Οι Λόγοι Για Τους Οποίους Οδηγούνται Στην Πτώση Ο Ξέρξης Στους Πέρσες Του Αισχύλου Και ο Αίας Στον Αίαντα Του Σοφοκλή.
Πρόλογος
Στο κείμενο που ακολουθεί, θα καταβληθεί μια προσπάθεια ανάλυσης των λόγων που οδηγούν στην πτώση και στην ατίμωση αφενός μεν τον Ξέρξη στους Πέρσες του Αισχύλου, αφετέρου δε τον Αίαντα στον Αίαντα του Σοφοκλή. Προκειμένου να επιτευχθεί αυτή η ανάλυση, κρίνεται σκόπιμο να γίνει μια πρώτη αναφορά στις αξίες, στους θεσμούς αλλά και γενικότερα στο κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο γεννήθηκαν τα δύο αυτά δράματα, μέλη του οποίου αποτελούσαν τόσο οι συγγραφείς τους όσο και οι θεατές στους οποίους απευθύνονταν.
Εισαγωγή
Στα τέλη του 6ου αιώνα, πέρα απ'; τους πολιτικούς, οικονομικούς και κοινωνικούς λόγους που οδήγησαν στην εγκαθίδρυση της δημοκρατίας, μια νέα πνευματική στάση που έχει τις ρίζες της στη γόνιμη διεργασία των αρχαϊκών χρόνων, αποδεσμεύει τους ανθρώπους από το γοητευτικό μύθο και τους στρέφει στον ορθολογισμό και στη συνειδητοποίηση της ευθύνης τους απέναντι στον κόσμο και την κοινωνία.
Με το πέρασμα από την αρχαϊκή στην κλασσική περίοδο, με αργά αλλά σταθερά βήματα, κάποιες από τις αξίες των αρχαίων ελλήνων μεταλλάσσονται, ενώ κάποιες άλλες παραμένουν σταθερές και αναλλοίωτες στο χρόνο έτσι: η μονάδα αντικαθίσταται από το σύνολο, ενώ αξίες όπως η ευγενής άμιλλα και η συνεργασία καταλαμβάνουν υψηλές θέσεις στην κλίμακα των αξιών των αρχαίων ελλήνων, οι παλαιοί θεοί εξελίσσονται σε φρουρούς των πόλεων ως «πολιούχοι θεοί», οι αποφάσεις δεν είναι πια αποτέλεσμα ενός προσώπου αλλά πολλών, το ατομικό ζήτημα γίνεται κοινωνικό και συχνά πολιτικό - αποκτώντας ευρύτερες διαστάσεις που αφορούν στο σύνολο - οι επιλογές των ηγετών εξετάζονται σε σχέση με τον αντίκτυπο που αυτές έχουν στο λαό (Πέρσες) - καθώς η ανθρώπινη μοίρα γίνεται μοίρα της πόλης - αφού η ίδια η ύπαρξη του ατόμου είναι συνδεδεμένη με αυτή της πόλης του[1].
«Έχει αδειάσει η γη της Ασίας και ολόκληρη τώρα στενάζει.
Ο Ξέρξης τους οδήγησε, αλί, ο Ξέρξης του αφάνισε, αλί,
ο Ξέρξης τα έκανε όλα αστόχαστα, αυτός και τα πλοία της θάλασσας.
Όμως πως ο Δαρείος δεν προξένησε βλάβη καμιά στους δικούς του πολίτες, ο βασιλιάς ο τοξότης, ο λατρεμένος στα Σούσα.»[2]
Ωστόσο αν και οι δημοκρατικές κοινωνίες του 5ου αιώνα χαρακτηρίζονταν από το πνεύμα της ευγενούς άμιλλας και της συνεργασίας, ακόμα και σε αυτή την περίοδο, η ανταγωνιστικότητα και η επιδίωξη της προσωπικής τιμής (αρχαϊκές αξίες) μπορούσαν να έρθουν σε σύγκρουση με τις αξίες της συνεργασίας (κλασσικές αξίες). Η επικρατούσα κοινωνική αντίληψη που ήθελε τους πλουσίους και επιτυχημένους επιρρεπείς στην αλαζονεία και στην έλλειψη εγκράτειας, σε συνδυασμό με την ηθική διάσταση της αρχαίας ελληνικής θρησκείας που απορρέει από την πίστη των αρχαίων Ελλήνων ότι, οι θεοί τους ενδιαφέρονται για τη δικαιοσύνη και για τις πράξεις των ανθρώπων, οδηγεί στην πεποίθηση ότι το άτομο εξαιτίας της αλαζονείας του οδηγείται συχνά στο παράπτωμα της ύβρεως. Το παράπτωμα αυτό συνιστά προσβολή της τιμής ή της κοινωνικής θέσης του ατόμου και επισύρει την τιμωρία (Ξέρξης - Αίας), είτε αυτή προέρχεται από τους ανθρώπους (δικαστήρια) - καθώς για μια πράξη ύβρεως, ήταν δυνατό να ασκηθεί ποινική δίωξη - γεγονός που μπορούσε να επισύρει ακόμη και τη θανατική ποινή, είτε από τους θεούς (θεοδικία) - αφού εάν ένας άνθρωπος αμάρτανε, τότε διέτρεχε τον κίνδυνο να προκαλέσει το θυμό των θεών και την τιμωρία - με αποτέλεσμα την πτώση του αμαρτωλού με τα συνακόλουθα αποτελέσματα για ολόκληρη την κοινότητα της οποίας ήταν μέλος[3].
