320/5205085-lg%5B1%5D.jpg" /></a>Ο Μιχάλης έπινε παρέα με την αμφιβολία. Μια αίσθηση περίεργη τον κυρίευε αργά και βασανιστικά. Ένιωθε ένα μυστικό, καλά φυλαγμένο μέσα του, να προσπαθεί να αποδράσει. Σαν ένα πουλί που άνοιξαν τη πόρτα από το κλουβί του. Η αγάπη του για τη Κατερίνα, που τόσο επιμελώς έκρυβε ακόμα και από τον ίδιο του τον εαυτό, έβγαινε προς τα έξω ασυγκράτητη και γέμιζε το χώρο ασφυκτικά. Προσπάθησε να τα βάλει σε μια σειρά. Να καταλάβει το πώς και το γιατί. Είχε εμπιστοσύνη στον εαυτό του. Πέρασε πολλές μπόρες σε τούτη τη ζωή , οι δυσκολίες και οι κακοτοπιές ήταν η ειδικότητά του.<br />Είναι καιρός τώρα που βολτάρει στο διαδίκτυο. Στην αρχή ξεκίνησε σαν χόμπι, κάτι σαν αναπλήρωμα του καφενείου που είχε κόψει από καιρό. Δεν ήταν ακριβώς άρτος και θεάματα. Ήταν πληροφόρηση και διασκέδαση. Στην αρχή δειλά και κουμπωμένα. Με μεγάλη επιφύλαξη για όλα αυτά που έβλεπε και διάβαζε. Όμως όσο περνούσε ο καιρός άρχισε να εξοικειώνεται και να ανακαλύπτει πράγματα θαυμαστά και όμορφα. Όχι ότι όλα ήταν άγια και οι προθέσεις αγνές. Έμαθε όμως να ξεχωρίζει την ήρα από το στάρι. Ένα καινούριος κόσμος, απίστευτα γοητευτικός άρχισε να του κουνάει μαντήλι. Το χόμπι έγινε μανία και ακολούθησε η εξάρτηση. Κάτι σαν νικοτίνη στο πολύ ενισχυμένο. Εντάξει, δεν έγινε περιθωριακός. Εξακολουθούσε να βγαίνει με τους φίλους του, συνέχισε τη κοινωνική του ζωή. Σωστός στις υποχρεώσεις της οικογένειας και του σπιτιού, δεν άφηνε περιθώρια για παρεξηγήσεις. Όμως αν για τον οποιοδήποτε λόγο, δεν έπαιρνε τη καθημερινή του δόση από το σερφάρισμα, χαλούσε η διάθεσή του, γινόταν νευρικός και απότομος.<br />Έμαθε να κατεβάζει τραγούδια και ταινίες. Οι συνδέσεις ασφυκτιούσαν, τα τηλεφωνικά καλώδια έπαιρναν φωτιά. Ξαναανακάλυψε τη μουσική. Εδώ και χρόνια είχε σταματήσει να ασχολείται με τους τετρακόσιους πενήντα εφτά δίσκους βινυλίου που είχαν πιάσει περισσότερο χώρο στη βιβλιοθήκη από τα βιβλία. Στα παράπονα της μάνας του, απαντούσε ότι μόλις τους έκανε πεντακόσιους θα σταματούσε να αγοράζει άλλους. Ο στρατός που ακολούθησε, οι υποχρεώσεις που ξεπήδησαν και τον τύλιξαν όπως ο κισσός το κορμό του δέντρου, δεν του είχαν επιτρέψει να πραγματοποιήσει το στόχο του. Και όχι μόνο αυτό, αλλά είχε ξεχάσει και να τους ακούει. Ότι γνώριζε εδώ και καρό από μουσική ήταν από το ραδιόφωνο και τη τηλεόραση.<br />Με τα παιχνίδια, κυρίως το τάβλι, ήρθαν και οι γνωριμίες, οι συζητήσεις. Και εδώ χρειάστηκε χρόνος για να μπορέσει να ξεχωρίζει αν η ‘’ponemeni kardia’’ είναι πράγματι η Μαρία που έλεγε και όχι ο Μητσάρας ο βαρβάτος που έψαχνε να παρηγορήσει, και όχι μόνο, ευαίσθητα αγοράκια. Ακολούθησαν τα προγράμματα συνομιλίας, και να τα μσν με τα εικονίδια και τις φωτογραφίες που έκαναν τη κουβέντα άμεση και κατανοητή. Κόσμος και κοσμάκης παρέλασε από την οθόνη του Μιχάλη. Γυναίκες παντός τύπου και ρυθμού. Με ένα κοινό παρονομαστή όλες. Την απέραντη μοναξιά. Την απόλυτη ανάγκη για επικοινωνία. Μιλούσε με τις ώρες, άκουγε με προσοχή, συμβούλευε και βοηθούσε όσο μπορούσε. Ταυτόχρονα φλερτάριζε, πείραζε, άφηνε υπονοούμενα, αλλά μέχρι εκεί. Δεν ήταν για περιπέτειες.<br />Η Κατερίνα ξεχώρισε από τη πρώτη στιγμή. Αεράτη και χαμογελαστή, με μια αλήθεια που τον άφηνε αμήχανο και ταυτόχρονα τον τραβούσε απ΄ το μανίκι. Χάθηκε μέσα στην αύρα της και αφέθηκε να τον παρασύρει το κύμα. Έλεγε μέσα του να προσέξει, να μην απομακρύνεται από την ακτή, αλλά το προσπερνούσε χαμογελώντας. «Ξέρω καλό κολύμπι εγώ» απαντούσε στον εαυτό του και συνέχιζε το ταξίδι. Είχαν έρθει απίστευτα κοντά. Είχε μιλήσει ο ένας στον άλλο για τα πάντα. Εδώ να δεις εξάρτηση. Η Κατερίνα έκανε το πρώτο βήμα. Του έστειλε ένα μέιλ και τον έστειλε αδιάβαστο. «Δεν είναι απλά που περνάω τόσο όμορφα μαζί σου. Ούτε το γεγονός που θα τρέξω σε σένα να πω τη λύπη μου και τη χαρά μου. Δεν είναι πολύ περισσότερο όλα όσα έχω σκεφτεί να κάνουμε μαζί. Αυτό που με τρομάζει είναι ότι είμαι έτοιμη από καιρό να αλλάξω τη μέχρι τώρα ζωή μου. Αρκεί να είμαι μαζί σου. Αν αυτό δεν είναι αγάπη, δώσε εσύ τον ορισμό»<br />Ο Μιχάλης συνέχιζε να πίνει, αλλά τώρα πια μόνος του. Χωρίς την αμφιβολία. Όλα είχαν ξεκαθαρίσει. Την αγαπούσε απελπισμένα. Αλλά αυτό που τον βάραινε, αυτό που τον είχε καθηλωμένο ήταν το γεγονός ότι ήξερε. Γνώριζε πολύ καλά ότι οι δρόμοι τους είναι παράλληλοι. Αν για μια στιγμή έτυχε να συναντηθούν, γιατί οι θεοί αποκοιμήθηκαν, την αμέσως επόμενη στιγμή έπρεπε να αποκατασταθεί η τάξη γιατί αλλιώς θα κατέρρεε ο κόσμος τους. «Τα θαύματα κρατάνε τρείς μέρες» σκέφτηκε. «Πάλι καλά να λες που δεν ήταν όνειρο. Να μακαρίζεις τη τύχη σου που έστω και για λίγο ξέφυγες από τα προδιαγεγραμμένα». Φέρνει τη μορφή της στη σκέψη του. Το χαμόγελό της του ραγίζει τη καρδιά. Θα συνέχιζε να την αγαπά χωρίς όλες αυτές τις υλικές προϋποθέσεις που κάνουν την αγάπη χειροπιαστή. Πλατωνικά. Με τη σκέψη αυτή χαμογέλασε πικρά. «Αυτό μας έλειπε τώρα. Μετά από τόσες ιδεολογικές μάχες από τη πλευρά του υλισμού, να δικαιωθεί ο ιδεαλισμός του Πλάτωνα» σκέφτηκε σχεδόν ενοχλημένος. «Δεν θα πέσω αμαχητί» μονολόγησε.<br />Της απάντησε με δυο λέξεις. « Δεν θέλω από σένα τίποτα άλλο εκτός από ένα φιλί». <a href="http://stixoi.info/stixoi.php?info=Lyrics&amp;act=details&amp;song_id=26282"><br />Στιχοι</a>: Χάρης Ρώμας - Μουσική: Ζωή ΤηγανούριαΤραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου<br /><br /><a href="http://www.snapdrive.net/%3Futm_source%3Dplayerlogo%26utm_medium%3Dflashplayer_rev1"></a> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Πάρε πέντε</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/06/03/%ce%a0%ce%ac%cf%81%ce%b5_%cf%80%ce%ad%ce%bd%cf%84%ce%b5</link>
		<pubDate>Tue, 03 Jun 2008 12:51:00 -0400</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/06/03/%ce%a0%ce%ac%cf%81%ce%b5_%cf%80%ce%ad%ce%bd%cf%84%ce%b5</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://bp2.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/SEUUOHD3r5I/AAAAAAAAAsA/tPVvXZeqLWI/s1600-h/po_Gockel-WP3_Take_Five-211.jpg"><img src="http://bp2.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/SEUUOHD3r5I/AAAAAAAAAsA/tPVvXZeqLWI/s320/po_Gockel-WP3_Take_Five-211.jpg" /></a>Ήταν ολοφάνερο. Η μέρα ξεκινούσε υπέροχα και το φώναζε από το πρωί. Ο Δημήτρης ξύπνησε με πολύ κέφι. Τεντώθηκε στο κρεβάτι του και άρχισε να ντύνεται αργά και νωχελικά. Απολάμβανε τη κάθε του κίνηση. Έκλεισε το μάτι στο καθρέφτη την ώρα που ξυριζόταν και του έβγαλε τη γλώσσα. Μόλις είχε περάσει από μια πολύ δύσκολη κατάσταση και ένοιωθε μια απέραντη ανακούφιση. Κάπου, κάποτε είχε διαβάσει ότι "η ευτυχία είναι μόνον η πρώτη ώρα μετά την ανακούφιση κάποιας ιδιαίτερα έντονης δυστυχίας". Τότε είχε γελάσει συγκαταβατικά μιας και του είχε φανεί τόσο αστείο. Τώρα όμως καταλάβαινε ότι αυτή ήταν μια ιδιαίτερα σοφή κουβέντα. Έλαμπε ολόκληρος και τα μάτια του είχαν αποκτήσει ξανά εκείνη την περιπαιχτική φλόγα.<br />Είχε αργήσει λίγο για τη δουλειά και η κίνηση στο δρόμο είχε πυκνώσει. Τον πρόλαβαν όλα τα φανάρια. Μετά από πολύ καιρό πρόσεξε πόσο όμορφο χρώμα είναι το κόκκινο. Έπαιζε το χέρι του στο τιμόνι, στο ρυθμό ενός τραγουδιού που δεν ήξερε και χαμογέλασε στη κοπέλα από το διπλανό αυτοκίνητο που τον κοίταζε έκπληκτη και απορημένη. Στη δουλειά μόλις είχε προλάβει να κάνει ένα καφέ και γίνεται διακοπή ρεύματος. Πανικός. Η λογίστρια φωνάζει ότι δεν πρόλαβε να τυπώσει τα τιμολόγια, ο οδηγός βρίζει το κράτος που δεν υπάρχει και ο συναγερμός άρχισε να χτυπάει μονότονα και εκνευριστικά. Τίποτα και κανένας δεν μπορεί να του χαλάσει τη διάθεση.<br />Άρχισε να σκέφτεται διάφορα. Τι σου είναι όμως το μυαλό! Από το ένα θέμα στο άλλο. Πριν λίγες μέρες είχε αγοράσει από το αεροδρόμιο ένα βιβλίο και το διάβαζε. Θυμάται ότι ήταν τόση μεγάλη η προσφορά των τίτλων που για ώρα χάζευε και δεν ήξερε τι να πρωτοδιαλέξει. Τελικά προτίμησε "το φάντασμα της αξόδευτης αγάπης"της Μάρως Βαμβουνάκη. Δεν την είχε ξαναδιαβάσει αλλά την ήξερε από τους στίχους που είχε γράψει για το τραγούδι των Πυξ Λαξ "οι παλιές αγάπες πάνε στο παράδεισο". Υπέροχο κομμάτι και χιλιοακουσμένο. «Τελικά ο στίχος παίζει πολύ μεγάλο ρόλο σε ένα τραγούδι. Το μεγαλύτερο θα μπορούσα πω. Αλλά πάλι μήπως το Χαμόγελο της Τζοκόντας του Χατζηδάκη που δεν έχει στίχους δεν είναι ένας καταληκτικός δίσκος; Τι τα θες. Όλα παίζουν το ρόλο τους. Έλα μαζέψου, τι λέγαμε; Α, ναι! Για το βιβλίο της Βαμβουνάκη. Πολύ καλή γραφή. Άμεση και μεστή. Λέει σε ένα σημείο: "Όχι δεν πιστεύω ότι όποιος ερωτεύθηκε αληθινά μπορεί κατόπιν να γίνει ειλικρινά φίλος με όποιον ερωτεύθηκε. Δεν υποφέρεται αυτή η μετάλλαξη". Γυναικείες υπερβολές. Λες και ο κόσμος γυρίζει γύρω από τον εαυτό μας. Είμαστε εμείς, ο πόνος μας και κανένας άλλος. Τα πάντα είναι εγκεφαλικά. Ξεπερνάς τα αδύνατα σημεία, τα όποια ψεγάδια και την τοποθετείς στα πάνω ράφια της εκτίμησής σου. Σε σημείο ξεχωριστό. Και είσαστε φιλαράκια. Και για το φίλο σου θέλεις τα καλύτερα».<br />Χαμογελάει με το που σκέφτεται μια μικρή λεπτομέρεια. «Τις έχω κάνει το μεγαλύτερο κομπλιμέντο που έχει κάνει άντρας σε γυναίκα. Της είπα ότι ήταν η αιτία να ξεπεράσω το φόβο μου για τα αεροπλάνα. Χα, εύκολο το έχεις; Έχω ταξιδέψει άπειρες φορές με το αεροπλάνο. Στην αρχή το διασκέδαζα. Μετά από πολύ καιρό κάποια στιγμή, εντελώς απροειδοποίητα, άρχισα να τρέμω στην ιδέα ότι θα πετάξω. Προσπαθούσα να μη το σκέφτομαι, αλλά το τελευταίο βράδυ πριν τη πτήση είχε καταντήσει μαρτύριο. Σκέτη μαυρίλα. Έψαχνα χίλιους λόγους να αναβάλω το ταξίδι. Καθόλου δεν με παρηγορούσε το γεγονός ότι πολύς κόσμος το έχει το πρόβλημα. Τελικά η λαχτάρα μου να τη δω έδιωξε το φόβο. Και τώρα που δεν είμαστε πια μαζί ο φόβος δεν επανήλθε. Αφού στο λέω. Όλα εγκεφαλικά είναι. Αρκεί να τα βάλεις κάτω με ηρεμία και να χαράξεις πορεία. Βέβαια βοηθάει και εκείνο το βλέμμα το γεμάτο υποσχέσεις. Όπα! Άντε πάλι από την αρχή. Ξανά μανά! Κύκλος είναι. Νέος και μεγαλύτερος. Το θέμα είναι να είσαι στη σωστή πλευρά. Όχι σε αυτή που τον κλείνει, αλλά σε αυτή που τον ανοίγει. Και φαντάζει όμορφος και ατελείωτος. Και ήρθε επιτέλους το καλοκαίρι!»<br />Το ρεύμα έχει έρθει προ πολλού. Ψάχνει για ένα τραγούδι στον υπολογιστή. Χάος. Μια ζωή δεν του φτάνει για να τα ακούσει όλα. «Αν ήμουν τραγούδι σήμερα τι θα ήμουν; Λαϊκό και ρεμπέτικο; Δεν νομίζω, δεν έχω νταλκάδες και καημούς. Έντεχνο; Καμιά όρεξη για προβληματισμούς και βαθυστόχαστες αναλύσεις. Κι αν είμαι ροκ; Μπα, δεν με φοβάμαι. Έχω ξεφύγει τελείως. Είμαι τζαζ. Πολύ όμως!»<br /><br />The Dave Brubeck Quartet<br /><br /><a href="http://www.snapdrive.net/%3Futm_source%3Dplayerlogo%26utm_medium%3Dflashplayer_rev1"></a> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Ένα μπουζ για τη Καρίνα (όχι απαραίτητα πένθιμο)</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/05/26/%ce%88%ce%bd%ce%b1_%ce%bc%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%b6_%ce%b3%ce%b9%ce%b1_%cf%84%ce%b7_%ce%9a%ce%b1%cf%81%ce%af%ce%bd%ce%b1_(%cf%8c%cf%87%ce%b9_%ce%b1%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%af%cf%84%ce%b7%cf%84%ce%b1_%cf%80%ce%ad%ce%bd%ce%b8%ce%b9%ce%bc%ce%bf)</link>
		<pubDate>Mon, 26 May 2008 21:06:00 -0400</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/05/26/%ce%88%ce%bd%ce%b1_%ce%bc%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%b6_%ce%b3%ce%b9%ce%b1_%cf%84%ce%b7_%ce%9a%ce%b1%cf%81%ce%af%ce%bd%ce%b1_(%cf%8c%cf%87%ce%b9_%ce%b1%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%af%cf%84%ce%b7%cf%84%ce%b1_%cf%80%ce%ad%ce%bd%ce%b8%ce%b9%ce%bc%ce%bf)</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://bp1.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/SDr8mJQBF7I/AAAAAAAAAq4/bVACnO0qcnA/s1600-h/newego_LARGE_t_1101_1017011_type11495.jpg"><img src="http://bp1.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/SDr8mJQBF7I/AAAAAAAAAq4/bVACnO0qcnA/s320/newego_LARGE_t_1101_1017011_type11495.jpg" /></a>Ο Δημήτρης μόλις είχε ξυπνήσει από το μεσημεριανό του ύπνο. Είχε καθίσει στη βεράντα του σπιτιού και έπινε το καφέ του. Δίπλα του η εφημερίδα περίμενε υπομονετικά. Κάποια στιγμή την έπιασε βαριεστημένα στα χέρια του. Ήταν ανυπόφορα προβλέψιμη. Το πετρέλαιο ανέβηκε, το ηλιέλαιο δεν βρέθηκε και η Καλομοίρα μας ήταν έτοιμη να αλλάξει τη μοίρα μας. Λίγο πριν τη παρατήσει, η ματιά του έπεσε σε μια είδηση στα ψιλά. «Μποκοτά. Στις Αρχές της Κολομβίας παραδόθηκε η πιο διάσημη αντάρτισσα της Κολομβίας, γνωστή με το ψευδώνυμο «Καρίνα». Η κατά κόσμον Νέλι Αβίλα Μορένο, ηγετικό στέλεχος των αριστερών ανταρτών FΑRC (Ένοπλες Επαναστατικές Δυνάμεις της Κολομβίας), κατηγορείται για σωρεία δολοφονιών, απαγωγών και εκβιασμών στη βορειοδυτική επαρχία της Αντιόχειας. Η παράδοσή της αποτελεί μεγάλη επιτυχία για τον δεξιό κολομβιανό πρόεδρο Αλβάρο Ουρίμπε, ο οποίος το 2002 κατέστησε τη σύλληψη της Καρίνα «πρωταρχικό στόχο» των δυνάμεων ασφαλείας.» Μόνο αυτό. Τίποτα άλλο. «Είναι δυνατόν μια τέτοια είδηση να περνάει έτσι;» αναρωτήθηκε. «Ποια ήταν αυτή η αντάρτισσα, ποια η δράση της, ποιοι λόγοι την οδήγησαν να παραδοθεί;» ήταν μερικές από τις σκέψεις που έκανε. Αποφάσισε να το ψάξει. Πήγε στον υπολογιστή, συνδέθηκε και έθεσε το ερώτημα στο Google. Λίγα πράγματα. Πέντε έξι αναφορές με την είδηση της σύλληψης κυρίως. Μέσες άκρες έμαθε περίπου τα παρακάτω: «Η Καρίνα, είχε φθάσει πριν από λίγα χρόνια να διοικεί μέσα στην κολομβιανή ζούγκλα τετρακόσιους άντρες. Στα τριάντα χρόνια ένοπλου αγώνα η Καρίνα έχασε ένα μάτι και ένα στήθος. Πριν από είκοσι τέσσερα χρόνια, η Καρίνα είχε ηγηθεί ομάδας που είχε εκτελέσει τον πατέρα του σημερινού προέδρου της Κολομβίας, Αλβάρο Ουρίμπε». Αυτό που του έκανε τρομερή εντύπωση ήταν τα λόγια που είπε όταν παραδόθηκε στους στρατιώτες. «Βαρέθηκα τον πόλεμο. Θέλω να αρχίσω και πάλι να ζω».<br />Αργότερα στον απογευματινό του περίπατο, ακούγοντας την αγαπημένη του μουσική, το μυαλό του δεν μπορούσε να ξεφύγει με τίποτα από την Καρίνα. Προσπάθησε να φανταστεί τη ζωή της, τη δράση της, τα πιστεύω της. Ποια ζωή; Φτώχεια και μιζέρια παντού. Από πού να ξεφύγει; Από το κυβερνητικό στρατό; Μήπως αυτοί δεν ήταν που βιάσανε τη μάνα της μπροστά στα μάτια της; Ή μήπως όχι; Οι μπράβοι των βαρόνων της κοκαΐνης δεν σκότωσαν το πατέρα της; Λες να έφταιγαν τα μάτια του νεαρού αντάρτη που την αιχμαλώτισαν με τη πρώτη; Όπως και να έχει ο δρόμος της φαντάζει μονόδρομος χωρίς μονοπάτια διαφυγής.<br />Στην αρχή όλα έμοιαζαν παραμυθένια. Ήταν και η ηλικία. Έδωσε το είναι της. Ατρόμητη και χωρίς να λογαριάζει το θάνατο, κέρδισε την εμπιστοσύνη των αρχηγών. Διάβασε και βιβλία που μιλούσαν για ισότητα, για δικαιοσύνη, για ένα κόσμο καλύτερο. Το πίστευε με όλο της το είναι. Και οι απαγωγές που ακολούθησαν και το εμπόριο της κοκαΐνης και οι επιδρομές στα χωριά τα δικαιολογούσε όλα για τις ανάγκες του αγώνα. Ήταν αναπόφευκτο να γίνουν και άσχημα πράγματα. Για χρόνια ολόκληρα πολεμούσε μέσα στη ζούγκλα. Όμως κάποια στιγμή, ένα βράδυ, αποκαμωμένη από τη μάχη και λίγο πριν κοιμηθεί αναρωτήθηκε για πρώτη φορά που οδηγούν όλα αυτά. Και η σκέψη αυτή επανήλθε ξανά και ξανά. Μισούσε τα βράδια. Προτιμούσε να πολεμά, ίσως και να επιδίωξε το θάνατο. Εκείνο το βράδυ που εκτέλεσε το νεαρό φαντάρο αιχμάλωτο, το βλέμμα του με αυτό το μεγάλο γιατί στα μάτια δεν την άφησε να κοιμηθεί. Για πρώτη φορά αναρωτήθηκε τι σόι καλύτερος κόσμος είναι αυτός που θέλουν να φτιάξουν. Ήταν πολύ κουρασμένη, σωματικά και ψυχικά. Σκέφτηκε τη ζωή της. Τα χρόνια που πέρασαν και αυτά που θα έρθουν. Τι έζησε, ποιες μικρές χαρές απόλαυσε; Τι θα κάνει από δω και πέρα που οι δυνάμεις αρχίζουν και εγκαταλείπουν; Η κραυγή της «θέλω να ζήσω» την ώρα της παράδοσης του έφερε ανατριχίλα; Τι σόι ζωή μέσα σε φυλακές και εξευτελισμούς αναρωτήθηκε αλλά μέχρι εκεί. Η Καρίνα έχει κάθε δικαίωμα να επιλέξει τη ζωή της. Κανένας μικρόψυχος, καρεκλοκένταυρος (ντεριντάς που θα έλεγε και κάποια ψυχή) δεν έχει δικαίωμα να κρίνει τη στάση της. «Έχε το χρόνο σου συντρόφισσα!»<br />Η μουσική παίζει ένα αγαπημένο μπλούζ. Η σκέψη του πάει πίσω. Αρκετά πίσω στο χρόνο. Στο μικρό χωριό στην επαρχία της Κολομβίας γέλια και χαρές ακούγονται από παντού. Το πανηγύρι έχει ανάψει και η σάμπα δεν έχει σταματημό. Κάποια στιγμή ο Χόρχε βάζει το σαρανταπεντάρι δισκάκι που του έστειλαν από την Αμερική στο παλιό γραμμόφωνο. Ο Δημήτρης πλησιάζει αποφασιστικά τη ψιλόλιγνη Νέλι με το μπλε φόρεμα και της απλώνει το χέρι.<br />-Χορεύετε ΚΥΡΙΑ μου;<br /><p><a href="http://www.lyricsvault.eu/songs/11252.html">Στίχοι</a> - Μουσική: James Brown</p><br /><a href="http://www.snapdrive.net/?utm_source=playerlogo&amp;utm_medium=flashplayer_rev1"></a> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Περίεργο παιχνίδι</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/05/20/%ce%a0%ce%b5%cf%81%ce%af%ce%b5%cf%81%ce%b3%ce%bf_%cf%80%ce%b1%ce%b9%cf%87%ce%bd%ce%af%ce%b4%ce%b9</link>