« ...;Να μην ξεστομίσεις λόγο θρασύ για τους θεούς ποτέ σου, μήδε να καυχηθείς, αν απ'; τους άλλους βαραίνεις πιο πολύ σ'; αντρειοσύνη ή σε μεγάλο πλούτο, αφού μια μέρα, φτάνει για να σηκώσει ή να βουλιάξει τ'; ανθρώπινα. Οι θεοί αγαπάνε πάντα τους γνωστικούς και τους κακούς μισούνε.[4]»
Την Ύβρη - κατά την αντίληψη των αρχαίων Ελλήνων - συνόδευε η Άτη, η οποία μάλιστα λόγω της τεράστιας δύναμής της, προσωποποιήθηκε[5]. Ήταν κόρη του Δια που διέμενε στον Όλυμπο μαζί με τους άλλους θεούς, αλλά τελικά εκδιώχθηκε όταν αυτή θέλησε να επιδείξει τη δύναμη της και πάνω στον ίδιο τον πατέρα της και η οποία «έχει ανάλαφρα ποδάρια, τι στο χώμα δεν τα πατάει, μον'; στα κεφάλια μας απάνω οδεύει πάντα, και τους ανθρώπους βλάφτει μπλέκοντας απ'; τους δυο τον έναν»[6]. Ως αντίβαρο στην ολέθρια επίδραση της Άτης υπήρχαν οι αδελφές της, οι Λιτές, θεότητες της παρακλήσεως και της μετανοίας, «κουτσές, με αλλήθωρα τα μάτια τους, με μούτρα ζαρωμένα, και πολεμούν να φτάσουν τρέχοντας ξοπίσω από την Τύφλα. Μα η Τύφλα, δυνατή, με ολόγερα ποδάρια, τρέχει απ'; όλες πολύ πιο μπρος στη γης ολάκερη, και στους θνητούς προφταίνει κακό να κάνει, κι οι Παράκλησες ξοπίσω τους γιατρεύουν»[7].
Αν σ'; όλα αυτά προστεθεί, αφενός μεν η πεποίθηση των αρχαίων Ελλήνων ότι οι θεοί δεν είναι υπερβατικές - εξωκοσμικές οντότητες που υπήρχαν ανέκαθεν, δημιούργησαν τα πάντα, γνωρίζουν τα πάντα και θα υπάρχουν εσαεί, αλλά είναι κι αυτοί οι ίδιοι δημιουργήματα (συχνά μάλιστα του ίδιου του ανθρώπινου γένους), με αυξημένες σε σχέση με αυτούς δυνάμεις και ικανότητες και εμπλέκονται διαρκώς στις υποθέσεις των ανθρώπων, αφετέρου δε η εμπλοκή της ίδιας της θρησκείας στον καθημερινό βίο - δημόσιο και ιδιωτικό - τόσο της κοινότητας όσο και του ατόμου, εύκολα γίνεται αντιληπτό γιατί η κοινότητα θεωρούσε την ασέβεια - δηλαδή την έλλειψη σεβασμού των κοινά αποδεκτών θρησκευτικών πεποιθήσεων και ιεροτελεστιών - ειδεχθές έγκλημα και παρέπεμπε σε δίκη και εν συνεχεία καταδίκαζε εκείνους που φαίνονταν ένοχοι μιας τέτοιας πράξης. Αντίθετα θεωρούσε ευσεβείς και τιμούσε όσους συμμετείχαν στις διάφορες λατρείες της πόλης, έκαναν άφθονες προσφορές στα ιερά, τιμούσαν με αφοσίωση τους νεκρούς προγόνους («Αίας» Τεύκρος) και τους εφέστιους θεούς και εξασφάλιζαν με τη γενναιοδωρία τους τη διεξαγωγή των δημόσιων τελετουργιών[8].
1. Μελετώντας τους Πέρσες του Αισχύλου 1. 1. Η ταυτότητα του δράματος και του δημιουργού του
Ο Αισχύλος γεννήθηκε την περίοδο της τυραννίδας και ανδρώθηκε σε μια ταραγμένη για την Αθηναϊκή πολιτεία εποχή. Συνεπώς η αντιμετώπιση της περσικής απειλής και η διαχείριση της εσωτερικής πολιτικής κατάστασης της Αθήνας μέχρι την εδραίωση της δημοκρατίας, ήταν γεγονότα που ο ίδιος έζησε από κοντά. Σύμφωνα μάλιστα με μαρτυρίες, υπηρέτησε ως οπλίτης στο Μαραθώνα και στη Σαλαμίνα. Είναι λοιπόν σχεδόν βέβαιο ότι όλα αυτά επηρέασαν την πνευματική προσωπικότητα του δραματουργού και το έργο του[9].
Οι «Πέρσες», το αρχαιότερο σωζόμενο δράμα του Αισχύλου, και βέβαια όλης της ελληνικής δραματουργίας, αλλά και το μοναδικό που επικεντρώνεται σε ένα γεγονός που θα ιστορικό, πραγματεύεται ουσιαστικά τον αντίκτυπο που είχε στην περσική αυλή η τρομακτική ήττα των Περσών στη Σαλαμίνα το 480 π.Χ. και έμμεσα, τη θριαμβευτική νίκη των Αθηναίων. Ο ποιητής το παρουσίασε στο αθηναϊκό κοινό οχτώ μόλις χρόνια μετά τη θρυλική ναυμαχία και αποτελεί το δεύτερο έργο της χαμένης κατά τα άλλα τετραλογίας «Φινεύς», «Πέρσαι», «Γλαύκος Ποτνιεύς» και «Προμηθεύς Πυρκαεύς» (σατυρικό). Τα θέματα των δραμάτων της είναι ανεξάρτητα, πράγμα που σημαίνει ότι η συνεχόμενη τριλογία - προσωπική σύλληψη του Αισχύλου - την πρώιμη περίοδο των «Περσών» δεν είχε γίνει ακόμα κανόνας για τον ποιητή[10].
Ο σεβασμός με τον οποίο αντιμετωπίζει την τραγωδία των εχθρών ο Αισχύλος, ακόμα και την ανδρεία τους σε ορισμένα σημεία, και που παραπέμπει στον ανάλογο σεβασμό του Ομήρου προς τους Τρώες, δείχνει το ιδιαίτερο ήθος και την οξυδέρκεια του ποιητή ο οποίος, αφενός μεν αντιλαμβάνεται πως έτσι εξαίρει πιο πειστικά τους Έλληνες, αφού όσο πιο άξιος είναι ο αντίπαλος, τόσο πιο αξιοθαύμαστη είναι η υπεροχή και η νίκη των ομοεθνών του - που ο ίδιος αποφάσισε να τιμήσει με το έργο του - αφετέρου δε, κρούει τον κώδωνα του κινδύνου στους Αθηναίους - που την περίοδο αυτή βρίσκονται σε ανοδική πορεία - για το τι μπορεί κι οι ίδιοι να πάθουν αν φερθούν αλαζονικά.
1. 2. Η υπόθεση του έργου
Η υπόθεση των «Περσών» διαδραματίζεται στα Σούσα, πρωτεύουσα της Περσικής αυτοκρατορίας, στο θρόνο της οποίας βρίσκεται ο Ξέρξης. Η έναρξη του δράματος γίνεται από το Χορό (γέροντες Πέρσες που παρέμειναν στην πατρίδα), ο οποίος εκφράζει τη μεγάλη ανησυχία του για την τύχη της εκστρατείας του βασιλιά εναντίον της Ελλάδας. Ο χορός σ'; έναν τόνο επιμνημόσυνης ακολουθίας απαριθμεί τα διάφορα φύλα και τα ονόματα των μεγάλων στρατηγών που πήραν μέρος στην εκστρατεία, καθώς θεωρεί σχεδόν βέβαιη την καταστροφή του στρατεύματος, μοιραία συνέπεια της αλαζονείας που ο Πέρσης αυτοκράτορας επέδειξε στους ιερούς και θείους νόμους.
Η αγωνία κορυφώνεται με την είσοδο στη σκηνή της βασίλισσας Άτοσσας, μητέρας του Ξέρξη, η οποία αφηγείται στους σεβάσμιους γέροντες ένα τρομακτικό όνειρο που είδε, το οποίο συσχετίζει με την τύχη της εκστρατείας στην Ελλάδα. Στη συνέχεια καταφθάνει ένας αγγελιοφόρος που δίνοντας συνταρακτική περιγραφή της μάχης και της καταστροφής του περσικού στόλου, αναγγέλλει τη συμφορά στη Σαλαμίνα.
Πανικόβλητοι Χορός και βασίλισσα επικαλούνται το πνεύμα του πεθαμένου βασιλιά Δαρείου, πατέρα του Ξέρξη, ο οποίος μέσα σ'; αυτή την καταστροφή: αναγνωρίζει την πραγμάτωση παλαιών χρησμών, προφητεύει και άλλες συμφορές για τους αλαζόνες Πέρσες, που έκαψαν τους ναούς των Ελλήνων και πρόσβαλαν τους θεούς με τις αστόχαστες πράξεις τους και συμβουλεύει φρόνηση και μέτρο, γιατί «Ο Δίας στέκεται κριτής σε κάθε υπεροψία υπέρμετρη και τιμωρεί αμείλικτα το θράσος». Στην Έξοδο της τραγωδίας εμφανίζεται και ο ίδιος ο Ξέρξης, ο αίτιος της συμφοράς, ρακένδυτος και πλήρως εξουθενωμένος.Το έργο τελειώνει μέσα σε γενικό θρήνο.
1. 3. Η ανάλυση
Στο έργο που εξετάζεται, ο Αισχύλος χωρίς φανατισμό και μισαλλοδοξία περιγράφει την καταστροφή των Περσών στη Σαλαμίνα και τον αντίκτυπό της στην Περσία. Σ' όλη την έκταση του δράματος ο ποιητής δείχνει σεβασμό και κάποια συμπάθεια για τους ηττημένους Πέρσες ανάμεικτη με περηφάνια για τη μεγάλη νίκη των Ελλήνων.
Ωστόσο ο Αισχύλος δεν μένει μόνο σ'; αυτό, δηλαδή στο να αποδώσει απλά τιμή στους νικητές μέσα από τη διεξοδική παρουσίαση του θρήνου του ηττημένου αντιπάλου. Απεναντίας εξετάζει τα αίτια που κατά τη γνώμη του οδήγησαν σ'; αυτό το αποτέλεσμα, εκφράζει έναν διαχρονικό πολιτικό και κοινωνικό προβληματισμό και διδάσκει προειδοποιώντας για τους μεγάλους κινδύνους και τις καταστροφές που επιφέρουν η υποτίμηση του «Άλλου», η τυφλή έπαρση, η υπέρμετρη φιλοδοξία, η αλαζονεία της εξουσίας.