		<pubDate>Tue, 20 May 2008 20:53:00 -0400</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/05/20/%ce%a0%ce%b5%cf%81%ce%af%ce%b5%cf%81%ce%b3%ce%bf_%cf%80%ce%b1%ce%b9%cf%87%ce%bd%ce%af%ce%b4%ce%b9</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://bp2.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/SDMRLIO5vaI/AAAAAAAAAqo/4UmINgnnKgE/s1600-h/%CE%95%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B11z.png"><img src="http://bp2.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/SDMRLIO5vaI/AAAAAAAAAqo/4UmINgnnKgE/s320/%CE%95%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B11z.png" /></a>Έμοιαζαν να είναι μηχανικές οι κινήσεις του Λευτέρη την ώρα που άνοιγε το δεύτερο πακέτο από τα τσιγάρα του. Κάμελ άφιλτρο. Χρόνια τώρα μ’ αυτό λιγοστεύει τη ζωή του. Μετά από πολύ καιρό κάθεται μόνος σε μια καφετέρια και πίνει ένα ποτό. Ένα; Είναι το πέμπτο μαύρο που έρχεται και το τραπέζι έχει γεμίσει με μπολ από αφάγωτα πατατάκια. Μια μικρή από δίπλα έχει γουρλώσει τα μάτια της, βάζει το χέρι στο στόμα της και κάτι ψιθυρίζει στο αυτί της φιλενάδας της. Κάνει νόημα στο γκαρσόνι να μαζέψει το τραπέζι από τα περιττά.<br />«Πως πέρασε έτσι γρήγορα όλος αυτός ο γαμοκαιρός» αναρωτήθηκε την ώρα που τα πνευμόνια του έβγαζαν μια γερή δόση γκρίζου πηχτού καπνού. Είναι από τις λίγες φορές στη ζωή του που θέλει να σταματήσει το χρόνο. Το ξέρει ότι δεν μπορεί και χωρίς να το καταλάβει χτυπάει το χέρι του στο τραπέζι. Το ποτήρι αναπηδά, πέφτει στο πάτωμα και σπάει με θόρυβο. Την ίδια στιγμή οι πιτσιρίκες έχουν σηκωθεί όρθιες και τσιρίζουν λες και είδαν ποντικό, μια γεροντοκόρη πιο κάτω σταυροκοπιέται, το γκαρσόνι έρχεται τρέχοντας με σκούπα και φαράσι και ένας μποντιμπλιντεράς έχει σκύψει από πάνω του, σφίγγει το μπράτσο του σε σημείο να του κοπεί η αναπνοή και κάτι του λέει εντελώς ψυχρά και ασυνάρτητα. «Δεν έχει πάρει χαμπάρι από συντακτικό το κρέας» σκέφτηκε μέσα σ΄αυτό το χαμό και χαμογέλασε με τη σκέψη που έκανε. Πλήρωσε και έφυγε χωρίς να κοιτάξει ούτε μια φορά πίσω του.<br />Περπάτησε στη παραλία και η θαλασσινή αύρα κάπως τον επανέφερε. «Απίστευτη εμπειρία» μονολόγησε την ώρα που άναβε άλλο ένα τσιγάρο. «Είναι δυνατόν να υπάρχουν τέτοιες γυναίκες στην εποχή μας; Ένα κορμί που κάνει και τις πέντε αισθήσεις να βαράνε προσοχές. Και μια λογική απίστευτα ορθολογική, απόρροια ενός κοφτερού μυαλού. Διαβασμένη και ενημερωμένη σχεδόν για τα πάντα. Και τι να πω για την ενασχόλησή της με τις τέχνες παντός τύπου και ρυθμού!»<br />Από τη πρώτη στιγμή όλες οι άμυνες που είχε αναπτύξει με τη γνώση και την εμπειρία του, κυρίως από τα στραπάτσα που είχε πάθει, σήμαναν συναγερμό. «Μείνε μακριά, θα καείς, δεν είσαι ούτε έφηβος ούτε νέος πια, θα καταστραφείς» είναι μερικά από αυτά που του φώναζαν. Άδικος κόπος. Είναι σα να λες στον θεριακλή να μη καπνίζει γιατί βλάπτει την υγεία του. Σε γράφει κανονικά και συνεχίζει να το κάνει. «Τα έχουμε ξαναπεί με τα πάθη. Δεν οδηγεί πουθενά αυτή η κουβέντα. Το υποψιάζεσαι, το αντιλαμβάνεσαι, το γνωρίζεις και παρόλα αυτά συνεχίζεις το πορεία σου σαν το μικρό τυμπανιστή, ξέροντας ότι αργά η γρήγορα η σφαίρα θα σε συναντήσει».<br />«Και πιο είναι το πρόβλημά σου ρε μαλάκα; Γιατί παραπονιέσαι;» άκουσε τη φωνή του Στάθη να τον μαλώνει. Απόρησε. «Πότε ήρθε από τα μέρη μου; Και που με βρήκε; Λες να είναι στο κινητό;» Έχει μπλέξει το καλώδιο από το χαντσφρί με ένα κουμπί από το πουκάμισό του και για να μπορέσει να μιλήσει έχει σκύψει μερικώς και έχει το χέρι του στο αφτί κρατώντας το ακουστικό. «Ευτυχώς που δεν φοράω κουστούμι» σκέφτεται την ώρα που περνάει από ένα παγκάκι. « Υποφέρω ρε δικέ μου. Δεν μπορώ να διαχειριστώ την απώλεια» καταφέρνει να του πει. «Πας καλά; Εδώ χάνεις ένα κομπολόι και σου γαμά τη μέρα. Πόσο μάλλον ένα δικό σου άνθρωπο» άκουσε τη σταθερή και σίγουρη φωνή. «Μα δεν πρόλαβα να το ευχαριστηθώ. Ήταν πολύ λίγος ο καιρός» ψέλλισε. «Και εκατό χρόνια να ήταν θα ήθελες να κρατήσει διακόσια. Τι σημασία έχει ο χρόνος. Τι μια βδομάδα, τι πέντε χρόνια. Δεν έχει ο χρόνος λογική. Σημασία έχει να το ζήσεις. Και συ το έζησες και πρέπει να είσαι ευχαριστημένος».<br />«Δεν μπορώ να καταλάβω πως την πάτησα. Είπα να περάσω λίγο όμορφα, έτσι για αλλαγή, χωρίς να κοροϊδέψω, τα είχαμε συζητήσει αυτά και τη πάτησα άγρια» συνέχισε την εξομολόγηση. «Και δεν χαίρεσαι που τα χρόνια που πέρασαν και όλη αυτή η σαπίλα που έχει κυριαρχήσει παντού, δεν σε έκαναν κυνικό στον έρωτα; Που για να πας με μια γυναίκα και να το ευχαριστηθείς πρέπει να την αγαπήσεις; Που δεν πηδάς απλά, αλλά δίνεις τον εαυτό σου χωρίς να υπολογίζεις συνέπειες; Δεν χαίρεσαι που κατάφερες να δημιουργήσεις μια όμορφη στιγμή στην αιωνιότητα; Τη δική σου στιγμή!» Δεν είχε τι να του απαντήσει. «Και μακάρι να σου ξανατύχει. Και ξανά και ξανά» έδωσε τη χαρακτηριστική βολή στη κουβέντα. Ο Λευτέρης ξερόβηξε. ‘Έξυσε το κεφάλι του, το ακουστικό του έπεσε από το αφτί την ώρα που του έλεγε: «Άμα δεν έρθεις κουφάλα για δέκα μέρες το καλοκαίρι, δεν θα σου ξαναμιλήσω!»<br /><a href="http://stixoi.info/stixoi.php?info=Lyrics&amp;act=details&amp;song_id=11255"><br />Στίχοι</a>: Πάνος Σταθόγιαννης - Μουσική: Μάνος ΞυδούςΤραγούδι: Δημήτρης Μητροπάνος<br /><br /><a href="http://www.snapdrive.net/%3Futm_source%3Dplayerlogo%26utm_medium%3Dflashplayer_rev1"></a><br /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Το κουτί της Πανδώρας</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/05/13/%ce%a4%ce%bf_%ce%ba%ce%bf%cf%85%cf%84%ce%af_%cf%84%ce%b7%cf%82_%ce%a0%ce%b1%ce%bd%ce%b4%cf%8e%cf%81%ce%b1%cf%82</link>
		<pubDate>Tue, 13 May 2008 19:35:00 -0400</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/05/13/%ce%a4%ce%bf_%ce%ba%ce%bf%cf%85%cf%84%ce%af_%cf%84%ce%b7%cf%82_%ce%a0%ce%b1%ce%bd%ce%b4%cf%8e%cf%81%ce%b1%cf%82</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://bp0.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/SCnDrIO5vXI/AAAAAAAAAqQ/Z52OivrWLgU/s1600-h/Pandora_After.jpg"><img src="http://bp0.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/SCnDrIO5vXI/AAAAAAAAAqQ/Z52OivrWLgU/s320/Pandora_After.jpg" /></a>Κοιτάζει το μπουκάλι και το ζυγίζει με το μάτι. «Μισογεμάτο. Έχουμε δρόμο ακόμα» σκέφτεται και ανάβει τσιγάρο. Στο βάθος, ένα κόκκινο γραμμωτό φως που προσπαθεί να μείνει σταθερό, τον κάνει να αναπολεί την εποχή που είχε μεγάλη αξία, όταν ρύθμιζε την συνεχή και σίγουρη περιστροφή του δίσκου του πικάπ. Τώρα ποιος νοιάζεται για ακρίβεια. «Πάλι καλά να λες που ακόμα ανάβεις. Η ιεροτελεστία με το βινύλιο έχει τελειώσει προ πολλού και αν κάτι σε διασώζει, είναι γιατί σήμερα έχω ανάγκη να ακούσω εκείνο τον αραχνιασμένο δίσκο με τη βραχνή φωνή του Τζέι Τζέι Κέιλ» σιγοψιθύρισε.<br />Η επιστροφή στο παρελθόν αναπόφευκτη. Λες και κάποιο αόρατο χέρι τον οδηγεί. Όχι γιατί θέλει να ξεφύγει από κάπου. Η ζωή του πάει εξαιρετικά θα έλεγε κάποιος ανεξάρτητος παρατηρητής. Δουλειά άνετη και προσοδοφόρα. Οικογένεια τακτοποιημένη. Γκόμενα μικρή και τριανταφυλλένια. Ότι φαντάζει κουλ στην εποχή μας το έχει. Το Νίτρο θα τον βαθμολογούσε με βάση τα κριτήριά του και άριστα το δέκα, τουλάχιστον με οκτώμισι. Πάρα πολύ καλά. Πολύ πιο πάνω από το μέσο όρο.<br />Έλα όμως που νοιώθει ένα τεράστιο κενό μέσα του. Γνωρίζει καλά ότι όλες αυτές οι προσωρινές χαρές, οι τιποτένιες νίκες, δεν μπορούν να τον ξελογιάσουν, να του γιατρέψουν τη ψυχή. Το χέρι τον κρατά σταθερά σε τούτο το ταξίδι της επιστροφής. Η ζωή του ξεδιπλώνεται σαν ταινία, αλλά από την ανάποδη. Όπως όταν ξεφυλλίζεις ένα βιβλίο από το τέλος προς την αρχή. Ένας ένας οι σταθμοί φτάνουν και ξεμακραίνουν. Το μανατζάρισμα του υποκαταστήματος, οι μεγάλες του επιτυχίες στις πωλήσεις, η πρόσληψη στην πολυεθνική με εξαγορά από την πτωχή πλην τιμία εταιρεία, η γέννηση των παιδιών του, ο γάμος του με την έχουσα λεφτά αισθήματα γυναίκα του, το γύρισμα σελίδας στη ζωή του και η με κάθε τίμημα απόφασή του να πετύχει. Μια επιτυχία όπως την εννοούν οι πολλοί. Χαμηλώνει ταχύτητα, πλησιάζει στην επικίνδυνη ζώνη. Χαρούμενες φωνές και γέλια ακούγονται λίγο πιο πέρα. Αχ αυτή η τρελή παρέα της νιότης του, τα παλιόπαιδα τον πήρανε χαμπάρι και έρχονται. Μόλις έχουν επιστρέψει από τη διαδήλωση ενάντια στα πυρηνικά με αφορμή την επέτειο της Χιροσίμα. Ο αγώνας τους, με τα όποια προβλήματα,  του έδινε ένα σκοπό στη ζωή του. Φρενάρει απότομα. Την έχει διακρίνει ανάμεσά τους. Με το ίδιο μπλουτζίν και το ίδιο απίστευτο χαμόγελο. Πιάνει το στήθος του. Η καρδιά του χτυπάει δυνατά. Κατεβάζει μια γερή δόση που κάνει το μπουκάλι να μοιάζει μισοάδειο. Την παρατηρεί γεμάτος θαυμασμό να πλησιάζει. Αναρωτιέται αν η ομορφιά της καλυτερεύει τον αγώνα ή αν ο αγώνας την κάνει ομορφότερη στα μάτια του. Ή μήπως φταίει το ποτό;<br />Καθόλου δεν το νοιάζει που δεν ήταν αυτός η αιτία για το χωρισμό τους. Άλλα τον απασχολούν τώρα. «Πως θα ήταν η ζωή μου μαζί της;» αναρωτήθηκε. «Μια περιπέτεια, ένα ταξίδι, ένας ατέλειωτος χορός; Ήθελα να το ζήσω γαμώτο μου!».<br />Ήπιε και τη τελευταία σταγόνα από το ποτό του. «Λες να μετάνιωσε κι αυτή;» αναρωτήθηκε και το μισοσκόταδο δεν μπόρεσε να κρύψει την λάμψη στο βλέμμα του την ώρα που ξεφύλλιζε την παλιά σκονισμένη ατζέντα με τα τηλέφωνα.<br /><a href="http://stixoi.info/stixoi.php?info=Lyrics&amp;act=details&amp;song_id=15724"><br />Στίχοι</a> - Μουσική: Νίκος ΖούδιαρηςΤραγούδι: Αλκίνοος Ιωαννίδης<br /><br /><a href="http://www.snapdrive.net/%3Futm_source%3Dplayerlogo%26utm_medium%3Dflashplayer_rev1"></a> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Ιδιογράφως...</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/05/08/%ce%99%ce%b4%ce%b9%ce%bf%ce%b3%cf%81%ce%ac%cf%86%cf%89%cf%82...</link>
		<pubDate>Thu, 08 May 2008 09:54:00 -0400</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/05/08/%ce%99%ce%b4%ce%b9%ce%bf%ce%b3%cf%81%ce%ac%cf%86%cf%89%cf%82...</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://bp1.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/SCLIYOI5EUI/AAAAAAAAAqE/TD9OM3td4QU/s1600-h/IMGÏÏ.jpg"><img src="http://bp1.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/SCLIYOI5EUI/AAAAAAAAAqE/TD9OM3td4QU/s320/IMG%CF%87%CF%87.jpg" /></a><br />Αφιερωμένο στον <a href="http://afmarx.wordpress.com/2008/05/04/idiografw/">Αλουφάνη</a> που το σκέφτηκε, το <a href="http://natassaki.wordpress.com/2008/05/04/idiografws/">Νατασσάκι</a> που το προωθεί και στους <a href="http://mpalos.blogspot.com/2008/05/blog-post.html">Μπάλλο,</a> <a href="http://utopia-wwwutopia.blogspot.com/2008/05/blog-post.html">Ουτοπία</a>, <a href="http://aspastosblogspotcom.blogspot.com/2008/05/afmarx.html">Γλαρένια</a>, <a href="http://5zoes.blogspot.com/2008/05/blog-post_07.html">Όναρ</a> και <a href="http://marianaonice.blogspot.com/2008/05/blog-post.html">Μαριάννα</a> που μου το πρότειναν<br /><br /><br /><br /><a href="http://stixoi.info/stixoi.php?info=Lyrics&amp;act=details&amp;song_id=7052">Στίχοι</a>: Μαριανίνα Κριεζή - Μουσική: Διονύσης Τσακνής<br />Τραγούδι: Διονύσης Τσακνής<br /><br /><br /><a href="http://www.snapdrive.net/?utm_source=playerlogo&amp;utm_medium=flashplayer_rev1"></a><br />Υ.Γ. Εξαιτίας σας έπιασα μολύβι μετά από πολλά πολλά χρόνια ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Πρώτη Μαΐου</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/05/01/%ce%a0%cf%81%cf%8e%cf%84%ce%b7_%ce%9c%ce%b1%ce%90%ce%bf%cf%85</link>
		<pubDate>Thu, 01 May 2008 10:00:00 -0400</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/05/01/%ce%a0%cf%81%cf%8e%cf%84%ce%b7_%ce%9c%ce%b1%ce%90%ce%bf%cf%85</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://bp3.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/SBiP7jjH0yI/AAAAAAAAApg/hp1M8G7DVdY/s1600-h/zabast23av3.jpg"><img src="http://bp3.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/SBiP7jjH0yI/AAAAAAAAApg/hp1M8G7DVdY/s320/zabast23av3.jpg" /></a> Εδώ και πολλά χρόνια είναι παραπάνω από σίγουρο. Ο Νίκος κάθε Πρωτομαγιά δεν θα είναι στα βουνά και τα λαγκάδια για να μαζεύει λουλούδια. Θα είναι στην εργατική συγκέντρωση. Κάτι σαν τάμα. Όπως η μάνα του κάθε Μεγάλη Πέμπτη που ανάβει στην εκκλησιά μια λαμπάδα ίσαμε το μπόι της. Η συγκέντρωση της Πρωτομαγιάς ήταν το τελευταίο κάστρο που είχε μείνει απόρθητο από την επέλαση του χρόνου και τη σκληρή διάψευση των προσδοκιών που κουβαλούσε.<br />Έκοψε το γαρύφαλλο που προκλητικά εξείχε από το φράχτη μιας αυλής και το έβαλε στη τσέπη του πουκάμισου. Η μέρα υπέροχη, από παντού φωνάζει εκδρομή, αλλά συνεχίζει αποφασιστικά το δρόμο του. Βλέπει στο βάθος λίγες κόκκινες σημαίες και αμέσως νοιώθει το γνώριμο σφίξιμο στη καρδιά. Η σκέψη ταξιδεύει πίσω, πολύ πίσω. Σαράντα χρόνια ακριβώς. Μια ολόκληρη ζωή. Πρωτοετής φοιτητής στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης. Όλα πρωτόγνωρα με μια άγρια ομορφιά. Πολλά δεν μπορούσε να τα καταλάβει, να τα εξηγήσει. Το ρόλο αυτό τον είχε αναλάβει η Μαρία. Η Ελληνίδα που λόγω της δουλειάς του πατέρα της ζούσε πάνω από δέκα χρόνια στο Παρίσι. Την είχε γνωρίσει σαν μαχητικό στέλεχος της UNEF (Εθνικής Φοιτητικής Ένωσης Γαλλίας). Τον είχαν συνεπάρει το πάθος της και οι γνώσεις της. Δεν ήθελε πολύ να την ερωτευτεί. Τη βλέπει στη συνέλευση να επιχειρηματολογεί ξαναμμένη υπέρ της κατάληψης. Στη πλατεία Καρτιέ Λατέν στη πρώτη γραμμή απέναντι στους μπάτσους. Τα πρώτα δακρυγόνα. Η επέλαση με τα γκλομπς. Η απάντηση με πέτρες και μολότωφ. Ένας απίστευτος χαμός. Την χάνει από τα μάτια του. Τη ψάχνει μέσα στους δρόμους μέσα στο πλήθος. Παντού φωτιές και καπνός. Οι φοιτητές για να αμυνθούν φτιάχνουν οδοφράγματα με οτιδήποτε διαθέσιμο. Έχει νυχτώσει και γεμάτος αγωνία αναρωτιέται: «που είναι το κορίτσι που αγαπώ;» Βρίσκονται την άλλη μέρα. Είναι αγριεμένη. «Ακούς εκεί η Ουμανιτέ να μας αποκαλέσει γκρουπούσκουλα!» Τα μάτια της πετάνε φωτιές. «Όποιοι νομίζουν ότι θα ξεμπερδέψουν έτσι εύκολα μαζί μας είναι γελασμένοι. Τώρα αρχίζει το πανηγύρι».<br />Και πράγματι άρχισε και συνεχίστηκε. Και μπήκαν έστω και καθυστερημένα όλοι στο χορό. Τελικά δεν τα κατάφεραν. Όμως άλλαξαν για πάντα τη ζωή τους.<br />Πρώτη Μαΐου, όπως και τώρα πλησιάζει στη πλατεία και αναρωτιέται αν άξιζε το κόπο. Τα περισσότερα από όσα πίστεψε και αγωνίστηκε έγιναν φύλλο και φτερό. Σχήματα κατέρρευσαν, ιδέες ξεθώριασαν. Μάχες που δόθηκαν και χάθηκαν και άλλες που δεν τις τόλμησαν καν. Θυμάται το βασικό σύνθημα του 68: «Να είστε ρεαλιστές… ζητήστε το αδύνατο» Χαμογελάει. Πιάνει το γαρύφαλλο και το μυρίζει. «Ε, δεν θα απολογηθώ γιατί ήθελα ένα καλύτερο κόσμο!»<br /><a href="http://stixoi.info/stixoi.php?info=Lyrics&amp;act=details&amp;song_id=867"><br />Στίχοι</a> -Μουσική: Μάνος Λοΐζος<br />Ταγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου<br /><br /><br /><br />Υ.Γ. Είναι η ανταπόκρισή μου στο παιχνίδι που με κάλεσαν να συμμετάσχω η <a href="http://roadartist.blogspot.com/2008/04/music-story.html">Καλλιτέχνιδα</a> και η <a href="http://parafyada.blogspot.com/2008/04/lyrics-story.html">Βάσσια</a> και τις ευχαριστώ για αυτό. ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Εκδοχές</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/04/26/%ce%95%ce%ba%ce%b4%ce%bf%cf%87%ce%ad%cf%82</link>
		<pubDate>Sat, 26 Apr 2008 20:00:00 -0400</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/04/26/%ce%95%ce%ba%ce%b4%ce%bf%cf%87%ce%ad%cf%82</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	Εκδοχή πρώτη:<a href="http://bp1.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/SBISbjjH0wI/AAAAAAAAApA/xCs69Wis88U/s1600-h/CandlesHudilaran12Nov05.jpg"><img src="http://bp1.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/SBISbjjH0wI/AAAAAAAAApA/xCs69Wis88U/s320/CandlesHudilaran12Nov05.jpg" /></a>Κεριά<br />Του μέλλοντος οι μέρες στέκοντ' εμπροστά μαςσα μιά σειρά κεράκια αναμένα -χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.<br /><br />Οι περασμένες μέρες πίσω μένουν,μια θλιβερή γραμμή κεριών σβησμένων·τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη,κρύα κεριά, λιωμένα, και κυρτά.<br /><br />Δεν θέλω να τα βλέπω· με λυπεί η μορφή των,και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμούμαι.Εμπρός κυττάζω τ' αναμένα μου κεριά.<br /><br />Δεν θέλω να γυρίσω να μη διω και φρίξωτι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,τι γρήγορα που τα σβυστά κεριά πληθαίνουν.Κωνσταντίνος Π. Καβάφης <br /><br />Εκδοχή δεύτερη:<a href="http://bp2.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/SBISFzjH0vI/AAAAAAAAAo4/LT3LIRFuMHo/s1600-h/white-trash-birthday.jpg"><img src="http://bp2.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/SBISFzjH0vI/AAAAAAAAAo4/LT3LIRFuMHo/s320/white-trash-birthday.jpg" /> <p></a><a href="http://stixoi.info/stixoi.php?info=Lyrics&amp;act=details&amp;song_id=4317">Στίχοι</a>: Στέλιος Μπικάκης - Μουσική: Στέλιος Μπικάκης</p><p>Τραγούδι: Νότης Σφακιανάκης<br /></p><br /><a href="http://www.snapdrive.net/%3Futm_source%3Dplayerlogo%26utm_medium%3Dflashplayer_rev1"></a><p></p><p><br />Τρίτη και φαρμακερή:<br /><a href="http://stixoi.info/stixoi.php?info=Lyrics&amp;act=details&amp;song_id=6673"><img src="http://bp1.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/SBISAjjH0uI/AAAAAAAAAow/JEyue_M9FF4/s320/tp_ganges_candles.jpg" />Στίχοι</a>: Λάκης Παππάς - Μουσική: Γιάννης Αργύρης </p><p>Τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη<br /></p>Υ.Γ.1Κάποιος γιορτάζει που να ξέρωΠου να θυμάμαι τι να πωΚάποιος γιορτάζει κι ησυχάζει, δε με νοιάζειΚάποιος γιορτάζει μα το βρήκα είμαι εγώ...<br /><p><br />Υ.Γ.2<br />Καλή Ανάσταση!!!</p> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Παγίδα</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/04/20/%ce%a0%ce%b1%ce%b3%ce%af%ce%b4%ce%b1</link>
		<pubDate>Sun, 20 Apr 2008 12:59:00 -0400</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/04/20/%ce%a0%ce%b1%ce%b3%ce%af%ce%b4%ce%b1</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://bp3.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/SAsUO6xjqSI/AAAAAAAAAns/VlaoFgfy8u0/s1600-h/vaoni_stock.jpg"><img src="http://bp3.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/SAsUO6xjqSI/AAAAAAAAAns/VlaoFgfy8u0/s320/vaoni_stock.jpg" /></a>«Αξίζει άραγε το κόπο;» αναρωτήθηκε ο Δημήτρης την ώρα που η ένατη χάντρα από το μικρό κομπολόι κυλούσε αργά αλλά σταθερά να συναντήσει τις άλλες οχτώ. Ήταν αναπόφευκτο και το ήξερε. Το τέλος που φοβόταν, το τέλος που ξόρκιζε, είχε έρθει. Χωρίς τυμπανοκρουσίες, χωρίς να καμαρώνει, θαρρείς τσαλακωμένο και κείνο από το βάρος της απόφασης, ήταν μπροστά του. Τον κοίταξε επίμονα και αυτός έκλεισε τα μάτια.<br />Δεν ήταν ακριβώς αναπόληση. Ούτε παρέλαση αναμνήσεων. Τρισδιάστατες εικόνες όλες με αρώματα του Μάρτη, λουλούδια του Απρίλη και ποτήρια γεμάτα από το χρώμα του φεγγαριού. Μέσα σ΄αυτό το πλάνο, πανταχού παρούσα η μορφή της. Προσπάθησε να βρει ένα ψεγάδι, από κάπου να πιαστεί, να μαλακώσει τον πόνο. Άδικος κόπος. Το γέλιο της καλύπτει τα πάντα. Ένα γέλιο αβίαστο, κελαριστό, χωρίς να προσποιείται, χωρίς να υπολογίζει. Μα και η ανησυχία της, το παράπονό της, το κλάμα της, στολίδια είναι.<br />Επιχειρεί να το εξηγήσει με τη λογική, να το αναλύσει. Τα βάζει με τον εαυτό του. «Εσύ δεν έλεγες ότι το πάθος είναι το ζητούμενο; Ότι το πάθος θα σου φέρει συμφορές; Εσύ δεν ήσουν που συμβούλευες τους άλλους να παρακαλάν να το ζήσουν; Και τώρα αναρωτιέσαι αν άξιζε το κόπο; Ωραίος είσαι!» Τα παρατάει. Δεν βγαίνει άκρη με τη λογική. «Ο έρωτας ορμάει σαν ταύρος, ακάλεστος και ανατρέπει τα πάντα». Κάνει μια παρένθεση: (θηλυκός έπρεπε να είναι ο ταύρος, ταυρίνα). Συνεχίζει. «Και το ερώτημα είναι να αντισταθείς σε αυτή την επέλαση, να κρατήσεις το παλιό κόσμο σου, η να αφεθείς στη δίνη του; Είσαι μεγάλο παιδί πια και ξέρεις ότι δεν βρίσκεται στον έρωτα η λύση όλων των προβλημάτων σου. Και όσο πιο μεγάλο παιδί είσαι, τόσο πιο μεγάλο το ρίσκο να γκρεμίσεις όλα όσα έχτισες. Και μπορεί να μην έχτισες σπουδαία πράγματα, αλλά τα έκανες με κόπο, με αίμα. Τίποτα δεν σου χαρίστηκε. Από την άλλη τα χρόνια περνάνε, το άλλο τέλος, το οριστικό και αμετάκλητο, πλησιάζει και σου κουνάει μαντίλι. Και από τη ζωή σου το πάθος έχει εκλείψει, έχει θαφτεί βαθιά μέσα σου και το σκεπάζουν ανάγκες, πρέπει, σκοπιμότητες. Τελικά ποιο είναι το σωστό; Γάμα τα. Δεν ξέρω».<br />Αποφασίζει να πάει μια βόλτα στη θάλασσα. Η άνοιξη του κάνει πλάκα. Από παντού φωνάζει ζήσε. Κρυφά μέσα του ελπίζει στη θάλασσα. Για μια απάντηση. Έστω μια ένδειξη. Πιστεύει στη θάλασσα. Όχι σαν γυναίκα που γέννησε τη ζωή σ’ αυτή τη γη και σαν μητέρα φροντίζει για τα πάντα. Μα σαν φίλη μοναδική, που τον νοιώθει τον καταλαβαίνει. Πόσες φορές δεν του τραγούδησε, πόσες φορές με ένα χάδι της δεν του έδιωξε τη λύπη. Και πόσες φορές μέσα της δεν ξαναγεννήθηκε!<br />Γκλιννννννν!!!<br />Ό ήχος από το μέιλ τον επαναφέρει απότομα στη πραγματικότητα. Ανοίγει τα μάτια και κοιτάζει τον υπολογιστή. Το γράμμα είναι από ένα παλιό και καλό φίλο το Στάθη. Συμμαθητές ήταν αχώριστοι. Η ζωή τους χώρισε για χρόνια, αλλά να που ξαναβρέθηκαν, γιατί τα αληθινά πράγματα τελικά τα καταφέρνουν. Διαβάζει:<br /><br />«Σε γενικές γραμμές είμαι καλά, αν και η άνοιξη είναι μια εποχή που μου τσακίζει τα κόκαλα. Από τη μια η εαρινή ραστώνη κι από την άλλη οι τελευταίες (ας μην το παρακάνουμε – οι προτελευταίες, όχι – οι προ-προτελευταίες) εκκρίσεις ζωτικών χυμών μέσα μου, νιώθω σαν εκκρεμές που κινείται ανάμεσα στην έξαψη και την απραξία. Πού και πού συναντιέμαι με μια συμπαθητική ποιήτρια και αφήνουμε το χρόνο κατάπληκτο με τους παλιμπαιδισμούς μας. Δυστυχώς, αδυνατώ να σοβαρέψω και να ωριμάσω.<br />Τελικά, ακόμα δεν έχω καταλάβει τι πράγμα είναι η ζωή. Είναι λίγη; είναι αρκετή; έχει νόημα; πρέπει να της προσδώσουμε εμείς νόημα; τι θα πει νόημα; έχει μεταφυσική; μας έχει πετάξει στη θάλασσα του τυχαίου, χωρίς ούτε καν μια σανίδα να πιαστούμε; μας έχει χρίσει βασιλιάδες σ’ ένα (έστω πεπερασμένο) βασίλειο χρόνου; μας αγαπάει; της είμαστε αδιάφοροι;… Το μόνο που συνειδητοποιώ όλο και περισσότερο καθώς περνούν τα χρόνια είναι το απλούστατον ότι ‘‘η ζωή είναι ωραία’’. Ο κόσμος γύρω μας είναι πανέμορφος (ακόμα και στην όποια παρακμή του), ο έρωτας κρατάει πολύ γερά τα μπόσικα να μην μας πάρει ο διάολος και μας σηκώσει, κι αν πού και πού αισθανόμαστε εκείνη τη χαρακτηριστική φαγούρα στους ώμους (σημάδι ότι μόλις μας φύτρωσαν φτερά) και τολμάμε το ριψοκίνδυνο της πτήσης (τη δημιουργία εννοώ, την τέχνη, τη δίψα του κοινωνείν), τότε δεν έχουμε δικαίωμα να παραπονιόμαστε για τίποτα.<br />Εσύ τι κάνεις;»<br /><br />Αχ η θάλασσα! Αυτή η υπέροχη θάλασσα! Του έδωσε την απάντηση. Κόβει ανυπόμονα το κάτω μέρος του χαρτιού που περίσσευε από το μήνυμα, γράφει «σ΄αγαπώ μωρό μου», το βάζει στο μπουκάλι και το ξαναπετάει βαθειά μέσα της.<br /><a href="http://stixoi.info/stixoi.php?info=Lyrics&amp;act=details&amp;song_id=29457"><br />Στίχοι</a> Άλκης Αλκαίος - Μουσική: Πάνος ΚατσιμίχαςΤραγούδι: Χάρης &amp; Πάνος Κατσιμίχας<br /><br /><br /><a href="http://www.snapdrive.net/%3Futm_source%3Dplayerlogo%26utm_medium%3Dflashplayer_rev1"></a> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Χάρτινα φανάρια</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/04/11/%ce%a7%ce%ac%cf%81%cf%84%ce%b9%ce%bd%ce%b1_%cf%86%ce%b1%ce%bd%ce%ac%cf%81%ce%b9%ce%b1</link>
		<pubDate>Fri, 11 Apr 2008 20:38:00 -0400</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/04/11/%ce%a7%ce%ac%cf%81%cf%84%ce%b9%ce%bd%ce%b1_%cf%86%ce%b1%ce%bd%ce%ac%cf%81%ce%b9%ce%b1</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://bp2.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R_-l8bW4h6I/AAAAAAAAAm8/6sv64m_NaDI/s1600-h/%CE%95%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B11ax.jpg"><img src="http://bp2.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R_-l8bW4h6I/AAAAAAAAAm8/6sv64m_NaDI/s320/%CE%95%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B11ax.jpg" /></a> «Πόσο πιο ελεύθερος είμαι εγώ σε σχέση με τους άλλους;» αναρωτήθηκε ο Πλάτωνας την ώρα που κατέβαζε μια γερή δόση φραπέ.<br />Πέμπτη απόγευμα στη γνωστή καφετέρια που πάλι υπήρχε το αδιαχώρητο, μόνος σε ένα τραπέζι αυτός, ο καφές και οι σκέψεις του. Εδώ και κάμποσο καιρό ασχολείται πολύ σοβαρά με τον εσωτερισμό, βυθίζεται στο κόσμο των αιτιών και των αρχών της ζωής και της ύπαρξης, μέσα από ένα σκληρό δρόμο αναζήτησης της αλήθειας που κρύβεται πίσω από τα φαινόμενα. Σε μια συνεχή πάλη αντιμετώπισης του όποιου προβλήματος στην ίδια του τη πηγή, σε μια μόνιμη πορεία αυτοπραγμάτωσης.<br />«Σιγά μη με καταλάβουν οι άλλοι και κυρίως οι γυναίκες» διαπίστωσε στη δεύτερη τζούρα του φραπέ. «Όταν είσαι στο μέσον της μέσης ηλικίας, προβληματισμένος και φευγάτος άρα προβληματικός, δεν έχεις αυταπάτες για το αν έχεις πέραση» συνέχισε τη σκέψη του. «Αλλά δεν με νοιάζει» είπε μέσα του με κατανόηση για όσους δεν το κατέχουν, όταν η άγνωστη κοπέλα του ζήτησε να καθίσει στο τραπέζι του. «Συγνώμη, αλλά τα πάντα είναι πιασμένα, ένα καφέ θα πιω και δεν σας ενοχλήσω καθόλου. Μπορώ;» Έγνεψε καταφατικά, σχεδόν ενοχλημένος που η άγνωστη αυτή παρουσία χαλούσε τον ειρμό του. Μόλις είχε αγοράζει ‘’Το κάλεσμα’’ το πρώτο βιβλίο από τη σειρά ‘’Φύλλα από το κήπο του Μόρυα’’ και ετοιμαζόταν για τη πρώτη επαφή γεμάτος προσμονή. Την πρόσεξε με την άκρη του ματιού του. Ήταν μελαχρινή, με μακριά ίσια μαλλιά, μικρή μύτη, τυπικό στόμα. Μικροκαμωμένη, την υπολόγισε γύρω στα τριανταπέντε. Το ντύσιμό της συνηθισμένο και καθόλου εξεζητημένο. Άβαφτη και χωρίς χρυσαφικά στο λαιμό και τα χέρια, του θύμισε γυναίκες περασμένων χρόνων. Παρατήρησε ότι κι αυτή του έριχνε κρυφές ματιές. Δεν ήθελε να παραδεχτεί ότι του άρεσε. Επιστράτευσε το σύστημα ‘’Κάρμα Γιόγκα’’ που είναι η επιστήμη της δράσης, σε μια προσπάθεια να συσσωρεύσει την ισχύ που υπήρχε διάχυτη στην ατμόσφαιρα για να την επικεντρώσει στο νου του και να αντιμετωπίσει την κατάσταση.<br />Τον είδε που ζοριζόταν και ανέλαβε πρωτοβουλία. «Με λένε Μάγδα και μένω προσωρινά σε ένα σπίτι λίγο πιο μέσα από την αγορά. Είμαι δασκάλα και έχω μόλις τρεις βδομάδες στη πόλη». Την κοίταξε αμήχανος και άπλωσε το χέρι του. Η Μάγδα άρχισε να μιλάει ασταμάτητα και για τα πάντα. Η φωνή της είχε τον ενθουσιασμό έφηβης στο πρώτο της ραντεβού. Όλες οι σκέψεις, οι προβληματισμοί, οι αναζητήσεις αποδράσαν από το μυαλό του Πλάτωνα. Έγειρε προς τα πίσω το σώμα του και αφέθηκε να την ακούει. Την κατάσταση του την παρομοίωσε με τη ‘’σιγή της σιωπής’’, σε μια προσπάθεια να υποστηρίξει τις πρόσφατες ενασχολήσεις του.<br />Η Μάγδα συνέχισε να τον βομβαρδίζει με πληροφορίες και απόψεις, με μια δόση κυνισμού για τα τεκταινόμενα στη πολιτική και πολιτιστική ζωή της χώρας. Άρχισε να του αναπτύσσει την θέση της για τον μεταμοντερνισμό, τη κουλτούρα των γιάπηδων όπως απαξιωτικά τον χαρακτήρισε. Η φωνή της έγινε πιο έντονη και απέκτησε ένα μικρό τρέμουλο θυμού, όταν αναφέρθηκε στην απουσία αντίστασης αλλά και σοβαρής θεωρητικής αντιμετώπισης του φαινομένου από την αριστερά. «Μια αριστερά αμήχανη, που αρνείται να ασχοληθεί, άλλοτε κρύβοντας το κεφάλι στην άμμο και άλλοτε αναπτύσσοντας θέσεις πιο συντηρητικές και από τη κυρίαρχη ιδεολογία» είπε με ένταση.<br />Την παρατηρούσε σχεδόν σαν υπνωτισμένος και σκέφτηκε για μια στιγμή να αντιπαραθέσει σε όλο αυτό το χείμαρρο το βασικό καταστάλαγμα των δικών του αναζητήσεων. Δεν μπόρεσε να συνεχίσει αυτή τη σκέψη γιατί τα μάτια του παρατήρησαν για πρώτη φορά το καλοσχηματισμένο στήθος της και έμειναν καρφωμένα εκεί. Έκανε μια τελευταία απεγνωσμένη προσπάθεια να επαναφέρει το μυαλό του στη πηγή της γνώσης, αλλά η φύση αποδείχτηκε πολύ πιο ισχυρή από όλες τις ανατολικές και δυτικές φιλοσοφίες μαζί. Πρέπει να φωτίστηκε το πρόσωπό του, να φώναζε η ματιά του, γιατί η Μάγδα που στο μεταξύ ανέλυε τη στενή σχέση μεταξύ υλικής οικονομίας και οικονομίας πολιτισμού, έπιασε τον πόθο του στον αέρα και ένοιωσε πολύ ερεθισμένη. Πάντα της άρεσε να είναι το αντικείμενο του πόθου ενός άντρα. Είχε βραδιάσει και η συνηθισμένη ψυχρή αύρα του Απρίλη ήταν η δικαιολογία της για την ανατριχίλα που τη διαπέρασε.<br />«Θες να περπατήσουμε λίγο;» της πρότεινε ενώ σκεφτόταν πυρετωδώς την επόμενη κίνησή του. Του χαμογέλασε και σηκώθηκε από τη καρέκλα την ώρα που έσβηνε το τελευταίο τσιγάρο στο τασάκι. Έτσι όπως την είδε μισοσκυμένη με προτεταμένα τα οπίσθια που το στενό τζιν τα τόνιζε ακόμα πιο πολύ, του κόπηκε η ανάσα. Ήπιε μονορούφι ένα μισογεμάτο ποτήρι νερό και σηκώθηκε επιτέλους από τη θέση του. Στη βόλτα η κουβέντα ήταν πολύ πιο χαλαρή, κυρίως για θέματα κοινωνικά. Η ένταση είχε φύγει εντελώς. Συζητούσαν σαν δυο παλιοί γνωστοί, σαν να το έκαναν χρόνια. Σε μια στροφή του δρόμου η Μάγδα κοντοστάθηκε. «Εδώ μένω» είπε και του έδειξε ένα μικρό μπαλκόνι στο πρώτο όροφο ενός ετοιμόρροπου κτιρίου. Σιωπή. Και αμέσως μετά αμηχανία. Αποφασίζει να πάρει τη τύχη στα χέρια του. «Πάμε πάνω» της λέει επιτακτικά, σχεδόν σα να τη διατάζει. Η Μάγδα σαν υπνωτισμένη από τη προσταγή αρχίζει να ανεβαίνει τα σκαλιά. Όλες οι αισθήσεις της φώναζαν πρόσεξε, αλλά αυτή του χαμογέλασε. Η πόρτα δεν πρόλαβε να κλείσει και το αγκάλιασμα ήταν τόσο σφιχτό που έφερε ζάλη. Το φιλί βιαστικό και ανυπόμονο. Ακούμπησαν με δύναμη στη βιβλιοθήκη, ένας χοντρός μαύρος τόμος έπεσε με θόρυβο στο πάτωμα, την ώρα που της έβγαζε τη μπλούζα με το ένα χέρι και με το άλλο προσπαθούσε να ξεφορτωθεί το σακάκι του. Την ίδια στιγμή η Μάγδα είχε προλάβει να του ξεκουμπώσει το πουκάμισο και να χώσει τα χέρια της στη ζεστή σάρκα. Οι αγχωμένες κινήσεις, τους γέμισαν ιδρώτα και η μυρωδιά των ξαναμμένων σωμάτων μεγάλωσε τη δίψα τους. Έρωτας βουβός. Χωρίς γλυκόλογα, χάδια και άλλα μπιχλιμπίδια. Σκληρός και βίαιος. Με σιωπές που τις έσπαγαν υπόκωφα βογγητά. Πόνος και ηδονή. Το τελείωμα τους βρήκε εξουθενωμένους και χωρίς κανένα κουράγιο για κουβέντα. Τσιγάρο σιωπηλό, ποτό αμίλητο. Ο Πλάτωνας μάζεψε όλα τα κουράγια του και έφυγε χαιρετώντας τυπικά. Είχε πάρει φωτιά και το ρολόι του χρόνου δεν μπορούσε να τη σβήσει. Ήξερε όμως ότι η πραγματικότητα δεν θα του επέτρεπε να το ξαναζήσει. «Κρατάω τη στιγμή για πάντα» σκέφτηκε και προσπάθησε να το εξηγήσει φιλοσοφικά. Χαμογέλασε πικρά, πέταξε το βιβλίο σε ένα κάδο και αγόρασε ένα πακέτο τσιγάρα μετά από τρία χρόνια. <br /><a href="http://stixoi.info/stixoi.php?info=Lyrics&amp;act=details&amp;song_id=3056">Στίχοι</a>: Λευτέρης &amp; Φίλιππος ΠλιάτσικαςΜουσική: Λευτέρης Πλιάτσικας Τραγούδι: Φίλιππος Πλιάτσικας<br /><br /><a href="http://www.snapdrive.net/%3Futm_source%3Dplayerlogo%26utm_medium%3Dflashplayer_rev1"></a> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Χαμένοι δρόμοι</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/04/04/%ce%a7%ce%b1%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%bf%ce%b9_%ce%b4%cf%81%cf%8c%ce%bc%ce%bf%ce%b9</link>
		<pubDate>Fri, 04 Apr 2008 19:40:00 -0400</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/04/04/%ce%a7%ce%b1%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%bf%ce%b9_%ce%b4%cf%81%cf%8c%ce%bc%ce%bf%ce%b9</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://bp2.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R_ZdNzMrs0I/AAAAAAAAAmE/NdlYUpJkVuo/s1600-h/dromos%2B025.jpg"><img src="http://bp2.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R_ZdNzMrs0I/AAAAAAAAAmE/NdlYUpJkVuo/s320/dromos%2B025.jpg" /></a><br />«Το αεροσκάφος είναι έτοιμο να προσγειωθεί».<br />Η τελευταία φράση της αεροσυνοδού επανέφερε το Λευτέρη απότομα στη πραγματικότητα. Ήταν χαμένος στις σκέψεις του. Το έκανε συχνά, ένας λόγος παραπάνω μέσα στο αεροπλάνο. «Γιατί λοιπόν όλη η φασαρία;» αναρωτήθηκε πάλι. Εντάξει, υπήρχε η αφορμή. Κάποια θεία μακρινή, που όσο και να πάσχιζε δεν μπορούσε να φέρει τη μορφή της στη μνήμη του, πέθανε και του άφησε κληρονομιά ένα χαμόσπιτο. Έπρεπε λοιπόν κάποια στιγμή να πεταχτεί στο νησί και να κάνει αποδοχή κληρονομιάς.<br />Εκείνο που δεν μπορούσε να εξηγήσει στον εαυτό του, ήταν όλη αυτή η βιασύνη να το κάνει τώρα. Ποιος ήταν ο λόγος που σχεδόν τον έσπρωξε σε τούτο το ταξίδι; Ήταν φανερό ότι ήθελε να αποδράσει. Αλλά από πού; Προσπάθησε να τα βάλει σε μια σειρά. Το τράνταγμα από τη προσγείωση δεν του επέτρεψε άλλες σκέψεις. Μάζεψε βιαστικά μια μικρή δερμάτινη τσάντα και προχώρησε προς την έξοδο. Ήξερε ότι κανείς δεν θα τον περιμένει. Νοίκιασε ένα αμάξι και ξεκίνησε για το χωριό. Θέλει να αποφύγει ένα νέο γύρο με όλα όσα τον βασανίζουν και του ξοδεύουν το μυαλό.<br />Ανοίγει το ραδιόφωνο. Ο κρατικός σταθμός πανηγυρίζει. «Μεγάλη νίκη της Ελλάδος. Το ΝΑΤΟ δεν κάλεσε τα Σκόπια. Οι Έλληνες εθνικά υπερήφανοι». Κουνάει το κεφάλι του με κατανόηση . «Επιτέλους μια νίκη σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά το Ευρωπαϊκό, καλός οιωνός για το νέο, πάμε γερά» σκέφτηκε και ένα πικρό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του. Ο Σπύρος νοιώθει δικαιωμένος που οι άλλοι ακολούθησαν τις θέσεις τους. Ο Λευτέρης πάλι όχι. Ανοίγει το παράθυρο. Όμορφα μυρίζει η γη την άνοιξη. Κάνει στην άκρη το αμάξι και σταματάει. Ανεβαίνει μια μικρή καταπράσινη πλαγιά. Ανάβει τσιγάρο και το μάτι του χάνεται στο ξαναγεννημένο τοπίο.<br />Το ξέρει αλλά δεν θέλει να το παραδεχτεί. Από τη ζωή του θέλει να αποδράσει. Να αφήσει πίσω του τα ερείπια που σκόρπισε η μάχη του ονείρου με τη πραγματικότητα. Άνιση μάχη. Του θύμιζε το πιτσιρικά που έβαζε ένα τριαντάφυλλο στο όπλο ενός στρατιώτη από μια αφίσα για την ανατροπή της χούντας στη Πορτογαλία. Μόνο που στη δική του περίπτωση ο στρατιώτης κάποτε πυροβόλησε. Και έγιναν όλα ρημαδιό.<br />Θέλει να επιστρέψει πίσω. Να περπατήσει ξανά τα στενά σοκάκια. Αχ! Πόσες αναμνήσεις όμορφες, πόσες υποσχέσεις, πόσες μυρωδιές. Και αυτά τα μάτια της Κατερίνας. Πόσο πολύ του έλειψαν αυτά τα μάτια. Επιστρέφει στο αμάξι και ξεκινάει με περισσότερη ανυπομονησία. Τώρα συνδύασε γιατί όλος αυτός ο ξεσηκωμός. Είχε διαβάσει σε μια συνέντευξη μια ρήση του Ρολάν Μπάρτ και το είχε δέσει κόμπο: “η μόνη μας πατρίδα είναι η παιδική ηλικία”.Επιτέλους έφτασε μόνο που δεν έχει που να παρκάρει, τα πάντα είναι κατειλημμένα. Μετά από αρκετή ώρα ψάξιμο τα καταφέρνει. Τα καλντερίμια στα σοκάκια έχουν ξηλωθεί και το τσιμέντο έχει σκεπάσει τα πάντα. Στα πρεβάζια δεν υπάρχουν πια γλάστρες και τα παράθυρα είναι από αλουμίνιο. Ρωτάει για τη Κατερίνα και την απάντηση σχεδόν τη περιμένει. Δεν μένει πια εδώ.<br />Αρχίζει να σιγοτραγουδάει:<br />"Μόνος, κι έτσι όπως φτάσαμε ως εδώ,<br />φοβάμαι αύριο τι θα δω, στου κόσμου την οθόνη"<br /><br /><a href="http://stixoi.info/stixoi.php?info=Lyrics&amp;act=details&amp;song_id=14972">Στίχοι</a>: Λίνα Τουρκογιώργη - Μουσική: Αντώνης Τουρκογιώργης<br />Τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου<br /><br /><a href="http://www.snapdrive.net/%3Futm_source%3Dplayerlogo%26utm_medium%3Dflashplayer_rev1"></a> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Αδιέξοδο</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/03/27/%ce%91%ce%b4%ce%b9%ce%ad%ce%be%ce%bf%ce%b4%ce%bf</link>