Οι εισαγωγικοί αναπαιστοί και το χορικό που ακολουθεί θα μπορούσαν ίσως να χαρακτηριστούν ως ένας ύμνος του μεγαλείου της Περσικής αυτοκρατορίας και του ηγέτη της, αλλά ταυτόχρονα και ένας θρήνος για αυτό που μέλει να χαθεί. Το μέγεθος της δύναμης που ο Ξέρξης χρησιμοποίησε για αυτήν την εκστρατεία, καθώς και η ευφυής λύση που βρήκε προκειμένου να περάσει τα στενά του Ελλήσποντου το πολυπληθές στράτευμα, την προέλευση του οποίου με κάθε λεπτομέρεια ο χορός των γερόντων παραθέτει, μοιάζει τη μια στιγμή να τον κάνει υπερήφανο ενώ την άλλη να τον τρομάζει και να τον προβληματίζει. Η σοφία, που η εμπειρία των χρόνων του έχει προσφέρει, τον κάνει επιφυλακτικό μπροστά στα γεμάτα υπερβολή, έπαρση, και αλαζονεία χαρακτηριστικά τόσο του Ξέρξη όσο και των ενεργειών του, καθώς γνωρίζει ότι «φιλόφρονη καλοπιάνει τον άνθρωπο πρώτα η Άτη, τον πλανά και τον ρίχνει στα δίχτυα σα λεία. Και κανείς ατιμώρητα δεν μπορεί από κει να σωθεί και φύγει. (στ. 11-113)[11]»
Το όνειρο της Άτοσσας, το οποίο τελειώνει με την εικόνα ενός μικρόσωμου γοργόφτερου γερακιού που χιμά και μαδά με τα νύχια του το κεφάλι ενός ζαρωμένου κι ανυπεράσπιστου αετού, λειτουργεί κι αυτό ως προανάκρουσμα της τιμωρίας που ακολουθεί την αλαζονεία και την ύβρη. Η εικόνα, που με τόση μαεστρία χρησιμοποιεί ο Αισχύλος, δηλαδή του αετού (Ξέρξης - Περσικός στρατός) του μεγαλόσωμου αυτού αρπακτικού και σαρκοφάγου πτηνού, συμβόλου της δύναμης και της κυριαρχίας, που εμφανίζεται ζαρωμένος κι ανυπεράσπιστος κάτω απ'; τα νύχια ενός κιρκινεζιού (Ελληνικός στρατός) ενός δηλαδή μικρόσωμου γερακιού, αποδίδει χωρίς πολλά λόγια, τόσο το συσχετισμό των δυνάμεων που πήραν μέρος σ'; αυτή την μάχη, όσο και το ίδιο το αποτέλεσμα της μάχης.
Για τον Αισχύλο η καταστροφή της περσικής βασιλικής δύναμης είναι συνέπεια «Ασέβειας» και «Ύβρεως»[12]. Ο Ξέρξης θύμα της Άτης υπερτιμά τις δυνάμεις του και υπερβαίνει τα όρια του. Η αλαζονεία του τον τυφλώνει και τον οδηγεί στο ύψιστο για τους Έλληνες αμάρτημα την Ύβρη. Θεωρεί ότι είναι ανίκητος και κυρίαρχος όχι μόνο μιας πλειάδας λαών και χωρών αλλά και των ίδιων των στοιχείων της φύσης «καλοκάρφωτο ρίχνοντας δρόμο σα ζυγό στον αυχένα του πόντου (στ. 73-74)[13]».
Όπως σε όλες τις τραγωδίες του Αισχύλου έτσι και στους Πέρσες, θεοί και άνθρωποι συνυπάρχουν[14] σ'; έναν κόσμο που ο ποιητής δομεί χωρίς περιπλοκές. Η νίκη ή η ήττα των ανθρώπων (Ελλήνων - Περσών αντίστοιχα) δεν είναι αποτέλεσμα μόνο δικών τους ενεργειών, είναι κυρίως απόδειξη της εξουσίας των θεών. Οι θεοί ως δίκαιοι κριτές, επαναφέρουν την τάξη εκεί όπου αυτή έχει διασαλευτεί. Η αλαζονική - «υβριστική» συμπεριφορά του Ξέρξη, που έχει υπερβεί τα όρια και έχει ταράξει την κοσμική ισορροπία, θα επιφέρει στη συνέχεια την «άτη» των θεών και τη «νέμεση» που τιμωρεί τον «υβριστή» και αποκαθιστά την ομαλότητα[15].
Ο αγγελιοφόρος μεταφέρει στο Χορό και στην Άτοσσα τα αποτελέσματα αυτής της τιμωρίας. Το ίδιο το υγρό στοιχείο που ο Ξέρξης παραβίασε, αυτό τον καταστρέφει[16] αρχικά στη Σαλαμίνα όπου τα τριακόσια δέκα «όλα κι όλα τα ελληνικά καράβια» (στ. 337-339)[17], κύκλωσαν, χτύπησαν και γύρισαν ανάποδα (στ. 416-418)[18] τα χίλια διακόσια επτά «γοργόδρομα» (στ. 343-344)[19] περσικά καράβια, έτσι ώστε «η θάλασσα χάθηκε απ'; τα τόσα ναυάγια πια γεμάτη κι απ'; το πολύ φονικό. Σωρός οι νεκροί στις ακτές και τα βράχια» (στ. 419-421)[20] και στη συνέχεια, κατά τη διάρκεια της επιστροφής, σ'; ολόκληρη την Ελλάδα.