		<pubDate>Thu, 27 Mar 2008 19:20:00 -0400</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/03/27/%ce%91%ce%b4%ce%b9%ce%ad%ce%be%ce%bf%ce%b4%ce%bf</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://bp3.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R-vK2zMrsxI/AAAAAAAAAlc/VOt3pmSMZts/s1600-h/NGM1998_01p12-4.jpg"><img src="http://bp3.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R-vK2zMrsxI/AAAAAAAAAlc/VOt3pmSMZts/s320/NGM1998_01p12-4.jpg" /></a><br /><a href="http://bp0.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R-vKaDMrswI/AAAAAAAAAlU/3eRG1S0BT6I/s1600-h/%CE%95%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B1f.jpg"></a>«Πάλι μέσα στο πηγάδι είσαι;»<br />Η ερώτηση, περισσότερο διαπίστωση, της Άννας του θύμισε βαθιά κρυμμένες ανασφάλειες. Αναδιπλώθηκε στη πολυθρόνα του γραφείου και το βλέμμα του περιπλανήθηκε στο κενό, αφήνοντας για πρώτη φορά από το πρωί την οθόνη του υπολογιστή. Η ασφαλής, όσο και επικερδής, μεταφορά του εμπορεύματος, που τόσο πολύ είχε αφοσιωθεί, μπορούσε να περιμένει. Η φωνή στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής, απόμακρη και με μια υφέρπουσα ηδύτητα που της προσέδιδε η μικρή βραχνάδα, δεν του άφηνε πολλά περιθώρια αντίστασης. Αφέθηκε στις σκέψεις του με μια χαλαρότητα που τον έκανε να ανατριχιάζει ευχάριστα, όπως παλιά στο τζάκι το χειμώνα, όταν μισοκοιμισμένος και χωρίς να νοιάζεται για τις φλόγες που σχεδόν τον ακουμπούσαν, άκουγε ιστορίες για κόσμους μακρινούς και ονειρεμένους.<br />Χαμογέλασε πικρά. Οι ιστορίες στο τζάκι πάντα είχαν καλό τέλος. Οι ιστορίες της ζωής του, από την εποχή που άφησε το τζάκι, σχεδόν ποτέ. Και τι να της πει τώρα; Από πού να αρχίσει και που να τελειώσει; Το σχολείο, ο στρατός, η δουλειά που δεν του άρεσε. Τα πρέπει που εκτόπισαν τα θέλω; Με πόσα όνειρα ξεκινούσε τη ζωή του, πόσα αποθέματα δύναμης και κουράγιου έκαναν το δρόμο από μονοπάτι να φαίνεται λεωφόρος! Και πόσα στραπάτσα, πόσοι συμβιβασμοί στη πορεία, τον έκαναν να αναθεωρήσει, να κοντύνει, να κλειστεί στο καβούκι του. Πάντα πίστευε ότι ο έρωτας θα ξεπερνούσε τα εμπόδια, θα απογείωνε. Δεν είχε υπολογίσει καλά τις προσγειώσεις.<br />«Άστο βρε Αννούλα μη το ψάχνεις. Κουράστηκα να εξηγώ, να προσπαθώ να μάθω. Δεν έχω να σου πω τίποτα. Ίσως και να μου αρέσει μέσα στο πηγάδι».<br />«Μα τι είναι αυτά που λες! Γιατί πρέπει όλα να τα εξηγείς; Σταμάτα να τα σκαλίζεις, να τα σκέφτεσαι. Βγες έξω και ανάπνευσε. Μίλα, άνοιξε τη καρδιά σου. Γράψε στην ανάγκη. Ξέρεις πόσος κόσμος με τα ίδια προβλήματα, παλεύει, αγωνίζεται, δεν καταθέτει τα όπλα; Η ζωή είναι πολύ μικρή για να της κλείνεις τη πόρτα»<br />Δεν είχε κουράγιο ούτε για αντιδικία.<br />«Μπορεί και να έχεις δίκιο. Να βγούμε για κανένα κρασάκι να τα πούμε από κοντά» της απάντησε και έκλεισε το τηλέφωνο χαιρετώντας την. Κούνησε το κεφάλι του συγκαταβατικά την ώρα που σκεφτόταν. «Να ήξερες μόνο σε πόσους τα έχω πει αυτά. Τα ίδια και ακόμα παραπάνω. Είναι καλές οι συμβουλές άμα είναι για τους άλλους. Και τώρα τι γράφουν;!»<br /><a href="http://stixoi.info/stixoi.php?info=Lyrics&amp;act=details&amp;song_id=750"><br />Στίχοι</a> - Μουσική: Αλκίνοος ΙωαννίδηςΤραγούδι: Α. Ιωαννίδης - Δ. Σαββόπουλος - Ε. Αρβανιτάκη<br /><br /><a href="http://www.snapdrive.net/%3Futm_source%3Dplayerlogo%26utm_medium%3Dflashplayer_rev1"></a> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Για μένα</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/03/20/%ce%93%ce%b9%ce%b1_%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%b1</link>
		<pubDate>Thu, 20 Mar 2008 22:01:00 -0400</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/03/20/%ce%93%ce%b9%ce%b1_%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%b1</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://bp3.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R_3WuLW4h2I/AAAAAAAAAmc/Kuxn10eS7zA/s1600-h/B11.jpg"><img src="http://bp3.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R_3WuLW4h2I/AAAAAAAAAmc/Kuxn10eS7zA/s320/B11.jpg" /></a><br /><a href="http://bp0.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R-K0iTMrsmI/AAAAAAAAAkE/TVX1da4IwYo/s1600-h/%CE%95%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B11.jpg"></a>Πέρασαν κιόλας τέσσερις χειμώνες. Καλά υπερβάλλω. Έξι μήνες πέρασαν από τότε που ξεκίνησα να γράφω σε αυτό το μπλογκάκι. Δεν θα κάνω απολογισμούς. Ούτε θα επαναπροσδιορίσω στόχους που ποτέ δεν έθεσα. Αισθάνομαι όμως την ανάγκη να το κουβεντιάσω λίγο μαζί σου.<br />Ξεκίνησα να γράφω περισσότερο σαν μια προσπάθεια να ξεφύγω από τη ρουτίνα της δουλειάς. Έτσι έλεγα στον εαυτό μου. Δεν ήθελα να παραδεχτώ ότι το έκανα για να ξεφύγω από τα αδιέξοδά μου, πολιτικά και προσωπικά. Πολύ επιφυλακτικά στην αρχή, σχεδόν αμήχανα. Ταυτόχρονα άρχισα και να σε διαβάζω, να σε παρακολουθώ. Ξεσήκωσα πολλά από τα μαραφέτια που έχεις και κάνεις το δικό σου μπλογκ πιο ευχάριστο. Τις περισσότερες φορές χωρίς να σε ρωτήσω. Ανακάλυψα και μερικά μόνος μου.<br />Και ενώ ήθελα να σου μεταφέρω σκέψεις, προβληματισμούς, ιδέες μου, χάθηκα μέσα σ΄αυτό το παράξενο τοπίο. Μου έγινες καθημερινή ανάγκη. Η οργή σου, η καταγγελία σου, το ποιητικό σου ταξίδι, οι αναμνήσεις σου, η καθημερινότητά σου, τα δικά σου αδιέξοδα μου κρατάνε εδώ και καιρό μοναδική παρέα.<br />Έγινε κάτι σαν αντιστροφή των πόλων. Το περισσότερο χρόνο ασχολούμαι μαζί σου. Σε πολλά μπορεί να διαφωνώ αλλά πάντα σε ακούω με προσοχή και σεβασμό στην άποψή σου. Παλιά μπορεί να ήθελα να σου επιβάλλω την θέση μου γιατί πίστευα ότι κατέχω την απόλυτη αλήθεια, αλλά έμαθα να σε ακούω, έμαθα να μαθαίνω από σένα, θέλω να μαθαίνω από σένα.<br />Όλη αυτή η επαφή, η ανταλλαγή απόψεων, οδήγησαν και αυτό το μπλογκάκι στη μορφή που έχει. Έτσι, χωρίς πυξίδα και χωρίς μπούσουλα ταξιδεύω και εγώ μαζί σας. Και να΄μαι τώρα εδώ, χωρίς να το καταλάβω, να σκαρώνω ιστορίες για τον άνθρωπο και τις αναζητήσεις του. Θα το κάνω για όσο καιρό θα έχω κάτι να σας πω.<br /><br /><p><br /><br /></p> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Συνέχισε να λάμπεις τρελό διαμάντι (1)</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/03/13/%ce%a3%cf%85%ce%bd%ce%ad%cf%87%ce%b9%cf%83%ce%b5_%ce%bd%ce%b1_%ce%bb%ce%ac%ce%bc%cf%80%ce%b5%ce%b9%cf%82_%cf%84%cf%81%ce%b5%ce%bb%cf%8c_%ce%b4%ce%b9%ce%b1%ce%bc%ce%ac%ce%bd%cf%84%ce%b9_(1)</link>
		<pubDate>Thu, 13 Mar 2008 12:02:00 -0400</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/03/13/%ce%a3%cf%85%ce%bd%ce%ad%cf%87%ce%b9%cf%83%ce%b5_%ce%bd%ce%b1_%ce%bb%ce%ac%ce%bc%cf%80%ce%b5%ce%b9%cf%82_%cf%84%cf%81%ce%b5%ce%bb%cf%8c_%ce%b4%ce%b9%ce%b1%ce%bc%ce%ac%ce%bd%cf%84%ce%b9_(1)</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://bp2.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R_H80DMrsyI/AAAAAAAAAl0/9YEmJmFToiM/s1600-h/deepblue.jpg"><img src="http://bp2.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R_H80DMrsyI/AAAAAAAAAl0/9YEmJmFToiM/s320/deepblue.jpg" /></a><br /><a href="http://bp0.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R9j5CHpCu-I/AAAAAAAAAiY/agLQoE8QpmQ/s1600-h/123.jpg"></a><br />«Κάνε μου νόημα λίγο πριν το βάλεις».<br />Ο Δημήτρης πλησίασε το Θανάση και του ψιθύρισε στο αυτί.<br />Δεν είχε στο μυαλό του τίποτα άλλο πέρα από το κορίτσι που έβλεπε για πρώτη φορά. Στα πάρτι της εποχής λίγο πολύ όλοι γνώριζαν ποιος θα έρθει. Η εμφάνιση της Αλεξίας αναστάτωσε όλη την αντροπαρέα και έκανε τα κορίτσια να της ρίχνουν ζηλόφθονες ματιές. Είχε μετακομίσει στη γειτονιά μόλις αυτή τη βδομάδα και την έφερε η ξαδέρφη της. Κάτι επάνω της άστραφτε. Μπορεί σε αυτή την εκτίμηση να είχε συμβάλει το βερμούτ, ένα φτηνό ποτό που μαζί με τους ξηρούς καρπούς και το κέφι, ήταν τα μόνα που χρειάζονταν για να στηθεί ένα χορευτικό πανηγύρι πέντε και βάλε ωρών. Και βέβαια το παιδί πού έβαζε τους δίσκους στο πικάπ. Ο Θανάσης. Φίλος του Δημήτρη, από τους καλούς, του έγνεφε κάθε που άλλαζε το ρυθμό του χορού από χτυπητό σε αγκαλιαστό, για να προλάβει τη ντάμα που γουστάριζε.<br />Έτσι και τώρα. Πριν ξεκινήσει το πάρτι του είχε πει. «Δικέ μου έχω φέρει ένα κομμάτι, θα πάθεις πλάκα. Μόλις κυκλοφόρησε, είναι απίθανο και μεγάλο. Χορεύεις και ξεχνάς να σταματήσεις». Ο Δημήτρης κούνησε το κεφάλι του βαριεστημένα. Το μόνο που δεν τον ένοιαζε τώρα ήταν ο χορός. Είχε έρθει για να πιει και να καπνίσει. Και αυτό έκανε μέχρι που την πρόσεξε. Ταρακουνήθηκε. Αμέσως σκέφτηκε τι πιθανότητες έχει να τη προσεγγίσει. Δύσκολα τα πράγματα. Από εμφάνιση δεν ήταν αυτό που θα λέγαμε γυναικοκατακτητής. Στα λόγια μέτριος, άσε που ήταν και ντροπαλός. «Κάτσε στ΄αυγά σου» σκέφτηκε ως συνήθως, αλλά μια άγνωστη δύναμη τον έσπρωξε μέχρι το Θανάση.<br />Στο σπίτι χαλούσε ο κόσμος από τη μουσική και το χορό. Καπνός στο νερό, πυρκαγιά στον ουρανό. Πρόσεξε το νεύμα του Θανάση. Όλες οι αισθήσεις σε συναγερμό. Η Αλεξία είχε καθίσει από το προηγούμενο χορό και έπαιρνε βαθιές ανάσες. Στον ελάχιστο χρόνο που χρειάζεται για την αλλαγή του δίσκου την είχε πλησιάσει και της πρότεινε να χορέψουνε. Το σκέφτηκε για λίγο. Μερικά ατελείωτα μαρτυρικά δευτερόλεπτα, και με<a href="http://bp1.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R9j4yXpCu9I/AAAAAAAAAiQ/HMQUaiOCZao/s1600-h/snap392a.jpg"><img src="http://bp1.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R9j4yXpCu9I/AAAAAAAAAiQ/HMQUaiOCZao/s320/snap392a.jpg" /></a>τά του χαμογέλασε. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά αλλά δεν ξεχώριζε αν ήταν από το φόβο της άρνησης ή ακριβώς γιατί δέχτηκε. Την έπιασε αδέξια, μπορεί και να τη πάτησε. Ήταν αξιοθρήνητος και κατακόκκινος αλλά δεν φάνηκε γιατί χαμήλωσαν τα φώτα.<br />Και τότε έγινε το θαύμα. Οι νότες ξεχύθηκαν αργά και απαλά από τα πλήκτρα του Ράιτ. Κάποια φωτοχημική ένωση πρέπει να έγινε στην ατμόσφαιρα και ρούφηξε μέχρι το μεδούλι την αμηχανία, το φόβο και το σφίξιμο. Έκλεισε τα μάτια και ακούμπησε πάνω της. Το δέρμα της χωρίς αρώματα, μόνο η απόμακρη μυρωδιά πράσινου σαπουνιού. Ταξίδευε. Κάθε σολάρισμα της κιθάρας του Γκίλμουρ και ένας σπασμός, μια ανατριχίλα, ένας λυγμός του σώματος και του νου. Το οργιώδες παίξιμο του Μέισον και το γέλιο του Γουότερς τον ερεθίζουν σαγηνευτικά. Η Αλεξία ανταποκρίνεται. Το ταξίδι είναι κοινό. Οι ανάσες βαραίνουν, τα χέρια ψαχουλεύουν, τα κορμιά ανάβουν. Το φιλί δεν σβήνει τη φωτιά, τη μεγαλώνει. Οι κόσμοι άγνωστοι αλλά καθόλου δεν φοβίζουν. Ο χρόνος σταματά και κλειδώνει εκεί. Πολύ αργότερα θα κατανοήσει αυτή τη φοβερή ανακάλυψη.<br />Δεν την ξανάδε από τότε. Και ποτέ δεν θα τη ξεχάσει. Για αυτό ακριβώς το λόγο το τραγούδι είναι στη κορυφή της λίστας. Έχει τη μορφή, τη μυρωδιά, τη γεύση και το χάϊδεμα της Αλεξίας.<br /><br /><br />Στίχοι - Μουσική: Pink Floyd<br /><br /><br /><br />ΥΓ1. Αφιερωμένο στις Αλεξίες που η ύπαρξη τους και μόνο αρκούσε για να ομορφύνει η ζωή μας.<br />ΥΓ2. Κάθε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις είναι απολύτως αληθινή.<br />ΥΓ3. Το τραγούδι το ακούς μόνος/η σε απόλυτο σκοτάδι, με απενεργοποιημένα τα κινητά και τα σταθερά και με την ένταση των ηχείων στο τέρμα.<br />ΥΓ4. ΤΕΛΟΣ ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Παιχνίδια...</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/03/07/%ce%a0%ce%b1%ce%b9%cf%87%ce%bd%ce%af%ce%b4%ce%b9%ce%b1...</link>
		<pubDate>Fri, 07 Mar 2008 14:32:00 -0500</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/03/07/%ce%a0%ce%b1%ce%b9%cf%87%ce%bd%ce%af%ce%b4%ce%b9%ce%b1...</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<p>Mετά από πρόσκληση που μου έκαναν τρεις εκλεκτές φίλες για συμμετοχή σε δυο μπλογκοπαιχνίδια, αν και καθυστερημένα, το κάνω με μεγάλη χαρά. Επειδή βέβαια είμαι ο τελευταίος, δεν τα μεταβιβάζω σε κανέναν άλλο. Απλά κλείνω τη πόρτα.<br />Η <a href="http://utopia-wwwutopia.blogspot.com/2008/02/blog-post_23.html">Ουτοπία</a> και η <a href="http://single-mamma.blogspot.com/2008/02/blog-post_20.html">Μάμμα</a> με κάλεσαν στο γνωστό παιχνίδι με το βιβλίο και την σελίδα 123.</p><p><a href="http://bp3.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R9E75npCu7I/AAAAAAAAAh0/h6EYZ_0WaZg/s1600-h/IMG.jpg"><img src="http://bp3.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R9E75npCu7I/AAAAAAAAAh0/h6EYZ_0WaZg/s320/IMG.jpg" /></a></p><p>Ακόμα και όταν δεν προσπαθούσε να αμυνθεί σε συγκεκριμένες επιθέσεις, ο Πικάσο ήταν συχνά δύσκολος στις συνεντεύξεις του. Οι απαντήσεις του ήταν ιδιαίτερα απογοητευτικές όταν εκείνος που του έπαιρνε τη συνέντευξη του ζητούσε να ορίσει τον κυβισμό ή τον ρωτούσε πως πάει η δουλειά του. Όταν ένα δημοσιογράφος τον ρώτησε για τον κυβισμό το 1911, για<br />παράδειγμα, ο Πικάσο απάντησε «δεν υπάρχει κυβισμός», και μετά έφυγε για να ταΐσει τον Ελ Μόνο, τη μαϊμού του. Στον Φλοράν Φελς , σε μια συνέντευξη για την αφρικανική τέχνη το 1920, είπε: «Νέγρικη τέχνη; Πρώτη φορά την ακούω». Η συγκεκριμένη ρεβιζιονιστική απάντηση απηχεί την αηδία με την οποία αντιμετώπιζε ο Πικάσο την εξωφρενική αύξηση στις τιμές της αφρικανικής τέχνης από τη στιγμή που διαδόθηκε ευρέως ότι τον είχε επηρρεάσει.<br />Σχετικά με την ερώτηση «Πως πάει η δουλειά σας», η Φερνάντ Ολιβιέ σχολίασε ότι ο Πικάσο έδινε τη μοναδική απάντηση που ταιριάζει σε κάθε δημιουργικό άνθρωπο: «Άθλια». Ούτε λέξη παραπάνω.<br /><br /></p><p><a href="http://bp0.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R9E6s3pCu5I/AAAAAAAAAhk/TeSweOiDa4g/s1600-h/64432_poster2000.jpg"><img src="http://bp0.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R9E6s3pCu5I/AAAAAAAAAhk/TeSweOiDa4g/s320/64432_poster2000.jpg" /></a></p><p>Η <a href="http://aspastosblogspotcom.blogspot.com/2008/02/blog-post_29.html">Γλαρένια</a> με κάλεσε να πώ το σ΄αγαπώ με ένα τραγούδι. Το κάνω με ένα τραγούδι του Χρήστου Θηβαίου. </p><p>Αγάπη<br /></p><p>Πόσο πολύ, πόσο πολύ,<br />πόσο πολύ σ' αγάπησα<br />πόσο πολύ σ' αγάπησα<br />ποτέ δε θα το μάθεις<br />Απ' τη ζωή, απ' τη ζωή,<br />απ' τη ζωή μου πέρασες<br />κι αλάργεψες κι εχάθης<br />καθώς τα διαβατάρικα<br />κι αγύριστα πουλιά<br /></p><p>Πόσο πολύ σ' αγάπησα,<br />ποτέ δε θα το μάθεις<br /></p><p>Κι αν δεν προσμένεις να με δεις<br />κι αν δεν προσμένεις να με δεις<br />Κι εγώ πως θα ξανάρθεις,<br />εσύ του πρώτου ονείρου μου<br />γλυκύτατη πνοή<br /></p><p>Αιώνια θα το τραγουδώ,<br />αιώνια θα το τραγουδώ<br />κι εσύ δε θα το μάθεις,<br />πως οι στιγμές που μου 'δωσες<br />αξίζουν μια ζωή<br /></p><p>Πόσο πολύ σ' αγάπησα,<br />ποτέ δε θα το μάθεις<br /><br /><br />Στίχοι: Κατίνα Παΐζη - Μουσική: Βασίλης Δημητρίου<br />Πρώτη εκτέλεση: Χρήστος Θηβαίος </p><p></p><br /><p>Ποτέ δεν θα το μάθεις...</p><p><a href="http://www.snapdrive.net/%3Futm_source%3Dplayerlogo%26utm_medium%3Dflashplayer_rev1"></a></p> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Ξενοδοχείο Καλιφόρνια (2)</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/03/01/%ce%9e%ce%b5%ce%bd%ce%bf%ce%b4%ce%bf%cf%87%ce%b5%ce%af%ce%bf_%ce%9a%ce%b1%ce%bb%ce%b9%cf%86%cf%8c%cf%81%ce%bd%ce%b9%ce%b1_(2)</link>
		<pubDate>Sat, 01 Mar 2008 10:57:00 -0500</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/03/01/%ce%9e%ce%b5%ce%bd%ce%bf%ce%b4%ce%bf%cf%87%ce%b5%ce%af%ce%bf_%ce%9a%ce%b1%ce%bb%ce%b9%cf%86%cf%8c%cf%81%ce%bd%ce%b9%ce%b1_(2)</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://bp0.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R8kdIpA7QEI/AAAAAAAAAhM/_sVb17a21hk/s1600-h/As_The_Crow_Flies.jpg"><img src="http://bp0.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R8kdIpA7QEI/AAAAAAAAAhM/_sVb17a21hk/s320/As_The_Crow_Flies.jpg" /></a><br /><a href="http://bp1.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R8ka85A7QDI/AAAAAAAAAhE/s8o9SidFV08/s1600-h/As_The_Crow_Flies.jpg"></a>Αυτός<br />Γύρισε το βλέμμα του βαριεστημένα προς την έξοδο του μαγαζιού. Στο μυαλό του είχε μόνο την απόδραση. Έπληττε αφόρητα και έψαχνε δικαιολογία για να την κάνει. Του την έσπαγε και όλος αυτός ο θόρυβος στο μπαράκι που ονόμαζαν μουσική.<br />«Τι ακούνε θεέ μου, πως το αντέχουν» αναρωτήθηκε και κοίταξε πάλι προς την έξοδο. Τότε την είδε. Ξεχώριζε από το σωρό. Αν και με παρέα, μόνη. Καθισμένη χωρίς να κουνιέται στο ρυθμό, αυτό το χαζό κούνημα του κεφαλιού με το χτύπημα του χεριού στο γόνατο και το ταυτόχρονο κούνημα της πατούσας, που σήμαινε πως όποιος τα κάνει αυτά είναι κουλ και διασκεδάζει. Αυστηρό ντύσιμο και με εμφάνιση που φώναζε διαφορά. Τον κοίταξε και αυτή επίμονα σε σημείο να χαμηλώσει τα μάτια του κατακόκκινος. Άρχισε να σκέφτεται βιαστικά. «Λες να της άρεσα; Μπα! Θα είδε που καρφώθηκα και κοίταξε υποτιμητικά. Αποκλείεται να ψάχνεται. Κι αν ψαχνόταν εμένα θα έβρισκε; Αλλά πάλι κάτι είχε το βλέμμα της. Άντε βρε άχρηστε κάνε κάτι, το πολύ πολύ να γελάσει και να κοιτάξει αλλού».<br />Μάζεψε όλα τα κουράγια του, χαιρέτησε βιαστικά τους δικούς του, και με τη καρδιά του να κοντεύει να σπάσει από την αγωνία, πέρασε από μπροστά της και της έκανε νόημα να έρθει έξω μαζί του. Τηνείδε με την άκρη του ματιού του να σηκώνεται και να χαιρετάει. Πανικός.<br />Πέρασε βιαστικά το χέρι πάνω από τα μαλλιά του και άναψε τσιγάρο αφού πρώτα έσπασε ένα και του έπεσαν άλλα δυο στο δρόμο. Την άκουσε να πλησιάζει. Το χαμόγελό της αφοπλιστικό έδιωξε αμέσως τον ηλεκτρισμό.<br />«Μη νομίζεις ότι για μένα είναι εύκολο. Πρώτη φορά το κάνω και ήδη έχω αρχίσει να απορώ με τον εαυτό μου. Βάλια» είπε και άπλωσε το χέρι της.<br />«Δημήτρης, χάρηκα» απάντησε δίνοντας και αυτός το δικό του. Ήθελε σαν τρελός να πει κάτι έξυπνο, να εντυπωσιάσει αλλά συγκρατήθηκε. Η χειραψία του έφερε ξανά ταραχή.<br /><br />Αυτή<br />Αφού τους το είχε εξηγήσει, δεν αντέχει τα μπαράκια. Να μπορούσε να φύγει, μόνο αυτό σκεφτόταν. Σκεφτόταν να πάει μέχρι την τουαλέτα να πάρει μια ανάσα. Πόση ώρα μπορεί κάποιος να κάτσει εκεί χωρίς να προκαλέσει; Δέκα λεπτά; Ένα τέταρτο; Τουλάχιστον να μη φαινόταν πόσο υποφέρει. Έχει κι αυτόν τον γελοίο να την κοιτάει. «Τι κοιτάς ρε λιγούρη;» σκέφτηκε και τον κοίταξε επίμονα. «Κατέβασε πρώτος το βλέμμα του με αμηχανία; Είναι δυνατόν να κοκκίνισε; Ε, όλα υπάρχουν σε αυτόν τον κόσμο τελικά». Κοίταξε το ρολόι της και τον ξέχασε αμέσως.<br />Άρχισε να μουρμουράει στον ξάδελφο της περί ημικρανίας. Πρόσθεσε και μερικές σχετικές δικαιολογίες προετοιμάζοντας το έδαφος για την αναχώρησή της. Κάποια κίνηση στα δεξιά της την έκανε να γυρίσει μηχανικά. Της έκανε νόημα; Ήταν ήδη έτοιμη να σηκωθεί όταν η πρόσκλησή του σκέπασε το θόρυβο. Έσκυψε πάλι στον ξάδελφο και του είπε. «Κυριάκο, θα φύγω τελικά. Όχι, δεν πονάει το κεφάλι μου, θα φύγω με τον άντρα που μόλις πέρασε, λέω να τσιμπήσω κάτι απόψε πριν κοιμηθώ» και γέλασε πονηρά κλείνοντας του το μάτι. Ο ξάδελφος που είχε πιάσει την πρόσκληση του άγνωστου χαμογέλασε ευχαριστημένος. Επιτέλους, κάποια ένδειξη ζωής. Της έδωσε τις ευχές του για καλή αρπαχτή, την φίλησε και την έβαλε να του υποσχεθεί πως θα τον πάρει τηλέφωνο όταν γυρίσει σπίτι. Η Βάλια σηκώθηκε, μάζεψε τα πράγματα της και προχώρησε. Πόσο δύσκολο είναι να είσαι τελειωμένος μέσα σου και να το κρύβεις, να πρέπει να κάνεις όλες αυτές τις μανούβρες, να λες όλα αυτά τα αισχρά μόνο και μόνο για να γλυτώσεις τα βλέμματα οίκτου;Μέχρι να τον πλησιάσει σκεφτόταν πως θα τον ξεφορτωθεί χωρίς περιττές κουβέντες αλλά και χωρίς να τον προσβάλει.<br />«Μα αυτός ο τύπος είναι περίπτωση, έχει τόσο άγχος που έχει γεμίσει τον κόσμο τσιγάρα», σκεφτόταν καθώς τον πλησίαζε. Άπλωσε το χέρι, είδε τα μάγουλά του φλογισμένα και είπε «Σ’ ευχαριστώ που με βοήθησες να ξεφύγω. Καλό βράδυ».<br />Όμως γιατί τα αυτιά της άκουσαν άλλα;<br /><br />Το πεπρωμένο<br />Το φιλί που ακολούθησε φώναζε απόγνωση. Δεν ήταν αυτό που λέμε καυτό. Ήταν απελπισμένο. Στην αρχή διακριτικό και διερευνητικό, στη συνέχεια ανυπόμονο, κατέληξε να είναι ταραγμένο με παύσεις που θύμιζαν λυγμό. Δεν κατάλαβαν πως βρέθηκαν στο ξενοδοχείο. Και νάτοι τώρα έτοιμοι να αποχαιρετισθούν. Δεν υπάρχουν λόγια, μόνο σκέψεις. Ήξεραν καλά και οι δυο ότι είχαν εγκλωβιστεί για πάντα σε εκείνο το δωμάτιο. Θα συνέχιζαν τις ζωές τους αλλά η ψυχή τους έμεινε εκεί. Ένοιωθαν την απόγνωση να τους πνίγει. Κάτι έπρεπε να πει σαν άντρας. Κοίταξε αμήχανα προς τα πίσω.<br />«Μα είναι όνομα ξενοδοχείου αυτό;»<br /><br />Στίχοι - Μουσική: Eagles<br /><br /><a href="http://www.snapdrive.net/%3Futm_source%3Dplayerlogo%26utm_medium%3Dflashplayer_rev1"></a> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Σκάλα για τον ουρανό (3)</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/02/23/%ce%a3%ce%ba%ce%ac%ce%bb%ce%b1_%ce%b3%ce%b9%ce%b1_%cf%84%ce%bf%ce%bd_%ce%bf%cf%85%cf%81%ce%b1%ce%bd%cf%8c_(3)</link>