Τα ίδια πλοία που ήταν αιτία να «χαθεί η θάλασσα», όταν ο Ξέρξης τα έδεσε στη σειρά θέλοντας να περάσει τα στενά του Ελλήσποντου, τώρα και πάλι «κρύβουν τη θάλασσα», αποτέλεσμα και τιμωρία αυτής του της ενέργειας. Οι ίδιοι στρατιώτες που πέρναγαν πάνω απ'; την πλοιογέφυρα του Ξέρξη, συμμέτοχοι και κοινωνοί της δικής του «ύβρεως», τώρα άλλοι κείτονται νεκροί στις ακτές και στα βράχια (στ. 421)[21], άλλοι πέφτουν τριγύρω απ'; τις κρήνες, πεθαίνοντας από τη δίψα (στ. 483-484, 490-491)[22] κι άλλοι τέλος πνίγονται στα παγωμένα νερά του Στρυμόνα καθώς «οι αχτίνες του θεού (Ήλιου)» (στ. 504)[23] λιώνουν το «κρυσταλλένιο πέρασμα», εμποδίζοντας αυτούς που πάλι πάνω απ'; το νερό, προσπαθούν να περάσουν και να σωθούν.
Σε όλο το έργο οι θεοί είναι πανταχού παρόντες: βλέπουν και κρίνουν και ανάλογα επιβραβεύουν «Την πόλη της Παλλάδας τη σώζουν οι θεοί» (στ. 347)[24] ή τιμωρούν «ένας θεός την άρχισε τη συμφορά μας όλη, Δέσποινα, εκδικητής κακός, που φάνηκε, δεν ξέρω πούθε.» (στ. 352-353)[25] λέει ο αγγελιοφόρος. Οι άνθρωποι αναλαμβάνοντας την ευθύνη των πράξεών τους, αντιλαμβάνονται το σφάλμα τους και μετανοούν συντετριμμένοι «Κι όποιος πιο πριν δεν ήθελε με τίποτε θεούς να λογαριάζει, τώρα προσεύχεται και προσκυνά γη και ουρανό.» Οι αλαζόνες Πέρσες που ασεβούν έναντι των θεών άλλοτε με την ίδια την υπερβολή τους, άλλοτε ταράσσοντας την ισορροπία της φύσης και άλλοτε βεβηλώνοντας ακόμα και τα ιερά των Ελλήνων, πρέπει να τιμωρηθούν[26]. Η τιμωρία και η πτώση είναι μοιραία. Τόσο το προφητικό όνειρο της Άτοσσας όσο και οι διαπιστώσεις (στ. 719 -754)[27], οι προφητείες (στ. 781- 829)[28] και οι παραινέσεις (στ. 830-842)[29] του Δαρείου λειτουργούν ως προανακρούσματα της πτώσης του Ξέρξη (αποτέλεσμα της «ύβρεως» του) αλλά και του λαού του. Το πάλαι ποτέ πολυάνθρωπο και ξακουστό βασίλειο του, όπου ο πλούτος και η χλιδή κυριαρχούσαν καταρρέει καθώς η μοίρα «ποδοπατά» ολόκληρο το γένος των Περσών (στ. 515-516)[30]. Οι γενναίοι στρατηγοί του πέφτουν στη μάχη. Οι στρατιώτες του πέφτουν μπροστά στις ξερές κρήνες αποτελειωμένοι από τη δίψα. Τέλος ο ίδιος πέφτει από το αλαζονικό βάθρο όπου είχε τοποθετήσει τον εαυτό του: σχίζει τα ρούχα του, μην αντέχοντας το θέαμα της συμφοράς που ο ίδιος προκάλεσε και παρουσιάζεται συντετριμμένος και περίλυπος μπροστά στους σεβάσμιους γέροντες, των οποίων την κριτική μοιάζει να μην μπορεί να αντέξει (στ. 914-915)[31].
Όλη την πορεία του δράματος τη διακρίνει μια ανοδική φορά δραματικής έντασης, που ξεκινά με τα ανησυχητικά προαισθήματα του Χορού, εντείνεται με το όνειρο της Άτοσσας και την αποκάλυψη της καταστροφής που φέρνει ο αγγελιοφόρος, κορυφώνεται με τις προβλέψεις του Δαρείου, ερμηνευτή από το βασίλειο των νεκρών, για να οδηγηθεί στην τελική έξαρση της οδύνης με τη θλιβερότατη εμφάνιση επί σκηνής του εξευτελισμένου και κατακουρελιασμένου βασιλιά Ξέρξη, που προκάλεσε τη συμφορά με την αφροσύνη και την άμετρη αλαζονεία του, προσκρούοντας μοιραία στο σκληρότατο βάθρο της θείας δίκης.
2. Μελετώντας τον Αίαντα του Σοφοκλή 2. 1. Η ταυτότητα του δράματος και του δημιουργού του
Ο Σοφοκλής γεννήθηκε το 497/6 στον Κολωνό. Υπηρέτησε την πατρίδα του από διάφορες θέσεις, αναλαμβάνοντας στρατιωτικά, οικονομικά και θρησκευτικά καθήκοντα. Οι Αθηναίοι τον εκτιμούσαν ιδιαίτερα, γι` αυτό και τον εξέλεξαν στρατηγό, μαζί με τον Περικλή, στην εκστρατεία της Σάμου το 441-440 π.Χ. Είχε πολλούς φίλους και συνδέθηκε με πολλά εξέχοντα πρόσωπα της εποχής του, όπως τον Κίμωνα, τον Περικλή, τον Ηρόδοτο και άλλους. Η αγάπη του για την Αθήνα τον έκανε να μην την εγκαταλείψει ποτέ, παρά μόνον για να την υπηρετήσει. Στο θέατρο εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 468 π.Χ., όταν νίκησε τον Αισχύλο και στεφανώθηκε από τον Κίμωνα, που μόλις είχε επιστρέψει από τη νικηφόρα εκστρατεία εναντίον των Περσών[32].