		<pubDate>Sat, 23 Feb 2008 09:26:00 -0500</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/02/23/%ce%a3%ce%ba%ce%ac%ce%bb%ce%b1_%ce%b3%ce%b9%ce%b1_%cf%84%ce%bf%ce%bd_%ce%bf%cf%85%cf%81%ce%b1%ce%bd%cf%8c_(3)</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://bp1.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R7_K1kde-pI/AAAAAAAAAgs/ezI2gLYmUWU/s1600-h/324897NsUR_w10.jpg"><img src="http://bp1.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R7_K1kde-pI/AAAAAAAAAgs/ezI2gLYmUWU/s320/324897NsUR_w10.jpg" /></a><br />«Για πού το έβαλες;»<br />Ο Δημήτρης της φώναξε καθώς απομακρυνόταν μα απάντηση δεν πήρε. Αλλά ούτε και περίμενε να του απαντήσει.<br />«Τι γυναίκα!» μονολόγησε με μια δόση απορίας και μπόλικου θαυμασμού. Συνέχισε το δρόμο του. Ήταν πολύ κεφάτος. Όλα έδειχναν ότι η σημερινή θα είναι μια καλή μέρα. Το πρωί με το που άνοιξε τη πόρτα του σπιτιού του έμεινε για λίγο ακίνητος. Δεν πίστευε στα αφτιά του. Τα πουλιά χαλούσαν τον κόσμο με τις φωνές τους.<br />«Μα που ήταν κρυμμένα τόσο καιρό» αναρωτήθηκε και διέσχισε την αυλή. Πρόσεξε για πρώτη φορά φέτος τα λιγκούστρα. Κουρεμένα από το Νοέμβρη, ευθυγραμμισμένα και τετραγωνισμένα, χωρίς φύλλα, μόνο με τα λεπτά άψυχα κλαδιά τους. Παρατήρησε τους μικρούς πράσινους κόμπους που άρχισαν να σχηματίζονται.<br />Η άνοιξη ερχόταν με φούρια και η Ελένη ήταν φευγάτη. Προσπάθησε να την καταλάβει.<br />«Τι ξέρω γι αυτήν» αναρωτήθηκε.<br />«Είναι μια γυναίκα ξεχωριστή. Ξέρει τι θέλει και πώς να το αποκτήσει. Τα χρόνια της είχαν προσθέσει ομορφιά κατασταλαγμένη. Σωστή με την οικογένειά της, φρόντιζε με ξεχωριστή αγάπη τα δυο παιδιά της. Θησαυρός για τους φίλους της. Να ακούσει , να κατανοήσει, να συμβουλέψει. Η ψυχή της παρέας, πάντα με το χαμόγελο και με κέφι αμείωτο».<br />Όμως τώρα τελευταία δεν του φερόταν καλά. Συνήθως τον αγνοούσε, πολλές φορές του αντιμιλούσε, για μια δόση του έβαλε τις φωνές. Ήταν κακόκεφη και χαμένη στις σκέψεις της. Δεν έβγαζε άκρη. Έσπαγε το κεφάλι του να θυμηθεί αν της είχε πει κάτι που την ενόχλησε. Και ήταν σίγουρος ότι δεν είχε κάνει το παραμικρό που να δικαιολογεί μια τέτοια συμπεριφορά.<br />Έφερε ξανά στο μυαλό τις συζητήσεις τους. Θυελλώδεις και για ώρες αμέτρητες. Και επί παντός επιστητού. Στα πολιτικά σχεδόν συμφωνούσαν. Εκεί που έτρωγαν τις σάρκες τους ήταν για τις ανθρώπινες σχέσεις και κυρίως για τον έρωτα. Απόλυτη στις θέσεις της.<br />«Το πάθος είναι το ζητούμενο στον έρωτα. Και το πάθος θα σου φέρει συμφορές, θα σε εξαντλήσει, θα σε στύψει και στο τέλος θα σε πετάξει σαν ένα άδειο σακί. Πρέπει να είσαι πολύ δυνατός για να το ζήσεις. Δεν είναι ο έρωτας για τους αδύναμους. Να παρακαλάς να υποφέρεις πολύ γιατί αυτά τα πράματα δεν κρατάνε μια ζωή».<br />«Μα τι λες τώρα. Οι ερωτευμένοι είναι χαρούμενοι άνθρωποι» της αντέταξε.<br />« Λυπάμαι πραγματικά αυτούς που λένε ότι είναι ερωτευμένοι και είναι μέσα στη καλή χαρά. Και τους λυπάμαι γιατί ποτέ δεν θα γευθούν τη λάβα της ψυχής τους. Η πορεία προς τον έρωτα μόνο με το ανέβασμα στο Γολγοθά μπορεί να παρομοιαστεί».<br />Κάτι σαν αστραπή πέρασε μπροστά από τα μάτια του Δημήτρη.<br />Έπρεπε να το είχε καταλάβει. Η Ελένη μετά από πολύ καιρό ήταν ξανά ερωτευμένη.<br /><br />Στίχοι - Μουσική: Led Zeppelin<br /><a href="http://www.snapdrive.net/%3Futm_source%3Dplayerlogo%26utm_medium%3Dflashplayer_rev1"></a> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Μακάρι να ήσουν εδώ (4)</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/02/15/%ce%9c%ce%b1%ce%ba%ce%ac%cf%81%ce%b9_%ce%bd%ce%b1_%ce%ae%cf%83%ce%bf%cf%85%ce%bd_%ce%b5%ce%b4%cf%8e_(4)</link>
		<pubDate>Fri, 15 Feb 2008 11:44:00 -0500</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/02/15/%ce%9c%ce%b1%ce%ba%ce%ac%cf%81%ce%b9_%ce%bd%ce%b1_%ce%ae%cf%83%ce%bf%cf%85%ce%bd_%ce%b5%ce%b4%cf%8e_(4)</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://bp0.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R7VfK0de-nI/AAAAAAAAAgc/GbaY4wSfWMg/s1600-h/wish_you_were_here.jpg"><img src="http://bp0.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R7VfK0de-nI/AAAAAAAAAgc/GbaY4wSfWMg/s320/wish_you_were_here.jpg" /></a>Σου γράφω ένα γράμμα…<br />Δεν θα το πιστέψεις, αλλά από τα τόσα μέσα που έχω στη διάθεσή μου για να επικοινωνήσω μαζί σου, από μέιλ μέχρι φωνητικό μπ3, εγώ διάλεξα μολύβι και χαρτί. Και μη νομίζεις ότι τα καταφέρνω με τα γράμματα. Η τελευταία φορά που έγραψα σε χαρτί ήταν ένα ραβασάκι σε μια συμμαθήτριά μου. Είχε μεγάλη επιτυχία. Μόλις με έβλεπε μετά από αυτό, άλλαζε δρόμο.<br />Όμως σήμερα θέλω να πιάσω το μολύβι και να σου γράψω. Όταν ξεκίνησα να δημιουργώ αυτή τη λίστα με τα δέκα αγαπημένα μου τραγούδια, με τούτο εδώ νόμιζα ότι θα έχω την ευκολότερη δουλειά. «Το έχω δικέ μου» σκεφτόμουν. Το έχω ακούσει τόσες φορές αυτό το τραγούδι που γνωρίζω απέξω και ανακατωτά κάθε του νότα, κάθε του σημείο. Από το πού γλιστράει το χέρι του Γκίλμουρ στην ακουστική κιθάρα μέχρι σε ποιο σημείο λυγίζει η φωνή του με τη σκέψη της απουσίας. Ποιος δεν έχει βιώσει κάποια στιγμή την απουσία. Όλοι κάτι έχουν να γράψουν για αυτή.<br />Και όμως τούτο το ποστ στοίχειωσε. Δεν μου βγαίνει με τίποτα. Ίσως γιατί απευθύνομαι σε σένα και αυτή η αμεσότητα με τρομάζει.<br />Είδες τελικά δεν είναι το ευκολότερο πράγμα το γράψιμο.<br />Έχω τόσα να σου πω αλλά πολλές φορές οι σκέψεις δεν αποτυπώνονται στο χαρτί. Εύχομαι να ήσουν εδώ. Να περπατήσουμε μαζί στη παραλία. Έχει μια ομορφιά η θάλασσα το χειμώνα που πρέπει να τη ζήσεις, να τη περπατήσεις, να τη μυρίσεις. Να σου μιλήσω για μένα. Μη φανταστείς τίποτα πολύχρωμα. Μικρά πράγματα και καθημερινά. Και δεν θα έχουν πίκρα ούτε γκρίνια. Μπορεί τα όνειρα να μην πήραν εκδίκηση, αλλά υπήρξαν στιγμές όμορφες. Και τώρα που το σκέφτομαι, το πρώτο φιλί, ο πρώτος έρωτας έχουν σκεπάσει τις πίκρες, τις αποτυχίες, τις στεναχώριες. Όχι ότι δεν θα ξανάρθουν σαν τις ερινύες να με στριμώξουν πάλι. Αλλά έμαθα πια να τις αντιμετωπίζω. Και θα σου πω ένα μυστικό μου, αλλά θέλω εχεμύθεια. Όταν με παραζαλίζουνε καταφεύγω στη μουσική. Ακούω παλιά αγαπημένα κομμάτια που τα έχω συνδέσει με όμορφες στιγμές μου. Θα μου πεις λύνεται έτσι το πρόβλημα; Δεν είναι προσωρινό; Θα σου απαντήσω ότι όλα είναι εγκεφαλικά. Μια κακή σκέψη διώχνεται με κάτι ευχάριστο. Το ξέρω. Δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα. Θα πούμε και όλα αυτά που πιστέψαμε και αγωνιστήκαμε. Για τις μικρές μας μάχες, τις μεγάλες μας ήττες. Θα βρούμε τους ίδιους παλιούς φόβους.<br />Γι αυτό εύχομαι να ήσουν εδώ. Θα το αντιμετωπίζαμε μαζί.<br />Και όταν τελείωνε η βόλτα θα πηγαίναμε για ούζο στου Γιώτη, στη Νυφίδα. Και εκεί δεν θα χρειαζόμαστε καμιά μουσική. Θα έφτανε η θάλασσα και η παρουσία σου.<br /><br />Στίχοι - Μουσική: Pink Floyd<br /><br /><a href="http://www.snapdrive.net/%3Futm_source%3Dplayerlogo%26utm_medium%3Dflashplayer_rev1"></a> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Τυχοδιώκτης (5)</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/02/09/%ce%a4%cf%85%cf%87%ce%bf%ce%b4%ce%b9%cf%8e%ce%ba%cf%84%ce%b7%cf%82_(5)</link>
		<pubDate>Sat, 09 Feb 2008 14:54:00 -0500</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/02/09/%ce%a4%cf%85%cf%87%ce%bf%ce%b4%ce%b9%cf%8e%ce%ba%cf%84%ce%b7%cf%82_(5)</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://bp1.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R62i4Ede-jI/AAAAAAAAAf8/2iu2doZ4fMc/s1600-h/NGM1995_07p50-1aaa.jpg"><img src="http://bp1.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R62i4Ede-jI/AAAAAAAAAf8/2iu2doZ4fMc/s320/NGM1995_07p50-1aaa.jpg" /></a><br />«Ώρα να την κάνουμε» μονολόγησε μέσα του και συνέχισε να περπατά. Ήταν απόγευμα Κυριακής. Ο Δημήτρης βρισκόταν στη μέση του καθημερινού του περιπάτου. Ό ήλιος είχε δύσει πριν λίγο και η νύχτα ορμούσε από παντού. Όλα τριγύρω φώναζαν φυγή και η αύρα το σιγοτραγουδούσε.<br />«Άργησες και σε πήρε από κάτω» είπε αυτή τη φορά φωναχτά. Κοίταξε γύρω του βιαστικά. Ευτυχώς ήταν μόνος. Του άρεσε να ακούει τη φωνή του. Εδώ, σε αυτούς τους περιπάτους μιλούσε πάντα με τον εαυτό του. Σαν ένα παιχνίδι. Τον τοποθετούσε απέναντι του και του έδινε το ρόλο του νου. Αυτός κρατούσε το ρόλο της καρδιάς. Και δεν το έκανε τυχαία. Πίστευε οτι η καρδιά και λόγω θέσης στο σώμα και για όσα είχε τραβήξει ήταν η αριστερά. Έτσι ο νους αναγκαστικά ήταν η δεξιά. Όταν πήγε να παραπονεθεί τον αποστόμωσε. «Αφού σκέφτεσαι μόνο με το δεξιό ημισφαίριο». Του το φύλαγε. Οι καυγάδες τους ήταν ομηρικοί.<br />«Έτσι ήσουν μια ζωή» συνέχισε τον εξάψαλμο ο νους. «Αντί να το παίζεις μετρημένος και άνετος εσύ εκεί. Με το σταυρό στο χέρι. Ανεπίδεκτος μαθήσεως.»<br />«Και τι ήθελες να κάνω; Να υποκρίνομαι, να κοροϊδεύω; Αφού το ξέρεις ότι δεν μπορώ. Μη κοιτάς που εσείς έχετε μάθει στους ελιγμούς και τις λοβιτούρες. Και πιο το αποτέλεσμα; Μπορείς να χαρείς κάτι όταν είναι προϊόν υποκλοπής;» Η καρδιά αποφάσισε να μην τον αφήσει να κυριαρχήσει.<br />«Είδα πόσο το χάρηκες εσύ! Έτοιμος να το βάλεις στα πόδια είσαι πάλι. Και όχι μόνο. Θα γκρεμίσεις και το καλύβι. Να μην αφήσεις ίχνη. Νομίζεις ότι κάνοντας μια νέα αρχή θα αλλάξεις. Θα γίνεις καλύτερος. Θα πάψεις να κυνηγάς ανεμόμυλους. Και πόσο καιρό μπορείς να το κάνεις αυτό; Δεν το βλέπεις οτι τα περιθώρια στενεύουν; Γεμίζει ο χώρος, τελειώνει ο χρόνος». Τα χτυπήματα έπεφταν απανωτά. Πολλά κάτω από τη μέση.<br />Η καρδιά προσπαθούσε απεγνωσμένα να αμυνθεί. Έβγαλε από τη φαρέτρα της το έσχατο επιχείρημα.<br />«Είμαι τυχοδιώκτης εγώ ρε φασίστα!».<br />«Χα» κάγχασε ο νους. «Είσαι όντως τυχοδιώκτης αγόρι μου. Αλλά όχι από αυτούς που κυνηγούν τη τύχη τους. Είσαι από αυτούς που τη διώχνουν»<br /><br />Στίχοι - Μουσική: Deep Purple<br /><br /><a href="http://www.snapdrive.net/%3Futm_source%3Dplayerlogo%26utm_medium%3Dflashplayer_rev1"></a> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Αναπαυτικά μουδιασμένος (6)</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/02/04/%ce%91%ce%bd%ce%b1%cf%80%ce%b1%cf%85%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ac_%ce%bc%ce%bf%cf%85%ce%b4%ce%b9%ce%b1%cf%83%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%bf%cf%82_(6)</link>
		<pubDate>Mon, 04 Feb 2008 10:41:00 -0500</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/02/04/%ce%91%ce%bd%ce%b1%cf%80%ce%b1%cf%85%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ac_%ce%bc%ce%bf%cf%85%ce%b4%ce%b9%ce%b1%cf%83%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%bf%cf%82_(6)</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://bp2.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R6dKxUdAoeI/AAAAAAAAAfk/7wHEhtimILo/s1600-h/64384_poster2000.jpg"><img src="http://bp2.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R6dKxUdAoeI/AAAAAAAAAfk/7wHEhtimILo/s320/64384_poster2000.jpg" /></a><br />Άνοιξε τα μάτια του. Παντού λευκό φως και έντονο. Τα έκλεισε πάλι. Έβαλε τα δυνατά του να ακούσει.<br />«Μου φαίνεται πως συνέρχεται.»<br />«Ηρέμησε, όλα θα πάνε καλά»<br />Δεν μπορούσε να το εξηγήσει. Ήταν τόσο μπερδεμένος που έσφιξε με δύναμη τα χέρια και προσπάθησε να διώξει κάθε σκέψη από το μυαλό του. Ανώφελο. Όλες μαζί ξαναγύριζαν και προσπαθούσαν να καταλάβουν, η κάθε μια για τον εαυτό της, την κυρίαρχη θέση. Ο κόσμος κι οι φωνές, η σειρήνα και τα λουριά που τον έδεναν, η μορφή του γιού του χαμογελαστή, ένα χέρι απλωμένο που δεν έφτανε, αυτά που ήθελε και αυτά που δεν πρόλαβε και βέβαια ο πόνος. Ναι, αυτός ήταν ξεκάθαρος. Σκληρός σαν διαμάντι, πιο επίμονος και από το θεό.<br />«Πονάς ακόμη;»<br />«Πολύ» κατάφερε να ψελλίσει.<br />«Αυτό με ανησυχεί. Αδελφή αύξησε τη δόση»<br />Αναρωτήθηκε τι είχε πάει στραβά. Η δουλειά του πήγαινε καλά. Αφού είχε δουλέψει σα σκυλί για χρόνια, μπόρεσε να κάνει κάτι δικό του. Με καθημερινό τρέξιμο, με τη ψυχή στο στόμα, είχε καταφέρει να ξεχρεώσει και να τα βάλει σε μια σειρά. Σπίτι καλό, αυτοκίνητο νέο, ένοιωθε τα ζηλόφθονα βλέμματα των γνωστών του και το διασκέδαζε. Για μια στι<a href="http://bp2.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R6dJtUdAodI/AAAAAAAAAfc/c_Sk38jUvPM/s1600-h/JPAU28JAN05PC084_lo1.jpg"><img src="http://bp2.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R6dJtUdAodI/AAAAAAAAAfc/c_Sk38jUvPM/s320/JPAU28JAN05PC084_lo1.jpg" /></a>γμή πίστεψε ότι τα είχε καταφέρει και νάτος εδώ, ξαπλωμένος και ανήμπορος. Έσφιξε τα δόντια και τίναξε με δύναμη το πόδι.<br />«Όχι τώρα ρε καριόλη» είπε μέσα του με μανία.<br />«Ηρέμησε, σε λίγο θα φύγει ο πόνος» άκουσε πάλι τη φωνή, πιο απόμακρη τούτη τη φορά.<br />Προσπάθησε να το φιλοσοφήσει. Το είχε αυτό το ελάττωμα. Μέσα σε όλο αυτό το χαμό της ζωής του διάβαζε αρκετά. Το έκανε μέσα σε παραλήρημα σκέψης.<br />«Ο Μαρξ είχε κάνει λάθος σε ότι αφορά τον άνθρωπο. Επιχείρησε να τον ερμηνεύσει με νομοτέλειες που τα εξηγούν όλα με απόλυτη ακρίβεια. Όμως οι ανθρώπινες συμπεριφορές δεν μπαίνουν σε κουτάκια. Είναι απρόβλεπτες. Εξηγούνται με τη θεωρία του χάους, με το γνωστό θεώρημα της πεταλούδας. Αυτό που λέει ότι πετάει μια πεταλούδα στη Κίνα και δημιουργεί έναν ανεμοστρόβιλο στη Καραϊβική. Είσαι μια χαρά, έχεις διατηρήσει για χρόνια πολλά το γάμο σου, με υποχωρήσεις και συμβιβασμούς, έχεις το κύκλο σου, τους φίλους σου και πιστεύεις ότι ελέγχεις την κατάσταση. Χαλάει μια μέρα το αμάξι, δεν βρίσκεις ταξί και έτσι, για αλλαγή, πάς με το λεωφορείο. Στρογγυλοκάθεσαι στη θέση, ανοίγεις την εφημερίδα, βάζεις τα γυαλιά πρεσβυωπίας και αρχίζεις να διαβάζεις. Την ίδια στιγμή η Μαρία που έχει απολυθεί πρόσφατα και μένει στο σπίτι της για μέρες, ξεκινάει για μια συνέντευξη σε μια δουλειά που πάντα ονειρευόταν. Κάθεται απέναντι σου. Σε μια στροφή σηκώνεις το βλέμμα, τη βλέπεις και πάνε στο διάολο η δουλειά, ο γάμος, ο κύκλος. Αλήθεια τι είναι αυτό που σπρώχνει έναν τέτοιο άντρα να διαβεί τον Ρουβίκωνα; Διάφοροι παπαρολογούντες ψυχολόγοι, κυρίως γυναίκες, λένε ότι ο άντρας αγχώνεται λόγω ηλικίας και ζητάει την επιβεβαίωση. Δεν λένε όμως γιατί δεν το κάνει με οποιαδήποτε γυναίκα αλλά με την συγκεκριμένη. Και πώς να πούνε αφού ο καθένας είναι και διαφορετική περίπτωση. Ποια είναι η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην αρπαχτή και το ερωτικό ξεχαρβάλωμα; Όσο και αν προσπαθώ δεν μπορώ να βρω άλλη εξήγηση πέρα από την υπόσχεση για ολοκαύτωμα που είχαν τα μάτια της. Ξαφνικά είδα μέσα σ’ αυτά υγρά μονοπάτια για κρυφές καταπιεσμένες επιθυμίες που όσο κι αν πάσχιζα να κρύψω, αυτές σιγόβραζαν στο καζάνι της ψυχής μου. Μόνο ο Τσε είχε καταλάβει αυτή την αντίφαση θεωρίας και πραγματικότητας και είπε το αμίμητο είμαστε ρεαλιστές ζητάμε το αδύνατο. Το είπε και το υποστήριξε με τη ζωή του. Ο μόνος που έφτυσε την εξουσία και δεν της επέτρεψε να τον αλλάξει. Είπε βέβαια και το άλλο καταπληκτικό. Κανείς δεν έχει θεμελιώσει τους λόγους για τους οποίους ένας άνδρας πρέπει να ζήσει με την ίδια γυναίκα όλη του ζωή.»<br />Η τελευταία σκέψη τον έκανε να χαμογελάσει.<br />«Είσαι απίστευτος» είπε στον εαυτό του.<br />«Με το ένα πόδι στο τάφο και προσπαθείς να δικαιολογήσεις ιδεολογικά το ξενοπήδημα!»<br />Ξαφνικά φασαρία και φωνές. Συγκεντρώθηκε για να ακούσει.<br />«Τελειώσαμε για την ώρα. Ο θεός να βάλει το χέρι του. Αδελφή λέξο για να ηρεμήσει. Θα είμαι δίπλα για ότι χρειαστείς.»<br />Ένοιωσε το μούδιασμα. Ένα ευχάριστο συναίσθημα τον κυρίευσε. Έφευγαν ένα ένα όσα τον περιτριγύριζαν. Απέραντο γαλάζιο άρχισε να απλώνεται παντού. Του άρεσε πολύ αυτή η φάση. Καθόλου φόβος. Λίγο πριν κλείσει τα μάτια μια τελευταία σκέψη χάλασε το σκηνικό.<br />«Ακούνε στη κόλαση Πινκ Φλόιντ;»<br /><br />Στίχοι - Μουσική: Pink Floyd<br /><br /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Αντίσταση...</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/01/29/%ce%91%ce%bd%cf%84%ce%af%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%83%ce%b7...</link>
		<pubDate>Tue, 29 Jan 2008 08:40:00 -0500</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/01/29/%ce%91%ce%bd%cf%84%ce%af%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%83%ce%b7...</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	Ανταποκρινόμενος (τελευταίος και καταϊδρωμένος) στη πρόσκληση του <a href="http://theofilou.blogspot.com/2008/01/blog-post_18.html">Φαίδωνα</a> και της <a href="http://single-mamma.blogspot.com/search?updated-max=2008-01-25T00%3A38%3A00%2B02%3A00">Μάμμας</a> για αντίσταση με ένα ποίημα το κάνω με το παρακάτω τραγούδι του Τζον Λέννον:<br /><br /><br /><a href="http://bp0.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R57LVEdAoZI/AAAAAAAAAe8/LknwkMAESdA/s1600-h/peaceimagine2.jpg"><img src="http://bp0.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R57LVEdAoZI/AAAAAAAAAe8/LknwkMAESdA/s320/peaceimagine2.jpg" /></a><br /><p>Φαντάσου</p><p>Φαντάσου πώς δεν υπάρχουν ουράνια<br />είναι εύκολο αν προσπαθήσεις.<br />Καμιά κόλαση από κάτω μας<br />πάνω από μας μόνον ο ουρανός.<br />Φαντάσου όλους τους ανθρώπους<br />να ζούνε για το σήμερα.<br />Φαντάσου πώς δεν υπάρχουν κράτη<br />δεν είναι δύσκολο να το φανταστείς.<br />Τίποτα για να σκοτώσεις<br />και τίποτα για να πεθάνεις.<br />Κι ακόμη καμιά θρησκεία.<br />Φαντάσου όλους τους ανθρώπους<br />να ζουν ειρηνικά.<br />Μπορεί να με λες ονειροπαρμένο<br />αλλά δεν είμαι ο μοναδικός.<br />Εύχομαι μια μέρα να ενωθείς μαζί μας<br />κι ο κόσμος να γίνει ένας!<br />Φαντάσου πώς δεν υπάρχουν ιδιοκτησίες<br />αναρωτιέμαι μπορείς να το φανταστείς;<br />Μήτε και λόγοι για πλεονεξία και πείνα.<br />Μονάχα μια κοινωνία ανθρώπινη απ’ αδέλφια.<br />Φαντάσου τους ανθρώπους όλους<br />να γεμίζουν φως το σύμπαν.</p><p></p><br /><p></p><p><br /><b><a href="http://www.dailymotion.com/video/x5ml8_john-lennon-imagine_ads"></p></a></b><br /><b><a href="http://www.dailymotion.com/video/x5ml8_john-lennon-imagine_ads"></a></b> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Το έγκλημα του αιώνα (7)</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/01/25/%ce%a4%ce%bf_%ce%ad%ce%b3%ce%ba%ce%bb%ce%b7%ce%bc%ce%b1_%cf%84%ce%bf%cf%85_%ce%b1%ce%b9%cf%8e%ce%bd%ce%b1_(7)</link>
		<pubDate>Fri, 25 Jan 2008 14:33:00 -0500</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/01/25/%ce%a4%ce%bf_%ce%ad%ce%b3%ce%ba%ce%bb%ce%b7%ce%bc%ce%b1_%cf%84%ce%bf%cf%85_%ce%b1%ce%b9%cf%8e%ce%bd%ce%b1_(7)</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://bp0.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R5nZVUdAoXI/AAAAAAAAAes/RelyUZbzDSo/s1600-h/%CE%95%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B11ab.jpg"><img src="http://bp0.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R5nZVUdAoXI/AAAAAAAAAes/RelyUZbzDSo/s320/%CE%95%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B11ab.jpg" /></a><br />«Παππού, τι είναι χιόνι;»<br />Η ερώτηση της μικρής με επανέφερε απότομα στη πραγματικότητα.<br />«Τι του λένε τώρα του παιδιού;» αναρωτήθηκα και η σκέψη αυτή με φόρτωσε άγχος και πανικό.<br />Πάνε περίπου δώδεκα χρόνια από το σωτήριο έτος 2013 που χιόνισε για τελευταία φορά στην Ελλάδα. Και μη φανταστείτε χιονοστιβάδες, αποκλεισμούς δρόμων και άλλα τέτοια τηλεοπτικά. Λίγες νιφάδες έπεσαν στο Νευροκόπι και πλημμύρισαν τα γύρω βουνά και τα λαγκάδια με τα τζιπ των νεογιάπηδων που έτρεχαν αλαφιασμένοι με τις στολές του σκι και τις κάμερες στα χέρια να αποθανατίσουν τη σκηνή.<br />Πως να εξηγήσω στο παιδί γιατί φτάσαμε μέχρι εδώ; Πώς να δικαιολογήσω την αφασία της γενιάς μου; Και πως αυτό το παιδί να με συγχωρήσει για την εγκληματική αμέλεια που μου έδινε το βόλεμα της καθημερινότητας; Να του πω για τις δυο τρεις φορές που πήγα σε διαδηλώσεις ή για αυτά που έγραφα αραιά και που σε ένα μπλογκάκι για ξεκάρφωμα; Να του πω με τι ασχολιόμασταν εκείνη την εποχή κυβερνήσεις κόμματα και λαοί; Ντρεπόμουνα!<br />«Χιόνι παιδί μου» είπα και σταμάτησα απότομα. Τι να του έλεγα; Ότι οι πλούσιοι της γης επί χρόνια βίαζαν τη φύση και οι υπόλοιποι τους κρυφοκυτάζαμε από τη τηλεόραση;<br />«Ναι παππού...»<br />«Μα περιμένεις από ένα γεροξεκούτη να σου μιλήσει για τέτοια θέματα! Γιατί σου έκανε δώρο ο μπαμπάς το βικιρολόι στα γενέθλιά σου; Φέρε τη λέξη χιόνι στο νου και πάτα το δεξί κουμπί.»<br />Η μικρή υπάκουσε και αμέσως ακούστηκε η ξινή φωνή του ματζαφλαριού.<br />«Χιόνι είναι ένα είδος υετού που αποτελείται κατά 100% από παγοκρυστάλλους σε μορφή χιονονιφάδων.»<br />Στίχοι - Μουσική: Supertramp<br /><br /><a href="http://www.snapdrive.net/%3Futm_source%3Dplayerlogo%26utm_medium%3Dflashplayer_rev1"></a> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Κινητήρια αναπνοή (8)</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/01/23/%ce%9a%ce%b9%ce%bd%ce%b7%cf%84%ce%ae%cf%81%ce%b9%ce%b1_%ce%b1%ce%bd%ce%b1%cf%80%ce%bd%ce%bf%ce%ae_(8)</link>
		<pubDate>Wed, 23 Jan 2008 11:45:00 -0500</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/01/23/%ce%9a%ce%b9%ce%bd%ce%b7%cf%84%ce%ae%cf%81%ce%b9%ce%b1_%ce%b1%ce%bd%ce%b1%cf%80%ce%bd%ce%bf%ce%ae_(8)</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://bp2.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R5cK9UdAoTI/AAAAAAAAAeE/-9IOzZhIvLE/s1600-h/train-portland-flood.jpg"><img src="http://bp2.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R5cK9UdAoTI/AAAAAAAAAeE/-9IOzZhIvLE/s320/train-portland-flood.jpg" /></a><br />Μπήκα στο τραίνο με το χαρακτηριστικό πονοκέφαλο που έχω αποκτήσει μετά από κάθε ξενύχτι στη τηλεόραση και δεν προέρχεται από τη παρακολούθηση μιας ταινίας γιατί αυτός είναι ο ενδεδειγμένος τρόπος για να κοιμηθείς κυρίως όταν τη βλέπεις από το Σταρ, αλλά από πολιτική εκπομπή που έγινε πρόσφατα πολιτική γιατί μέχρι τώρα ήταν στη σφαίρα του ανεξήγητου, εξωγήινου και υποχθόνιου, καθώς έχω την τάση να παρακολουθώ τις, ο θεός να τις κάνει, πολιτικές εξελίξεις και όχι όχι πως σας πέρασε από το νου, όχι για κουτσομπολιό και ξεκατίνιασμα και να΄μαι τώρα εδώ μεταξύ Περισσού και Πευκακίων όρθιος και στριμωγμένος να ρίχνω κλεφτές ματιές στην εφημερίδα του συνόρθιου που έχει ένα μαγικό τρόπο να τη κρατάει με το ένα χέρι διπλωμένη στα τέσσερα και το άλλο να βαστάει τον κάθετο σωλήνα του συρμού ενώ ταυτόχρονα ρίχνει απειλητικές ματιές γύρω του μη τυχόν και τη βλέπει κανένας άλλος, αλλά εγώ πρόλαβα και πήρα τη δόση μου καθώς διάβασα τη δήλωση που έλεγε άντε τώρα να αποδείξεις ότι δεν είσαι ελέφαντας κουνώντας συγκαταβατικά το κεφάλι μου λέγοντας μέσα μου δίκιο έχει το γουρούνι ενώ την ίδια στιγμή το μάτι μου έπεσε στη θέση που άδειασε αλλά δυστυχώς μόνο για κλάσματα του δευτερολέπτου συνειδητοποιώντας ξανά ότι δεν πρόκειται να καθίσω πριν από το Κατ και τότε θυμήθηκα το φίλο μου τον Αναστάση που στούκαρε χτες πάνω σε ένα τεράστιο σουβ που οδηγούσε μια νεόπλουτη, φιλοσοφώντας τι σου είναι η ζωή, χτες να ξενοπηδάει ο άνθρωπος και σήμερα να τον μαζεύουν και μακριά από μένα οι σκέψεις ότι τιμωρήθηκε όπως ο Ζαχόπουλος, αυτά τα λέει ο Άνθιμος που πάει για αρχιεπίσκοπος, άλλος ένας χοντρός αρχιεπίσκοπος, και λέω δεν μπορεί θα τηρούν όλες τις νηστείες αλλά η πεθερά μου που επίσης τις τηρεί και είναι πετσί και κόκκαλο θα φταίει ο θυροειδής της, τι σου είναι όμως ο μεταβολισμός και πως έχουν αλλάξει τα πράγματα μέσα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα, που οδηγείται αυτή η χώρα ,σαν τραίνο χωρίς φρένα, πάγωσα σ΄αυτή τη σκέψη αλλά για λίγο γιατί πρόλαβα και άρπαξα τη θέση που μόλις άδειασε και άρχισα να τακτοποιούμαι για να απολαύσω επιτέλους λίγη μουσική να ηρεμήσω βρε παιδί μου αλλά δεν είναι και το ευκολότερο πράγμα να το κάνεις αυτό στο τρένο καθώς πάντα παραμονεύει ο κίνδυνος να σε κράξουν οι πιτσιρικάδες, άλα τις εμπιθρί το πουρό, γι αυτό και εγώ έχω κάνει παραλλαγή, έχω τα τραγούδια στο κινητό και ένα μπλουτούθ ακουστικό να νομίζουν ότι είμαι σοβαρός επιχειρηματίας και τώρα χωρίς να ξέρω τι με περιμένει, μπορώ να ακούσω επιτέλους το τραγούδι που θα τύχει.<br /><br />Στίχοι - Μουσική: Jethro Tull<br /><br /><a href="http://www.snapdrive.net/%3Futm_source%3Dplayerlogo%26utm_medium%3Dflashplayer_rev1"></a> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Ιουλία (9)</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/01/17/%ce%99%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%af%ce%b1_(9)</link>
		<pubDate>Thu, 17 Jan 2008 12:54:00 -0500</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/01/17/%ce%99%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%af%ce%b1_(9)</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://bp0.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R4829UcyR_I/AAAAAAAAAds/Pwp-DwemSnM/s1600-h/NGM1997_06p68-9.jpg"><img src="http://bp0.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R4829UcyR_I/AAAAAAAAAds/Pwp-DwemSnM/s320/NGM1997_06p68-9.jpg" /></a><br /><p>Τι χρώμα έχει η χυλόπιτα;<br />Αυτό αναρωτιόταν ο Δημήτρης την ώρα που κατέβαζε τη πρώτη ρουφηξιά απ΄ το καφέ του. Ήξερε τα πάντα για τη χυλόπιτα. Είχε τη γεύση νεραντζιού, τη μυρωδιά των χνώτων του μπακάλη, την αίσθηση που δίνει το χάϊδεμα του κάκτου, το άκουσμα Καρβέλα. Αλλά από χρώμα; Δεν του ερχόταν κάτι στο νου.<br />Άναψε τσιγάρο. Το γιούγκο γέμισε καπνό. Χάραξε λίγο το παράθυρο. Κάπου κάποτε είχε διαβάσει ότι τα όνειρα είναι ασπρόμαυρα, το υποσυνείδητο το είχε δέσει κόμπο και να τα αποτελέσματα. Δεν μπορούσε να διακρίνει το χρώμα της χυλόπιτας. Η σκέψη αυτή τον τάραξε. Προσπάθησε να καταλάβει τι είχε συμβεί. Τα έβαλε όλα στη σειρά . Χυλόπιτα, χρώμα, όνειρο. Δεύτερη πιο γερή δόση καφέ. Η μορφή της Ιουλίας γέμισε το χώρο.<br />Τελικά ήταν όνειρο. Η διαπίστωση αυτή καθόλου δεν τον ανακούφισε. Όλος ο κόσμος ονειρεύεται τα απραγματοποίητα και αυτός ονειρεύτηκε χυλόπιτα και μάλιστα από την Ιουλία. Είναι άνθρωπος προσγειωμένος, έχει αυτογνωσία αλλά όχι και στο όνειρο! Δάγκωσε δυνατά την άκρη του τσιγάρου και τράβηξε μια τζούρα με όλη του τη δύναμη. Η νικοτίνη έφτασε μέχρι τα νύχια. Η έξοδος του καπνού ακούστηκε σαν αναστεναγμός.<br />Την Ιουλία τη γνώρισε στο πανεπιστήμιο. Μπήκε στη ζωή του χωρίς να τον ρωτήσει και την τσάκισε. Αεράτη, με ένα χαμόγελο στα χείλη μιλούσε ακατάπαυστα και για όλα. Μορφωμένη κοπέλα με άποψη και επιχειρήματα, το πρόσωπό της φωτιζόταν όταν μιλούσε για τις δυο μεγάλες αγάπες της ζωής της. Το μπαλέτο και τη γάτα της. Ο Δημήτρης άκουγε για μπαλέτο και έβγαζε σπυράκια. Δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι διασκεδάζεις ακούγοντας αυτή τη μουσική πολύ περισσότερο δε ότι αυτό είναι τέχνη. Μικροαστικές μαλακίες έλεγε μέσα του αλλά δεν τολμούσε να της το πει κατάμουτρα. Και πώς να το πει; Την έβλεπε και του κοβόντουσαν τα πόδια. Μιλάμε για παράλυση του σώματος και του νου. Δεν έπαιρνε ναρκωτικά, ίσα ίσα που τα πολεμούσε. Άκουγε όμως ιστορίες διάφορες για κόσμους μαγικούς για καταστάσεις ηδονικές αλλά δεν μπορούσε να το νοιώσει με τη περιγραφή. Μόλις την είδε για πρώτη φορά σκέφτηκε ότι αυτοί οι κόσμοι πρέπει να έχουν τη μορφή της.<a href="http://bp2.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R481J0cyR-I/AAAAAAAAAdk/V2EdSLKcNcA/s1600-h/Mackerel+Tabby+Manx1.jpg"><img src="http://bp2.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R481J0cyR-I/AAAAAAAAAdk/V2EdSLKcNcA/s320/Mackerel+Tabby+Manx1.jpg" /></a><br /></p><p>Έμαθε όμως τα πάντα για τις γάτες. Για να την προσεγγίσει και να την εντυπωσιάσει.<br />Μάζεψε και μια αδέσποτη της γειτονιάς στο σπίτι. Το τελευταίο θα ολοκλήρωνε το τσάκισμα της ζωής του αλλά αυτό θα το μάθαινε πολύ αργότερα. </p>Είχαν γίνει δυο πολύ καλοί φίλοι αλλά δεν τόλμησε ποτέ να της πει κάτι. Από τη μια η αυτογνωσία από την άλλη η σκέψη της απόρριψης τον κρατούσαν βιδωμένο στην ατολμία του. Αλλά δεν ήθελε και να τη χάσει. Προτιμούσε να μιλάει μαζί της για γάτες και να την βλέπει παρά να τη χάσει εντελώς. Κι όμως την έχασε. Έφυγε το ίδιο ξαφνικά όπως είχε έρθει. Χωρίς τυμπανοκρουσίες χωρις αποχαιρετισμούς. Εγκρίθηκε η μεταγραφή της για Θεσσαλονίκη.<br />Δεν σε χαιρετώ γιατί θα βρεθούμε σύντομα είπε και από τότε δεν την ξανάδε. Και τώρα μέσα στο αμάξι λίγο πριν φτάσει στη δουλειά την είχε ξανά μπροστά του χαμογελαστή. Το όνειρο ζωντάνεψε με μιας. Θυμήθηκε και τη παραμικρή λεπτομέρεια. Πόσα τσιγάρα κάπνισε πριν πάρει την απόφαση να της μιλήσει, πόσες πρόβες έκανε, τους χτύπους της καρδιάς του όταν προσπαθούσε να μαντέψει τι θα του απαντούσε. Του χαμογέλασε πριν του αρνηθεί.<br />Χαμογέλασε και αυτός και κούνησε τους ώμους συγκαταβατικά. Δεν θα την άντεχα τόση ευτυχία σκέφτηκε ή καλύτερα παρηγορήθηκε. Ρούφηξε και τη τελευταία σταγόνα του καφέ και έσπρωξε τη κασέτα στο μηχάνημα. Τα "σκυλιά" ανταποκρίθηκαν αμέσως και οι νότες που ξεχύθηκαν από το πιάνο ζέσταναν για τα καλά την ατμόσφαιρα.<br /><br />Στίχοι - Μουσική: Pavlov's Dog<br /><br /><a href="http://www.snapdrive.net/%3Futm_source%3Dplayerlogo%26utm_medium%3Dflashplayer_rev1"></a> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Που πάει;</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/01/14/%ce%a0%ce%bf%cf%85_%cf%80%ce%ac%ce%b5%ce%b9;</link>
		<pubDate>Mon, 14 Jan 2008 07:42:00 -0500</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/01/14/%ce%a0%ce%bf%cf%85_%cf%80%ce%ac%ce%b5%ce%b9;</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://bp0.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R4sOpUcyR3I/AAAAAAAAAcU/w0XM9nfOTsY/s1600-h/bathtub.jpg"><img src="http://bp0.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R4sOpUcyR3I/AAAAAAAAAcU/w0XM9nfOTsY/s320/bathtub.jpg" /></a><br />Αν όντως είναι αυτός ο ντιβιντικομιστής, τότε πολύ καλά έκανα και δεν τον πήγαινα με τίποτα, ούτε αυτόν ούτε τον συμμπανιεραστή του.<br />Αλλά το θέμα δεν είναι τι πάω εγώ και τι όχι. Το θέμα δεν είναι καν ποιος έδωσε το ντιβιντί. Το θέμα είναι, όπως πολύ εύστοχα επισημαίνει στο <a href="http://www.ekathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_politics_100046_13/01/2008_255367">κύριο άρθρο </a>της η Καθημερινή "που πάει αυτός ο τόπος". ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Ιδανικοί αυτόχειρες</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/01/09/%ce%99%ce%b4%ce%b1%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%bf%ce%af_%ce%b1%cf%85%cf%84%cf%8c%cf%87%ce%b5%ce%b9%cf%81%ce%b5%cf%82</link>
		<pubDate>Wed, 09 Jan 2008 12:27:00 -0500</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/01/09/%ce%99%ce%b4%ce%b1%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%bf%ce%af_%ce%b1%cf%85%cf%84%cf%8c%cf%87%ce%b5%ce%b9%cf%81%ce%b5%cf%82</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://bp1.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R4SarUcyRxI/AAAAAAAAAbc/FNKhgo9dDcc/s1600-h/06242_39.jpg"><img src="http://bp1.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R4SarUcyRxI/AAAAAAAAAbc/FNKhgo9dDcc/s320/06242_39.jpg" /></a><br /><br />Γυρίζουν το κλειδί στην πόρτα, παίρνουν<br />τα παλιά, φυλαγμένα γράμματά τους,<br />διαβάζουν ήσυχα, κι έπειτα σέρνουν<br />για τελευταία φορά τα βήματά τους.<br /><br />Ήταν η ζωή τους, λένε, τραγωδία.<br />Θεέ μου, το φρικτό γέλιο των ανθρώπων,<br />τα δάκρυα, ο ίδρως, η νοσταλγία<br />των ουρανών, η ερημιά των τόπων.<br /><br />Στέκονται στο παράθυρο, κοιτάνε<br />τα δέντρα, τα παιδιά, πέρα τη φύση,<br />τους μαρμαράδες που σφυροκοπάνε<br />τον ήλιο που για πάντα θέλει δύσει.<br /><br />Oλα τελείωσαν. Το σημείωμα να το,<br />σύντομο, απλό, βαθύ, καθώς ταιριάζει<br />αδιαφορία, συγχώρηση γεμάτο<br />για κείνον που θα κλαίει και θα διαβάζει.<br /><br />Βλέπουν τον καθρέφτη, βλέπουν την ώρα,<br />ρωτούν αν είναι τρέλα τάχα ή λάθος,<br />«όλα τελείωσαν» ψιθυρίζουν «τώρα»,<br />πως θ' αναβάλουν βέβαιοι κατά βάθος…<br />Καρυωτάκης Κώστας<br /><br /><br /><p><br />ΥΓ:Επειδή πολλές αποτυχημένες προσπάθειες έχουμε τώρα τελευταία ας θυμηθούμε τις τελευταίες επιστολές δυο πολύ μεγάλων ποιητών μετά την επιτυχή κατάληξη του εγχειρήματός τους. Και να μη ξεχνάμε. Αυτοκτονίες δεν γίνονται μόνο για σκάνδαλα, ροζ ιστορίες, εκβιασμούς και άλλα παρόμοια. Καμιά φορά γίνονται και όταν<br />"η βάρκα του έρωτα<br />συντρίβετε πάνω στην καθημερινότητα"</p><p><a href="http://bp2.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R4SahkcyRwI/AAAAAAAAAbU/Ld_s5b_7W88/s1600-h/kariotakis11.jpg"><img src="http://bp2.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R4SahkcyRwI/AAAAAAAAAbU/Ld_s5b_7W88/s320/kariotakis11.jpg" /></a> Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου<br />Το μεγαλύτερο μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περσότερες, να μπορώ να τις αισθανθώ.<br />Τη χυδαία όμως πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ. Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο. Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι' αυτό. Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική<br />Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους, ή εθεώρησαν την ύπαρξη τους παιχνίδι χωρίς ουσία.<br />Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ' αυτούς απευθύνομαι. Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές !!! είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο.<br />Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τα αδέλφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά.Ημουν άρρωστος.<br />Σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε, για να προδιαθέση την οικογένειά μου, στο θείο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, οδός Μονής Προδρόμου, πάροδος Αριστοτέλους, Αθήνας.<br />Κ.Γ.Κ.<br />[Υ.Γ.] Και για ν' αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. Ολη νύχτα απόψε επί δέκα ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ηπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ωρισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου.<br />Καρυωτάκης 21-7-1928<br /><br /><br /><br /></p><a href="http://bp1.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R4SaZUcyRvI/AAAAAAAAAbM/QJLiigb3lTU/s1600-h/567.jpg"><img src="http://bp1.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R4SaZUcyRvI/AAAAAAAAAbM/QJLiigb3lTU/s320/567.jpg" /><br /><p></a>«Σε όλους.<br />Μην κατηγορήσετε κανέναν για το θάνατο μου και παρακαλώ να λείψουν τα κουτσομπολιά. Ο Μακαρίτης τα απεχθανόταν φοβερά.<br />Μαμά, αδελφές, και σύντροφοι, σχωρέστε με – αυτός δεν είναι τρόπος (δεν τον συμβουλεύω σε κανένα), μα εγώ δεν έχω διέξοδο.<br />Λιλλή αγάπα με.<br />Συντρόφισσα κυβέρνηση, η οικογένεια μου είναι η Λιλλή Μπρίκ, η μαμά, οι αδελφές και η Βερόνικα Βιτόλνταβνα Πολόνσκαγια. Αν τους εξασφαλίσεις μια ανεκτή ζωή, σ’ ευχαριστώ. Τα αρχινισμένα ποιήματα δώστε τα στους Μπρικ, αυτοί θα τα καθαρογράψουν.<br />Όπως λένε «Το επεισόδιο έληξε»<br />η βάρκα του έρωτα<br />συντρίφτηκε πάνω στην καθημερινότητα.<br />Έχω ξοφλήσει τους λογαριασμούς μου με τη ζωή προς τι λοιπόν η απαρίθμηση των αμοιβαίων πόνων των συμφορών και των προσβολών;<br />Νάστε ευτυχισμένοι»<br />Μαγιακόφσκι 14-4-1930<br /></p><br /><p><br />Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινοπώρου δείλι<br /></p><br /><a href="http://www.snapdrive.net/%3Futm_source%3Dplayerlogo%26utm_medium%3Dflashplayer_rev1"></a><p>Μουσική: Διάφανα Κρίνα - Στίχοι: Κώστας Ουράνης<br /></p> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Χρόνος (νέος)</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/01/02/%ce%a7%cf%81%cf%8c%ce%bd%ce%bf%cf%82_(%ce%bd%ce%ad%ce%bf%cf%82)</link>