Ο "Αίαντας" είναι ο πρώτος -από τα σωζόμενα έργα του Σοφοκλή - ήρωας από μία σειρά αυτοχείρων πρωταγωνιστών. Γράφτηκε μεταξύ 450 και 440 π.Χ., είναι η παλαιότερη από τις επτά σωζόμενες τραγωδίες του Σοφοκλή και μέρος της τριλογίας Αίας - Τεύκρος - Ευρυσάκης. Θεωρείται ότι παρουσιάστηκε προς το τέλος της δεκαετίας του 440π.Χ και ότι ήταν από τα πιο δημοφιλή έργα του συγγραφέα, παρόλο που κατακρίθηκε ότι δε σέβεται την ενότητα της δράσης και του χώρου[33].
2. 2. Η υπόθεση του έργου
Το δράμα αρχίζει με τον Πρόλογο της Αθηνάς, που απευθυνόμενη στον Οδυσσέα - ο οποίος πλησιάζει την σκηνή του Αίαντα, γιατί έχει ακούσει κάποιες ανησυχητικές φήμες - τον κατατοπίζει χαιρέκακα γι' αυτά που έχουν συμβεί: ότι δηλαδή ο Αίαντας αφού νικήθηκε στην κρίση των όπλων του Αχιλλέα, βγήκε τη νύχτα αποφασισμένος να σκοτώσει τους Ατρείδες, προκειμένου να εκδικηθεί για την προσβολή που του έγινε. Εκείνη όμως, προκειμένου να βοηθήσει τους Έλληνες στρατηγούς και ειδικότερα τον προστατευόμενό της Οδυσσέα και να τιμωρήσει τον αλαζόνα και υβριστή Αίαντα, αρχικά του θολώνει το μυαλό, τον οδηγεί πάνω στα κοπάδια των Ελλήνων - κάνοντας τον να πιστέψει ότι ήταν οι Ατρείδες - και να σφάξει αυτά. Στη συνέχεια τον καλεί να βγει απ' τη σκηνή του και τον εμπαίζει με ανατριχιαστικό κυνισμό. Εκεί ο ήρωας, θολωμένος ακόμα από την τρέλα του, επιδεικνύει για μια ακόμη φορά κομπασμό και αλαζονεία, διαπράττει δηλαδή "ύβρη", που βρίσκει την ευκαιρία να καταδικάσει η θεά, επισημαίνοντας στον θορυβημένο Οδυσσέα τους κινδύνους που εγκυμονεί μια τέτοια συμπεριφορά, προοικονομώντας έτσι τη συνέχεια.
Κατόπιν εμφανίζονται μπροστά στη σκηνή του Αίαντα οι Σαλαμίνιοι ναύτες (χορός), έντρομοι και γεμάτοι ανησυχία για όσα έχουν ακούσει, ευελπιστώντας να είναι απλά κακές φήμες. Δυστυχώς όμως οι φήμες επιβεβαιώνονται τόσο από την αιχμάλωτη σύντροφο του Αίαντα Τέκμησσα, όσο κι απ'; όσα οι ίδιοι βλέπουν να διαδραματίζονται μέσα στη σκηνή του Αίαντα. Αργότερα ο ήρωας συνέρχεται από την κρίση τρέλας, αντιμετωπίζει την τραγική πραγματικότητα, αναγνωρίζοντας τι έχει διαπράξει, συνειδητοποιεί τον άθλιο ξεπεσμό του και, μην αντέχοντας την ντροπή, αποφασίζει να αυτοκτονήσει ακολουθώντας τον ηρωικό κώδικα τιμής. Αν και αρχικά μπροστά στη γυναίκα του και το χορό παραμένει αμετακίνητος στην απόφασή του να πεθάνει, λίγο αργότερα εμφανίζεται και πάλι, μοιάζοντας να έχει ανακαλέσει την απόφασή του. Τα λόγια του όμως αυτά είναι ψεύτικα. Καθώς τον πνίγει η απελπισία από την πλήρη γελοιοποίησή του, πηγαίνει στην ακρογιαλιά και αυτοκτονεί πέφτοντας με ορμή πάνω στο σπαθί, που του χάρισε κάποτε ο εχθρός του Έκτορας. Η Τέκμησσα ανακαλύπτει το νεκρό σώμα του και θρηνεί μαζί με τον χορό. Όταν φτάνει ο Τεύκρος - αδελφός του Αίαντα - που έχει μάθει τα γεγονότα, σπεύδει να βοηθήσει μα είναι ήδη αργά. Ο Αίαντας έχει πεθάνει και οι Έλληνες αρχηγοί αρνούνται την ταφή του, ως τιμωρία για όσα έχει διαπράξει.
Ο Τεύκρος συγκρούεται με τους δύο αρχηγούς των Ατρειδών, που απαγορεύουν την ταφή του νεκρού ήρωα. Ο Οδυσσέας όμως, ο άλλοτε άσπονδος εχθρός του, με τη σύνεσή που διέθετει και είχε ήδη επιβραβευθεί, πείθει τελικά τους Ατρείδες να υποχωρήσουν και να επιτρέψουν την ταφή του τραγικού Αίαντα. Το έργο κλείνει με την προετοιμασία της ταφής του ήρωα.