		<pubDate>Wed, 02 Jan 2008 13:06:00 -0500</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2008/01/02/%ce%a7%cf%81%cf%8c%ce%bd%ce%bf%cf%82_(%ce%bd%ce%ad%ce%bf%cf%82)</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://bp3.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R3yFX0cyRmI/AAAAAAAAAZ0/6pTr2ml93b4/s1600-h/%CE%95%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B11.png"><img src="http://bp3.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R3yFX0cyRmI/AAAAAAAAAZ0/6pTr2ml93b4/s320/%CE%95%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B11.png" /></a><br /><a href="http://bp1.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R3ttmkcyRjI/AAAAAAAAAZQ/JGsWlfwt6gE/s1600-h/Life+Springs+Forth.jpg"></a><br /><br />Τώρα τελευταία ασχολούμαι πολύ με το θέμα του χρόνου.Προσπαθώ να καταλάβω, να εξηγήσω και κυρίως να συμφιλιωθώ με την ιδέα.Είναι πολύ ενδιαφέρουσες και οι προσεγγίσεις της φιλοσοφίας και της φυσικής.Μέσα από αντιφατικές και αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις, θεωρίες και ιδέες ο άνθρωπος από αρχαιοτάτων χρόνων ψάχνει και ψάχνεται και θα συνεχίσει να το κάνει.Πρόσφατα διάβασα μια καταπληκτική <a href="http://www.enet.gr/online/online_text/c=112,id=80370480,94544048">συνέντευξη</a> του καθηγητή πανεπιστημίου Γιώργου Γραμματικάκη.Μεταφέρω ένα απόσπασμα σπάνιας ομορφιάς:Ρωτάει ο δημοσιογράφος:- Γράφει η Κική Δημουλά: «Θα ήθελα κάποτε να φωτογραφίσω τον χρόνο, Ταπεινωμένον...». Υπερφίαλο και ματαιόσπουδο;Απαντάει ο καθηγητής:«Κάθε άλλο. Την απόγνωσή μας εκφράζει. Ποιος δεν θα ήθελε έναν ανεξάντλητο, ταπεινωμένο χρόνο; Είναι όμως ουτοπία, και ο Φάουστ μας έμαθε καλά την τραγική πλευρά της. Ο χρόνος θα παραμείνει λοιπόν κυρίαρχος της ανθρώπινης ύπαρξης, αρνητής της λαχτάρας, υποκινητής της φθοράς της. Μόνον ο έρωτας και η τέχνη δαμάζουν τον χρόνο. Προσωρινά όμως». Και επειδή με τη τέχνη δεν τα καταφέρνω, μου μένει μόνο η αγάπη μου, να σας τη δώσω απλόχερα και να σας ευχηθώ μέσα από την ψυχή μου να δαμάσετε τον χρόνο.<br /><br />Ο Χρονοποιός<br />Στίχοι, Μουσική, Φωνή: Διονύσης Σαββόπουλος<br /><br /><br /><a href="http://www.snapdrive.net/%3Futm_source%3Dplayerlogo%26utm_medium%3Dflashplayer_rev1"></a> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Τα καλύτερα...</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2007/12/24/%ce%a4%ce%b1_%ce%ba%ce%b1%ce%bb%cf%8d%cf%84%ce%b5%cf%81%ce%b1...</link>
		<pubDate>Mon, 24 Dec 2007 10:38:00 -0500</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2007/12/24/%ce%a4%ce%b1_%ce%ba%ce%b1%ce%bb%cf%8d%cf%84%ce%b5%cf%81%ce%b1...</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<p><a href="http://fakellaki.blogspot.com/">Μπλογκ της χρονιάς</a></p><p><a href="http://bp1.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R2-FVkcyReI/AAAAAAAAAYg/yl0-DAWnGF4/s1600-h/BANER-Arkoudos-web.jpg"><img src="http://bp1.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R2-FVkcyReI/AAAAAAAAAYg/yl0-DAWnGF4/s320/BANER-Arkoudos-web.jpg" /></a></p>Η κραυγή σου Αμαλία, ότι ποιο συγκλονιστικό έχω διαβάσει στη ζωή μου.<br /><br /><br />Φωτογραφία της χρονιάς<p><a href="http://bp2.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R2-FO0cyRdI/AAAAAAAAAYY/npF7Tbf0k_8/s1600-h/2005539093690853568_rs.jpg"><img src="http://bp2.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R2-FO0cyRdI/AAAAAAAAAYY/npF7Tbf0k_8/s320/2005539093690853568_rs.jpg" /></a></p>Αυτή η φωτογραφία δηµοσιεύτηκε σε µία ινδική εφηµερίδα µε την ακόλουθη λεζάντα. "Μόνον όποιος είναι φτωχός ενεργεί µε τόση γενναιοδωρία"Υποκλείνομαι μπροστά στο μεγαλείο σου μάνα!<br /><br /><br /><br />Τραγούδι της χρονιάς (ελληνικό)<p><a href="http://bp0.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R2-E2UcyRcI/AAAAAAAAAYQ/eA0EtCSa4KY/s1600-h/Iwannidhs_Na+les+to+s%27+agapw+san+mystiko_Ins04.jpg"><img src="http://bp0.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R2-E2UcyRcI/AAAAAAAAAYQ/eA0EtCSa4KY/s320/Iwannidhs_Na+les+to+s%27+agapw+san+mystiko_Ins04.jpg" /></a></p><p>Μουσική: Τάσος Ιωαννίδης Στίχοι: Πάνος Σταθόγιαννης Φωνή: Φίλιππος Πλιάτσικας</p><br /><br /><a href="http://www.snapdrive.net/%3Futm_source%3Dplayerlogo%26utm_medium%3Dflashplayer_rev1">Get your own playlist at snapdrive.net!</a><p>Το τραγούδι κυκλοφόρησε το 2006 ,αλλά εγώ το ανακάλυψα φέτος. Αφιερωμένο στα κορίτσια της Ταυλάνδης, της Λατινκής Αμερικής και όπου γης, που μέσα από τον έρωτα γνώρισαν όλη την αγριότητα και τη κτηνωδία του ανθρώπου.</p><p><br /><br />Τραγούδι της χρονιάς (ξένο) </p><p><a href="http://bp0.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R2-EtUcyRbI/AAAAAAAAAYI/OblJE12YnTc/s1600-h/%5BAllCDCovers%5D_robert_alison_krauss_plant_raising_sand_2007_retail_cd-front%5B1%5D.jpg"><img src="http://bp0.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R2-EtUcyRbI/AAAAAAAAAYI/OblJE12YnTc/s320/%5BAllCDCovers%5D_robert_alison_krauss_plant_raising_sand_2007_retail_cd-front%5B1%5D.jpg" /></a> </p><p>written by: ROBERT PLANT, MICHAEL LEE, JIMMY PAGE, CHARLIE JONES</p><p>Ερμηνεία: Robert Plant Alison Krauss<br /></p><br /><a href="http://www.snapdrive.net/%3Futm_source%3Dplayerlogo%26utm_medium%3Dflashplayer_rev1"></a><p>Μαγικές στιγμές. Η φωνή του Plant σαν το παλιό καλό κρασί.</p><p><br /><br />Ταινία της χρονιάς </p><p><a href="http://bp2.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R295C0cyRaI/AAAAAAAAAYA/ptO1kndxtHQ/s1600-h/livesofothers1.jpg"><img src="http://bp2.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R295C0cyRaI/AAAAAAAAAYA/ptO1kndxtHQ/s320/livesofothers1.jpg" /></a></p><p>Οι ζωές των άλλων </p><p>Είναι από αυτές τις ταινίες που δε θέλεις ούτε λεπτό να στρέψεις το βλέμμα αλλού, που δε θέλεις να χάσεις ατάκα. Είναι από τις ταινίες που πράγματα απλά, όπως μια «σονάτα» μπορεί να γλυκάνει την ψυχή του καθενός. Πόσο μάλλον μια «σονάτα για έναν καλό άνθρωπο»… Χρύσα Δαγουλά απο το site:  <a href="http://www.cinemascope.gr/">[www.cinemascope.gr]</a> </p><p></p><p><a href="http://www.cinemascope.gr/"><br /><br /></a><a href="http://www.blogger.com/"></a><a href="http://www.skai.gr/master_story.php?id=67250">Είδηση της Χρονιάς</a></p><p><img src="http://bp2.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R29460cyRZI/AAAAAAAAAX4/cJMlOjQD2OI/s320/m02-233709chavez_i203_ap.jpg" /> </p><p>Όχι γιατί αντιπαθώ το Τσάβες. Κάθε άλλο!</p><p>Αλλά γιατί όπως είπε η Ρόζα Λούξεμπουργκ: "δίχως γενικές εκλογές, απεριόριστη ελευθερία του τύπου και των συγκεντρώσεων, δίχως ελεύθερη διαπάλη διαφόρων απόψεων, η ζωή σβήνει σε κάθε πολιτικό θεσμό και θριαμβεύει μόνη η γραφειοκρατία"<br /></p> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Όλα είναι δρόμος;</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2007/12/18/%ce%8c%ce%bb%ce%b1_%ce%b5%ce%af%ce%bd%ce%b1%ce%b9_%ce%b4%cf%81%cf%8c%ce%bc%ce%bf%cf%82;</link>
		<pubDate>Tue, 18 Dec 2007 14:38:00 -0500</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2007/12/18/%ce%8c%ce%bb%ce%b1_%ce%b5%ce%af%ce%bd%ce%b1%ce%b9_%ce%b4%cf%81%cf%8c%ce%bc%ce%bf%cf%82;</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<p><a href="http://bp2.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R2fMqm6nxbI/AAAAAAAAAW0/1c1xWQnlXEI/s1600-h/%CE%95%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B11a.png"><img src="http://bp2.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R2fMqm6nxbI/AAAAAAAAAW0/1c1xWQnlXEI/s320/%CE%95%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B11a.png" /></a></p>Το διαβάζω πολύ τώρα τελευταία.<br />Όλα είναι δρόμος, δηλαδή ένα διαρκές ταξίδι. Είναι μονοπάτια που πρέπει να διανύσουμε, η επιλέγουμε να διανύσουμε. Άλλα με παρέα και άλλα με παρέα τη μοναξιά μας.<br />Και να οι ευχές για μακρινά ταξίδια, και να οι συμβουλές για την αξία του ταξιδιού.<br />Είναι προφανές γιατί έχει αξία το ταξίδι. Γιατί η Ιθάκη είναι το τέλος.<br /><br />''Nα σταματήσεις σ' εμπορεία Φοινικικά,<br />και τες καλές πραγμάτειες ν' αποκτήσεις,<br />σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ' έβενους,<br />και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,<br />όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά’’ λέει ο ένας ποιητής.<br /><br />''Λυπούμαι γιατί άφησα να περάσει ένα πλατύ ποτάμι<br />μέσα από τα δάχτυλά μου<br />χωρίς να πιώ ούτε μια στάλα.<br />Τώρα βυθίζομαι στην πέτρα’’ λέει ο άλλος.<br /><br />''Aυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,<br />αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ' τα ξένα βήματα,<br />αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο,<br />αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο'' λέει ένας τρίτος.<br /><br />Και αναλόγως πορεύεσαι.<br />Μόνο που ξαφνικά ανακαλύπτεις οτι δεν είναι όλα δρόμος.<br />Είναι και χρόνος (δυστυχώς).<br />Και εύχεσαι ο νέος να είναι τουλάχιστον καλύτερος.<br /><br /><br /><br />ΥΓ: Σε ότι με αφορά, επειδή κουράστηκα από το περπάτημα, θα κάνω μια στάση στο σοκάκι της φωτογραφίας.... ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Φιλοξενούμενοι κι ασφαλισμένοι...</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2007/12/12/%ce%a6%ce%b9%ce%bb%ce%bf%ce%be%ce%b5%ce%bd%ce%bf%cf%8d%ce%bc%ce%b5%ce%bd%ce%bf%ce%b9_%ce%ba%ce%b9_%ce%b1%cf%83%cf%86%ce%b1%ce%bb%ce%b9%cf%83%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%bf%ce%b9...</link>
		<pubDate>Wed, 12 Dec 2007 11:01:00 -0500</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2007/12/12/%ce%a6%ce%b9%ce%bb%ce%bf%ce%be%ce%b5%ce%bd%ce%bf%cf%8d%ce%bc%ce%b5%ce%bd%ce%bf%ce%b9_%ce%ba%ce%b9_%ce%b1%cf%83%cf%86%ce%b1%ce%bb%ce%b9%cf%83%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%bf%ce%b9...</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://bp2.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R1-jrdk8dPI/AAAAAAAAAU8/hltkppSGNhw/s1600-h/xhog5rzf.jpg"><img src="http://bp2.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R1-jrdk8dPI/AAAAAAAAAU8/hltkppSGNhw/s320/xhog5rzf.jpg" /></a><br /><p>Blues on the road<br /></p><p>Όλα πεζά και μαγικά<br />μετέωρα και οριστικά,<br />μοιάζουν σ’ αυτόν το κόσμο.<br />Κι εγώ στην άσωτη ζωή<br />φύλλο στου ανέμου την πνοή,<br />χαράζω και νυχτώνω.<br /><br />Πέρασα μπόρες και φωτιές<br />ήπια παράφορες ματιές,<br />και τώρα εδώ στα ξένα…<br />Ανάβω ευχές και προσευχές<br />για τις αστέριωτες ψυχές,<br />για σένα και για μένα.<br /><br />Δεν έχω τόπο,<br />εσύ ο τόπος μου και ο χρόνος.<br />Δεν ξέρω τρόπο,<br />ο μόνος δρόμος ειν’ ο δρόμος.<br /><br />Δραπέτες άγιοι και ληστές,<br />μιλούν για το αύριο και το χτες<br />με λόγια κουρασμένα.<br />Πίνουν της λήθης το κρασί<br />σ’ αχαρτογράφητο νησί,<br />και με ρωτούν για σένα.<br /><br />Και εγώ τους λέω είσαι παντού,<br />στο Μεξικό στο Κατμαντού,<br />μετάξι στα κουρέλια.<br />Στα όνειρα των εραστών,<br />στα δάκρυα των ποιητών<br />και στων τρελών τα γέλια.</p><br />Στίχοι: Άλκης ΑλκαίοςΜουσική: Θ. ΜικρούτσικοςΦωνή: Χρήστος Θηβαίος<br /><br />ΥΓ: Αφιερωμένο στους χιλιάδες ανασφάλιστους μετανάστες και στα όνειρά τους για μια καλύτερη ζωή ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Στο παράθυρο (10)</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2007/12/06/%ce%a3%cf%84%ce%bf_%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%ac%ce%b8%cf%85%cf%81%ce%bf_(10)</link>
		<pubDate>Thu, 06 Dec 2007 12:59:00 -0500</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2007/12/06/%ce%a3%cf%84%ce%bf_%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%ac%ce%b8%cf%85%cf%81%ce%bf_(10)</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://bp1.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R1fYaNk8dFI/AAAAAAAAAQk/ElJak7zF0hE/s1600-h/City+%28inside%29.jpg"><img src="http://bp1.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R1fYaNk8dFI/AAAAAAAAAQk/ElJak7zF0hE/s320/City+%28inside%29.jpg" /></a> Η μουσική στα χρόνια της φαγούρας <p>Τέλη της δεκαετίας του εβδομήντα.<br />Όμορφα χρόνια γεμάτα από γεγονότα που σημάδεψαν τη πορεία του πλανήτη και διαμόρφωσαν συνειδήσεις. Οι αμερικανοί σε υποχώρηση. Μετά το Βιετνάμ χάνουν συνεχώς χώρες από την επιρροή τους. Στην Ελλάδα ο απόηχος του Πολυτεχνείου νωπός, η αριστερά στη πρώτη γραμμή και σε πλήρη ανάπτυξη.<br />Ο Tάσος μαθητής στη Πέμπτη Γυμνασίου, μόλις είχε οργανωθεί στη ΚΝΕ. Ανήσυχο πνεύμα από τη φύση του, έψαχνε και ψαχνόταν. Μπήκε στην οργάνωση με ενθουσιασμό, το έβλεπε σαν ένα βήμα για προσφορά, θα μπορούσε με μεθοδικότητα και πρόγραμμα να αγωνιστεί για ένα κόσμο καλύτερο, πράγμα που έκανε μέχρι τότε αλλά τελείως ερασιτεχνικά.<br />Είχε πάρει αποβολή για μακριά μαλλιά, είχε πρωτοστατήσει στην αποχή του σχολείου του, ήταν ο δημιουργός του πρώτου μαθητικού συμβουλίου και αυτοί ήταν λόγοι σοβαροί για να τραβήξει την προσοχή των ανθρώπων του κόμματος.<br />Γεμάτος ενθουσιασμό ρίχνεται στη μάχη. Δεν υπήρχε κολώνα στη περιοχή του που να μην είχε κολλήσει αφίσα του κόμματος. Κάθε Κυριακή πρωί πρώτος στην εξόρμηση για την εφημερίδα. Στα κουπόνια άπιαστος. Διάβαζε και πολύ. Όχι τα μαθήματα του σχολείου, αλλά το Κράτος και Επανάσταση του Λένιν. Είχε απορροφηθεί σε τέτοιο βαθμό που είχε σχεδόν ξεχάσει την μεγάλη του αγάπη, τη μουσική.<br />Ο Τάσος είχε εκείνη την εποχή με τη μουσική μια σχέση κάτι παραπάνω από ερωτική. Το καλοκαίρι δούλεψε δυο ολόκληρους μήνες στην οικοδομή για να μπορέσει να αγοράσει το πρώτο του στερεοφωνικό. Είχε χάσει τα μυαλά του με τη ροκ εδώ και δυό χρόνια. Έτρεχε με τους φίλους του στα υπόγεια σφαιριστήρια για να ακούσουν Hendrix, Deep Purple, Led Zeppelin. Οι συζητήσεις και οι τσακωμοί για τον καλύτερο κιθαρίστα, τον καλύτερο τραγουδιστή, δεν είχαν τελειωμό. Σε ένα πάρτι άκουσε για πρώτη φορά Pink Floyd και ο έρωτας ήταν κεραυνοβόλος και παντοτινός. Κάθε βράδυ πριν κοιμηθεί έβαζε στα αυτιά του τα ακουστικά και άκουγε τα αγαπημένα ου κομμάτια. Αυτό τον ηρεμούσε και τον χαλάρωνε.<br />Με τον καιρό κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά στην οργάνωση με τη ροκ μουσική. Τα στελέχη την χαρακτήριζαν όργανο των Αμερικανών στη προσπάθειά τους να αποπροσανατολίσουν την νεολαία. Μια φορά το αντέκρουσε αυτό λέγοντας ότι υπάρχουν συγκροτήματα που με τη παρουσία τους βοηθάνε τον κόσμο να κάνει ένα βήμα παραπέρα, να αμφισβητήσει. Ο καθοδηγητής τον κοίταξε επιτιμητικά, διέγνωσε οτι είναι αδύνατος ιδεολογικά και ευάλωτος στην αστική προπαγάνδα. Ο Τάσος το πήρε πολύ βαριά, δεν μιλιόταν. Ο φίλος του ο Δημήτρης που είχε παρακολουθήσει τη σκηνή τον πλησίασε για να τον παρηγορήσει. Μάταια, δεν έπαιρνε από λόγια. Τότε κάνει μια κίνηση ανοίγει το παλτό του και του δείχνει ένα δίσκο όμορφα τακτοποιημένο ανάμεσα στη φόδρα.<br />-Τι είναι αυτό;<br />-Δίσκος απαντάει συνομωτικά. Μόλις κυκλοφόρησε από ένα καινούριο συγκρότημα, Dire Straits τους λένε. Πολλοί καλοί. Έχουν ένα κομμάτι που ο κιθαρίστας σολάρει καλύτερα και από τον Γκίλμουρ!<br />-Σιγά μην είναι καλύτερος και από τον Χέντριξ!<br />-Πάρτο με τρόπο, πρόσεξε να μη σε δουν και άκουσέ το.<br />Έτσι ξεκίνησε και συνεχίστηκε αμείωτα ή ανταλλαγή δίσκων, στα κρυφά, μισοπαράνομα.<br />Μια μέρα ο Δημήτρης ήρθε στα γραφεία του κόμματος κρατώντας φανερά στα χέρια του ένα δίσκο. Ο Τάσος πάγωσε γιατί φανταζόταν τι δίσκος θα ήταν. Ο καθοδηγητής αμέσως τον ρωτάει.<br />-Τι είναι αυτό σύντροφε;<br />-Δίσκος, απαντάει ο Δημήτρης και τα μάτια του γυάλιζαν<br />-Αυτό το βλέπω. Τι δίσκος είναι, ποιανού;<br />-Είναι από ένα συγκρότημα που παίζει ροκ μουσική.<br />-Και έφερες εδώ μέσα, μέσα στα γραφεία, ένα τέτοιο δίσκο; (έξαλα ο καθοδηγητής)<br />-Μα το συγκρότημα είναι από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας σύντροφε!!! (θριαμβευτικά ο Δημήτρης)<br />Κόκκαλο ο καθοδηγητής, χάνει τα λόγια του, μπερδεύεται και φεύγει από τα γραφεία χτυπώντας τη πόρτα πίσω του. Τα παιδιά ανοίγουν με ευλάβεια το εξώφυλλο και βάζουν το βινύλιο στο παλιό πικάπ. Ένας πρωτόγνωρος ήχος απλώνεται στο γραφείο με πρωταγωνιστικό ρόλο όχι την κιθάρα αλλά το βιολί. Φοβερή μελωδία, υπέροχος ρυθμός. Ένα κομμάτι που δεν καταλαβαίνουν τα λόγια γιατί είναι στα γερμανικά και όμως τα νοιώθουν γιατί μιλάει τη παγκόσμια γλώσσα, τη γλώσσα της μουσικής.<br />Από τότε ο Τάσος το έχει στη λίστα με τα δέκα καλύτερα τραγούδια όλων των εποχών.</p><br /><br /><br /><a href="http://www.snapdrive.net/%3Futm_source%3Dplayerlogo%26utm_medium%3Dflashplayer_rev1"></a><br /><br />City - Am Fenster<br /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Η Δίκη</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2007/12/02/%ce%97_%ce%94%ce%af%ce%ba%ce%b7</link>
		<pubDate>Sun, 02 Dec 2007 11:14:00 -0500</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2007/12/02/%ce%97_%ce%94%ce%af%ce%ba%ce%b7</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://bp0.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R1KA6Nk8czI/AAAAAAAAAOE/DEHzU3zyv6I/s1600-R/%CE%95%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B1a.jpg"><img src="http://bp0.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R1KA6Nk8czI/AAAAAAAAAOE/heKfC627Z6U/s320/%CE%95%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B1a.jpg" /></a>- Κατηγορούμενε απολογήσου.Οι κατηγορίες που σε βαραίνουν είναι τεράστιες<br /><a href="http://bp1.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R1KA1dk8cyI/AAAAAAAAAN8/cxXylqtPIOo/s1600-R/18745e767c26f5ee.jpg"><img src="http://bp1.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R1KA1dk8cyI/AAAAAAAAAN8/4o3bvfGGgH0/s320/18745e767c26f5ee.jpg" /></a>-Δεν έχω να πω τίτοτα. Για ότι είπα και ότι έκανα αναλαμβάνω την ευθύνη.Και γράμματα γνωρίζω.<br /><br /><a href="http://bp0.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R1KAxNk8cxI/AAAAAAAAAN0/GQEbCZL4vfc/s1600-R/%CE%95%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B1a.jpg"><img src="http://bp0.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R1KAxNk8cxI/AAAAAAAAAN0/BbEm8OTFPCM/s320/%CE%95%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B1a.jpg" /></a>-Θα απολογηθείς και θα πεις και ένα τραγούδι.<br />Οι αναμάρτητοι σε περιμένουν έξω με το λίθο στο χέρι.<br /><br /><a href="http://bp2.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R1J_gtk8cwI/AAAAAAAAANs/6Jf-6O3RnUY/s1600-R/18745e767c26f5ee.jpg"><img src="http://bp2.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R1J_gtk8cwI/AAAAAAAAANs/uOTR0i2NpW0/s320/18745e767c26f5ee.jpg" /></a> Ε, τότε να πω ένα τραγούδι.<br />Και σαν τελευταία χάρη σας ζητώ να το αφιερώσετε στην Αλίκη.<br />Ήθελα να της γράψω αλλά με προλάβατε εσείς.<br /><br />Να μ'αγαπάς<br /><br />Σου γράφω πάλι από ανάγκη<br />η ώρα πέντε το πρωί<br />το μόνο πράγμα που 'χει μείνει<br />όρθιο στον κόσμο είσαι εσύ.<br /><br />Τι να τις κάνω τις τιμές τους<br />τα λόγια τα θεατρικά<br />μες στην οθόνη του μυαλού μου<br />χάρτινα είδωλα νεκρά.<br /><br />Να μ' αγαπάς όσο μπορείς να μ' αγαπάς.<br /><br />Κοιτάζοντας μες στον καθρέφτη<br />βλέπω ένα πρόσωπο γνωστό<br />κι ίσως η ασχήμια του να φύγει<br />μόλις πλυθώ και ξυριστώ.<br /><br />Βρωμάει η ανάσα απ' τα τσιγάρα<br />βαραίνει ο νους μου απ' τα πολλά<br />στον τοίχο κάποια Μόνα Λίζα<br />σε φέρνει ακόμα πιο κοντά.<br /><br />Να μ' αγαπάς όσο μπορείς να μ' αγαπάς.<br /><br />Αν και τελειώνει αυτό το γράμμα<br />η ανάγκη μου δε σταματά<br />σαν το πουλί πάνω στο σύρμα<br />σαν τον αλήτη που γυρνά.<br /><br />Θέλω να 'ρθείς και να μ' ανάψεις<br />το παραμύθι να μου πεις<br />σαν μάνα γη να μ' αγκαλιάσεις<br />σαν άσπρο φως να ξαναρθείς.<br /><p></p><p></p> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Η απάντηση του Αναστάση</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2007/11/30/%ce%97_%ce%b1%cf%80%ce%ac%ce%bd%cf%84%ce%b7%cf%83%ce%b7_%cf%84%ce%bf%cf%85_%ce%91%ce%bd%ce%b1%cf%83%cf%84%ce%ac%cf%83%ce%b7</link>
		<pubDate>Fri, 30 Nov 2007 11:30:00 -0500</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2007/11/30/%ce%97_%ce%b1%cf%80%ce%ac%ce%bd%cf%84%ce%b7%cf%83%ce%b7_%cf%84%ce%bf%cf%85_%ce%91%ce%bd%ce%b1%cf%83%cf%84%ce%ac%cf%83%ce%b7</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://bp2.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R0_Ysq0_p1I/AAAAAAAAAMM/oUMxgRc-mcQ/s1600-R/Buzzards%27_Roost,_Fall_Creek_Falls_State_Park,_Tennessee.jpg"><img src="http://bp2.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R0_Ysq0_p1I/AAAAAAAAAMM/FGk3ChNcdZk/s320/Buzzards%27_Roost,_Fall_Creek_Falls_State_Park,_Tennessee.jpg" /></a> Στις <a href="http://metofeggariagalia.blogspot.com/">φεγγαραγγαλιές</a> διάβασα ένα υπέροχο κείμενο για τη Λίνα και τον Αναστάση. Στα πολλά σχόλια που ακολούθησαν όλοι μα ολοι έβριζαν και λοιδωρούσαν τον Αναστάση. Επειδή η ζωή είναι πολύχρωμη μια απάντησή του θα μπορούσε να ήταν και αυτή:<br /><a href="http://metofeggariagalia.blogspot.com/"><br /></a>Μοναδική μου Λίνα<br />Μόλις έλαβα το γράμμα σου. Θα μπορούσα να σου γράψω ότι από υγεία είμαι καλά, αλλά με ξέρεις, ποτέ μου δεν σου είπα ψέματα και δεν θα το κάνω και τώρα.<br />Έφυγες και σκοτείνιασε η πλάση. Δεν είναι το άδειο διαμέρισμα που με παγώνει, είναι το χαμόγελό σου που λείπει και μου μαυρίζει τη ψυχή.<br />Τα γεγονότα είναι γνωστά, άλλωστε τα περιγράφεις τόσο όμορφα στο γράμμα σου. Το είχες αυτό το προτέρημα. Εκφραζόσουν πάντα με σαφήνεια που όμως δεν ήταν ψυχρή αλλά άφηνε πίσω της μια αύρα δροσιάς και συγκατάβασης. Άλλωστε αυτό ακριβώς ήταν που με μαγνήτισε όταν για πρώτη φορά σε συνάντησα στο γραφείο σου για κείνο το ρημάδι το δάνειο που τόσο το είχα ανάγκη. Και δεν ήταν η ζέστη που τα ρούχα μου ήταν μούσκεμα, στη τράπεζα ο κλιματισμός δούλευε στο φουλ. Ήταν ο τρόπος που με κοίταξες, ο τρόπος που μου μίλησες και η συνειδητοποίηση για τον άνθρωπο που είχα απέναντί μου, ο λόγος που με έλουσε ο ιδρώτας. Δεν ήξερα τίποτα για σένα και ούτε ήθελα να μάθω. Δεν με ενδιέφερε αν ήσουν παντρεμένη, λεύτερη, χωρισμένη. Εκείνο που σφηνώθηκε στο μυαλό μου ήταν να γνωρίσω από κοντά τη Λίνα. Και το έκανα. Ξεπέρασα τις αναστολές του σαρανταωχτάρη , έκλεψα το τριαντάφυλλο από ένα κήπο γιατί ντρεπόμουν το κοριτσάκι στο ανθοπωλείο και βάδισα προς το πεπρωμένο μου. Ήμουν σε τρομερή ένταση όταν μπήκα στη τράπεζα, είχα κοκκινίσει ολόκληρος. Νόμιζα ότι όλοι με κοιτούσαν και κρυφογελούσαν. Άνοιξα με τρεμάμενα χέρια τη πόρτα του γραφείου σου και στάθηκα μπροστά σου μαρμαρωμένος. Λέξη δεν έβγαινε από το στόμα μου. Ήταν αυτό σου το χαμόγελο που μου ζέστανε τη ψυχή και μου έκλεψε τη καρδιά.<br />Δεν σου έκρυψα τίποτα για μένα. Σου μίλησα για την Αλίκη, τα εικοσοτρία χρόνια του γάμου μας, για τις μεγάλες λατρείες μου, τα παιδιά μου. Σου μίλησα με κάθε ειλικρίνεια για μένα. Σου είπα ότι ποτέ μέχρι τώρα δεν είχα απατήσει τη γυναίκα μου. Όμως όπως όλα τα πράγματα, έτσι και ο δικός μου γάμος έκανε το κύκλο του. Από πηγή δημιουργίας και έμπνευσης, κατάντησε μια διαρκής πληγή γκρίνιας και μιζέριας, τουλάχιστον για μένα. Σου εξήγησα ότι η Αλίκη δεν το έβλεπε έτσι. Την είχαν απορροφήσει το σχολείο των παιδιών, οι δουλειές του σπιτιού, ο κύκλος μας. Καλά και άγια όλα αυτά αλλά υπήρχα και εγώ και οι ανησυχίες μου. Πλησιάζω τα πενήντα Λίνα μου και αυτό με τρελαίνει. Είναι ωραίες οι συμβουλές στους άλλους, αλλά αυτό συμβαίνει σε μένα και τον εαυτό σου δεν το ξεγελάς. Έχει αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση και δεν πρόλαβα γαμώτο μου να κάνω σχεδόν τίποτα από αυτά που ονειρευόμουν. Θέλω τόσο πολύ να αγαπήσω. Ναι καλά το διάβασες, να αγαπήσω όχι να αγαπηθώ. Έχω τόσα πολλά μέσα μου να δώσω, να μοιραστώ που αν δεν το κάνω τώρα αμέσως, θα εξαφανιστώ, θα εξαϋλωθώ. Το μόνο που θέλω τώρα είναι μια θάλασσα και μια αγκαλιά. Μια θάλασσα να μου τραγουδάει και μια αγκαλιά να με σφίξει τόσο πολύ μέχρι να με τελειώσει.<br />Αυτά και άλλα πολλά σου είπα εκείνο το βράδυ. Ήταν η σειρά σου να μείνεις άφωνη. Είχες χαλαρώσει, βοήθησε και το κρασί, και άφησες το ποτάμι που έβγαινε από μέσα μου να μας παρασύρει. Και ήταν όμορφο το ταξίδι. Μπορεί να μην ήταν μακρινό, ήταν όμως το δικό μας μοναδικό ταξίδι.Και ήρθε η στιγμή να αποφασίσω. Με έτρωγε μέσα μου, με βασάνιζε, δεν με άφηνε σε ησυχία. Έπρεπε να ξεκαθαρίσω τα πράγματα. Το τηλεφώνημα που νόμιζες ότι κατά λάθος άκουσες, είχα φροντίσει εγώ να συμβεί. Σε ήθελα δίπλα μου εκείνη τη στιγμή. Να γυρίσω να δω το βλέμμα σου, να πάρω κουράγιο. Ναι βρισκόμουν σε αμηχανία, πάλευα. Δεν είναι η ομορφιά της Αλίκης ούτε η αγάπη της για μένα αυτό που με προβλημάτιζε. Ήταν η μια ολόκληρη ζωή που ζήσαμε μαζί, και τα παιδιά μας. Γνώριζα πολύ καλά ότι αν της έλεγα να χωρίσουμε , αυτό θα τη ‘’σκότωνε’’ ψυχικά και δεν είχα το δικαίωμα να το κάνω. Με αγάπησε, με φρόντισε, μου στάθηκε. Δεν έφταιγε αυτή για το κατάντημα του γάμου. Έφταιγα και εγώ, μα πάνω απ΄όλα έφταιγε η νομοτέλεια του κόσμου τούτου. Σε έψαξα, αναζήτησα το βλέμμα σου, αλλά είχες χαθεί στις σκέψεις σου και το τσιγάρο.<br />Δεν ξαναπήγα στη τράπεζα κι ας είχε εγκριθεί το δάνειο. Δεν αντέχω στη σκέψη της απουσίας σου από το χώρο. Όπου και να είσαι να είσαι καλά. Σου εύχομαι ολόψυχα να βρεις την ευτυχία και θα τη βρεις γιατί σου αξίζει. Τουλάχιστον θα έχεις την ευκαιρία να ξαναπροσπαθήσεις. Όσο για μένα, είμαι ακόμα εδώ. Συνεχίζω τη ζωή μου για το καλό των άλλων. Με τόσο κόσμο δίπλα μου αλλά και τόσο μόνος. Αναστάσης<br /><br /><br /><a href="http://www.snapdrive.net/%3Futm_source%3Dplayerlogo%26utm_medium%3Dflashplayer_rev1"></a> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Και οι δώδεκα είναι υπέροχες!</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2007/11/28/%ce%9a%ce%b1%ce%b9_%ce%bf%ce%b9_%ce%b4%cf%8e%ce%b4%ce%b5%ce%ba%ce%b1_%ce%b5%ce%af%ce%bd%ce%b1%ce%b9_%cf%85%cf%80%ce%ad%cf%81%ce%bf%cf%87%ce%b5%cf%82!</link>
		<pubDate>Wed, 28 Nov 2007 19:52:00 -0500</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2007/11/28/%ce%9a%ce%b1%ce%b9_%ce%bf%ce%b9_%ce%b4%cf%8e%ce%b4%ce%b5%ce%ba%ce%b1_%ce%b5%ce%af%ce%bd%ce%b1%ce%b9_%cf%85%cf%80%ce%ad%cf%81%ce%bf%cf%87%ce%b5%cf%82!</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	Δώδεκα φωτογραφίες του πλανήτη από δορυφόροΑπέραντο γαλάζιο<a href="http://bp1.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R020260_pzI/AAAAAAAAAL8/jZmgdUoZ_c8/s1600-h/%CE%95%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B11.jpg"><img src="http://bp1.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R020260_pzI/AAAAAAAAAL8/jZmgdUoZ_c8/s320/%CE%95%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B11.jpg" /></a><br /><a href="http://bp1.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R020y60_pyI/AAAAAAAAAL0/Wg0k73PCIeY/s1600-h/%CE%95%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B12.jpg"><img src="http://bp1.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R020y60_pyI/AAAAAAAAAL0/Wg0k73PCIeY/s320/%CE%95%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B12.jpg" /></a><br />Νότια της Ιβηρικής χερσονήσου. Μια ανεμοθύελλα αφήνει την Βόρεια Αφρική . Κανάριοι Νήσοι<br /><a href="http://bp0.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R020tq0_pxI/AAAAAAAAALs/nZSeFxBZDVE/s1600-h/%CE%95%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B13.jpg"><img src="http://bp0.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R020tq0_pxI/AAAAAAAAALs/nZSeFxBZDVE/s320/%CE%95%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B13.jpg" /></a><br />Οι Ελβετικές Άλπεις<br /><a href="http://bp2.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R020mK0_pwI/AAAAAAAAALk/IDC9zOqfaQQ/s1600-h/%CE%95%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B14.jpg"><img src="http://bp2.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R020mK0_pwI/AAAAAAAAALk/IDC9zOqfaQQ/s320/%CE%95%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B14.jpg" /></a><br />Ισλανδία<br /><a href="http://bp0.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R020fq0_pvI/AAAAAAAAALc/lQpLOBkcexM/s1600-h/%CE%95%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B15.jpg"><img src="http://bp0.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R020fq0_pvI/AAAAAAAAALc/lQpLOBkcexM/s320/%CE%95%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B15.jpg" /></a><br />Η νύχτα καταφθάνει στην Ευρώπη και στην Δυτική Αφρική<br /><a href="http://bp3.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R020Xa0_puI/AAAAAAAAALU/Hq9wKY7HkLU/s1600-h/%CE%95%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B16.jpg"><img src="http://bp3.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R020Xa0_puI/AAAAAAAAALU/Hq9wKY7HkLU/s320/%CE%95%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B16.jpg" /></a><br />Στενά του Γιβλαρτάρ - Μεσόγειος Θάλασσα<br /><a href="http://bp1.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R020Q60_ptI/AAAAAAAAALM/iR2FsW6Bl1o/s1600-h/%CE%95%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B115.jpg"><img src="http://bp1.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R020Q60_ptI/AAAAAAAAALM/iR2FsW6Bl1o/s320/%CE%95%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B115.jpg" /></a><br /><br />Μαύρη Θάλασσα<br /><a href="http://bp1.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R020B60_psI/AAAAAAAAALE/CbqxSG0UrkE/s1600-h/%CE%95%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B17.jpg"><img src="http://bp1.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R020B60_psI/AAAAAAAAALE/CbqxSG0UrkE/s320/%CE%95%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B17.jpg" /></a><br /><br />Ερυθρά Θάλασσα<br /><a href="http://bp3.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R02zpa0_prI/AAAAAAAAAK8/CO7jJNbgLdc/s1600-h/%CE%95%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B18.jpg"><img src="http://bp3.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R02zpa0_prI/AAAAAAAAAK8/CO7jJNbgLdc/s320/%CE%95%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B18.jpg" /></a><br />Γη…Βυθισμένη στο σκοτάδι.Φανταστική!!<br /><a href="http://bp3.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R02zga0_pqI/AAAAAAAAAK0/VZcJPuAmj_g/s1600-h/%CE%95%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B110.jpg"><img src="http://bp3.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R02zga0_pqI/AAAAAAAAAK0/VZcJPuAmj_g/s320/%CE%95%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B110.jpg" /></a><br /><a href="http://bp2.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R02zbK0_ppI/AAAAAAAAAKs/HKm-ebaVaEY/s1600-h/%CE%95%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B111.jpg"><img src="http://bp2.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R02zbK0_ppI/AAAAAAAAAKs/HKm-ebaVaEY/s320/%CE%95%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B111.jpg" /></a><br /><a href="http://bp2.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R02zWK0_poI/AAAAAAAAAKk/YLua_uSdJYI/s1600-h/%CE%95%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B112.jpg"><img src="http://bp2.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R02zWK0_poI/AAAAAAAAAKk/YLua_uSdJYI/s320/%CE%95%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B112.jpg" /></a><br />Είναι υπέροχη η γη μας, έτσι???Λοιπόν,για να μπορέσουν τα παιδιά μας να χαρούν αυτό το θέαμα για πολύ καιρόας μην την αφήσουμε στα χέρια των πολυεθνικών και των ηγετίσκων που δεν βλέπουν τίποτα πέρα από την εξυπηρέτηση των αφεντικών τους.Ας βοηθήσουμε όλοι για ένα καλύτερο πλανήτη.<br /><br /><br /> ]]></content:encoded>
</item>
<item>
		<title>Κούκος (μονος): Tαξιδεύοντας....</title>
		<link>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2007/11/27/T%ce%b1%ce%be%ce%b9%ce%b4%ce%b5%cf%8d%ce%bf%ce%bd%cf%84%ce%b1%cf%82....</link>
		<pubDate>Tue, 27 Nov 2007 08:55:00 -0500</pubDate>
		<guid>http://www.lesvosblogs.gr/%ce%9a%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%82_(%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%bf%cf%82)/2007/11/27/T%ce%b1%ce%be%ce%b9%ce%b4%ce%b5%cf%8d%ce%bf%ce%bd%cf%84%ce%b1%cf%82....</guid>
				<author>Κούκος</author>		
				<content:encoded><![CDATA[	<a href="http://bp0.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R0vV5K0_pUI/AAAAAAAAAIE/QBGGJa3D7JM/s1600-h/DSC00170.JPG"><img src="http://bp0.blogger.com/_vu4GqPFsa5k/R0vV5K0_pUI/AAAAAAAAAIE/QBGGJa3D7JM/s320/DSC00170.JPG" /></a><br />Κράτησα τη ζωή μουταξιδεύοντας ανάμεσα σε κίτρινα δέντρα,κάτω απ'το πλάγιασμα της βροχής.Σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξιάςκαμιά φωτιά στην κορυφή τουςβραδιάζει.Γ. Σεφέρης<br /><br /><br /><br /><br /><br /><br />ΥΓ. Πάντα με γοήτευαν αυτοί οι στίχοι. Ίσως γιατί δεν μπόρεσα ποτέ να τους εξηγήσω επαρκώς. Έχω την αίσθηση οτι κάτι μου ξεφεύγει, ξεγλιστράει και χάνεται, μαζί με τη μέρα που φεύγει. Αφήνουν πίσω τους μια μελαγχολία που όμως δεν οδηγεί στην στείρα άρνηση. Κατά την ταπεινή μου γνώμη, η μελοποίηση του συγκεκριμένου ποιήματος, είναι ένας σταθμός στο σύγχρονο πολιτισμό μας. Η μουσική του Θεοδωράκη στα καλύτερά της, συναντάει τη θεϊκή φωνή του Μπιθικώτση. Ανατριχίλα... ]]></content:encoded>
</item>
</channel>
</rss>