2. 3. Η ανάλυση
Με μια πρώτη ματιά το ενδιαφέρον του «Αίαντα» επικεντρώνεται στο "θέμα της τιμής", πολύ γνωστό ήδη από τον Όμηρο, ο οποίος εμπνεύσθηκε ολόκληρο το έπος της Ιλιάδας από την προσβολή της τιμής στον άριστο των Ελλήνων Αχιλλέα από τον αρχηγό των Αχαιών Αγαμέμνονα, ενώ με μια δεύτερη μπορεί κανείς μέσα στο έργο αυτό να διακρίνει και μια σειρά άλλων υπαινιγμών για τις αξίες της κοινωνίας που τόσο οι θεατές όσο και ο ίδιος ο Σοφοκλής είναι μέλη.
Στον «Αίαντα» ο Σοφοκλής επιχειρεί με αφορμή το μύθο του Αίαντα, γιου του Τελαμώνα, από τη Σαλαμίνα, να σκιαγραφήσει την εικόνα του ήρωα και των ηρωικών συμπεριφορών τα οποία είχαν μεν καθιερωθεί στα αρχαϊκά χρόνια οπωσδήποτε όμως επιβίωναν αν και ξεπερασμένα[34] ως πρότυπα στους απλούς ανθρώπους του 5ου αι. π.Χ.[35].
Ο Αίαντας είναι ένας από τους τραγικότερους ήρωες όλων των επικών ποιημάτων κι ίσως ο πιο δραματικός ήρωας της αρχαίας τραγωδίας. Σύμφωνα με το μύθο, ήταν ο γνωστότερος και ο πιο δυνατός ήρωας, μετά τον ημίθεο Αχιλλέα, ενώ ήταν θνητός. Στο στρατόπεδο των Αχαιών είχε τη σκηνή του στη μια άκρη (ενώ στην άλλη ήταν του Αχιλλέα) για να προστατεύουν καλύτερα τους συμπατριώτες τους από τις επιθέσεις των Τρώων. Η αξία του ως πολεμιστή ήταν αναγνωρισμένη από όλους. Επί δέκα χρόνια στο Ίλιο αγωνιζόταν ενάντια στους Τρώες με μόνες αρχές τον κώδικα του ήρωα. Ο κώδικας αυτός ήταν ουσιαστικά η ίδια η τιμή του ήρωα, η υστεροφημία του απέναντι στους άλλους ήρωες-βασιλείς. Αυτή η τιμή χάθηκε, όταν οι Αχαιοί - με τη μεσολάβηση της Αθηνάς - έδωσαν τα όπλα του νεκρού Αχιλλέα όχι στον γενναιότερο πολέμαρχο (αρχαϊκή αξία), αλλά στον ευφυέστερο (κλασσική αξία) και αγαπητό των θεών αλλά λιγότερο άξιο πολεμιστή, Οδυσσέα[36].
Η αρετή στον κόσμο του Αίαντα είναι συνώνυμη με την τόλμη και την ανδραγαθία. Ο ηρωικός, γενναίος, ανυποχώρητος και γεμάτος αυτοπεποίθηση πολεμιστής, που έχει επίγνωση της ανδρείας του (στ. 364-365 και στ. 418-427 και στ. 439 και 443-449)[37] και αξίωση να του την αναγνωρίσουν οι πάντες, δεν μπορεί να υποφέρει την προσβολή που του έγινε και την ντροπή από μια άδικη κατά τη γνώμη του κρίση (στ.98)[38]. Τυφλωμένος από την Άτη που του έστειλε η θεά Αθηνά και υπό το κράτος της μανίας, αποφασίζει να εκδικηθεί τους αίτιους της συμφοράς του. Η υπερηφάνεια του ήρωα λαβώθηκε, και τα μόνο που μπορεί να την ξεπλύνει σύμφωνα με τον σκληρό ηρωικό κώδικα αξιών που βασίζεται στον ανταγωνισμό και την πρωτιά, είναι το αίμα[39].
Γιατί όμως η θεά του έστειλε την Άτη; Την εξήγηση θα δώσει, μάλιστα πολύ αργά, ο μάντης Κάλχας Γιατί ο Αίαντας εκτός από ανδρείος και τολμηρός υπήρξε άφρων, αλαζόνας και υβριστής[40]. Συγκεκριμένα ξεκινώντας για τον πόλεμο, υπερτίμησε τις δυνάμεις του κι ενώ ο πατέρας του τον συμβούλεψε να προσπαθεί να νικά με το κοντάρι αλλά και με τη βοήθεια του θεού, ο Αίας αλαζονικά μιλώντας του απάντησε ως εξής: «Πατέρα, με των θεών τη βοήθεια κι ο ποιο ασήμαντος θα μπορούσε νίκη να πετύχει· όμως και χωρίς εκείνους έχω πεποίθηση πως θα πάρω αυτή τη δόξα» (στ 767-770). Κι όταν αργότερα κατά τη διάρκεια της μάχης η Αθηνά στάθηκε στο πλευρό του θέλοντας να τον βοηθήσει δίνοντάς του θάρρος, εκείνος «της αντιμίλησε με λόγο φοβερό κι ανείπωτο» (στ. 774)[41]. Έτσι «τη μισητή της θεάς οργή απόχτησε, γιατί δε σκεφτόταν όπως ταιριάζει σ'; άνθρωπο» (στ. 776-777)[42]. Μα κι όταν ακόμα συνειδητοποίησε τι έκανε και μοιάζει να μετανοεί ο Αίαντας και πάλι βλασφημεί[43] αντί να υποσχεθεί σεβασμό στους θεούς και υποχώρηση στους βασιλιάδες αυτός υπόσχεται ακριβώς το αντίθετο (στ. 666-667)[44].
Οι θεοί όμως αγαπούν τους φρόνιμους και μισούν τους κακούς, τους αλαζόνες και όσους κομπορρημονούν για την ανωτερότητα τους και είναι σε θέση μέσα σε μια μέρα με μια τους κίνηση αυτόν που βρίσκεται ψηλά να τον ρίξουν χαμηλά (στ. 127-133)[45] και ο Αίαντας είναι ένας από αυτούς. Έτσι την ίδια ώρα που όλοι είναι συγκλονισμένοι από αυτή την άγρια επίθεση της μοίρας στον άριστο των Ελλήνων, η Αθηνά σαρκάζει μέσα στο μεγαλείο της (στ. 79)[46], καθώς βλέπει στη μοίρα αυτή ένα μόνο παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η θεία δύναμη εξωθεί τον άνθρωπο όπου αυτή θέλει (στ. 118)[47].
Όταν οι Λιτές καταφτάνουν, δηλαδή ο Αίαντας συνέρχεται και συνειδητοποιεί τι ακριβώς έκανε, τότε νιώθει διπλά ντροπιασμένος και ατιμασμένος καθώς σκέφτεται ότι αυτός ο τολμηρός ανδρείος άνδρας όχι μόνο δεν κέρδισε τα όπλα του Αχιλλέα, αλλά αντί να σκοτώσει αυτούς που τον γελοιοποίησαν άπλωσε το χέρι και το σπαθί του σε δειλά κι άβουλα ζώα[48]. Η πράξη του δεν εμπίπτει στις αξίες του ηρωικού κώδικα. Μέσα στο μονόλογό του που ακολουθεί, ξετυλίγεται όλος ο ηρωικός κώδικας του οποίου ποια ο ίδιος κατά την άποψή του δεν είναι τιμητής, καθώς κανείς πια μετά από αυτή του την κίνηση δεν τον εκτιμά. Πιστεύοντας - γιατί έτσι επιβάλει ο ηρωικός κώδικας με τον οποίο έχει γαλουχηθεί - ότι εξαιτίας της ενέργειάς του τόσο οι θεοί όσο και οι άνθρωποι, τον μισούν (στ. 457-459)[49] και τον περιγελούν και ότι ακόμα κι ο πατέρας του δεν θα είναι περήφανος γι'; αυτόν - καθώς θα τον δει να παρουσιάζεται μπροστά του γυμνός από βραβεία και λάφυρα του πολέμου - αναζητά μια λύση αντάξια του ηρωικού παρελθόντος του. Έτσι ο ήρωας κάνει μια ύστατη προσπάθεια να ορθώσει το ανάστημά του στέκοντας ανυποχώρητος στις άγριες επιθέσεις της μοίρας, σε αντίθεση με ότι μέχρι τότε είχε προτείνει ο Αισχύλος που ήθελε τον άνθρωπο έρμαιο της μοίρας του, υπό των θεών, ο ήρωας του Σοφοκλή στέκει απέναντί τους ως μια πλήρως αυτοδύναμη μορφή[50]. Επιλέγει το δρόμο της αυτοδιάθεσης και της προσωπικής αξιοπρέπειας, που χαρακτηρίζει την ελευθερία και την ψυχική του ανάταση, δηλαδή το θάνατο[51].
Αν ληφθεί υπόψη ο ορισμός που ο Αριστοτέλης δίνει για τις αρετές έναν αιώνα μόλις μετά τη διδασκαλία του «Αίαντα», σύμφωνα με τον οποίο αυτές ορίζονται ως το «ηθικό μέσον» ανάμεσα σε δύο ακρότητες, το οποίο κατορθώνεται μόνο υπό την εποπτεία της φρόνησης και καθορίζεται ανάλογα με την περίσταση και την ηθική κοινότητα, για παράδειγμα η ανδρεία είναι αρετή στο μέτρο που βρίσκεται ανάμεσα στην «υπερβολή» του θράσους και στην «έλλειψη» του φόβου και άρα ανδρείος είναι εκείνος που αποφεύγει τα ηθικά άκρα,[52] τότε η ανδρεία του Αίαντα θα μπορούσε να τεθεί υπό αμφισβήτηση. Διότι ναι μεν ο Αίαντας δεν βρίσκεται στο χαμηλότερο άκρο καθώς ο φόβος απουσιάζει απ αυτόν, έχει όμως ξεπεράσει το άλλο άκρο καθώς η αυτοπεποίθησή του έχει υπερβεί τα ανθρώπινα όρια και τον κάνει αλαζόνα[53]. Όμως ο Αίαντας ζει σε μια άλλη εποχή και έχει μεγαλώσει σε μια κοινωνία όπου οι ηθικές αξίες διαφέρουν από αυτές της εποχής του Σοφοκλή πολύ δε μάλλον του Αριστοτέλη. Και μπορεί η υπερβολή στην ανδρεία κατά περιόδους να συγχωρείται ο αλαζόνας όμως και ο άφρων διαχρονικά τιμωρείται και οδηγείται στην πτώση. Και ο Αίαντας αν και υπήρξε άνδρας άριστος υπήρξε και αλαζόνας και άφρων[54] κι ως εκ τούτου θα πρέπει να τιμωρηθεί τόσο απ'; τους θεούς (Αθηνά - Άτη) όσο κι απ'; τους ανθρώπους (Ατρείδες , κρίση όπλων - άρνηση ταφής).
Επιλεγόμενα
Η αρχαία ελληνική τραγωδία, που σύμφωνα με τον Αριστοτέλη «πολλάς μεταβολάς μεταβάλουσα ...; επαύσατο, επεί έσχε της αυτής φύσιν.»[55] εμφανίζεται στην πλήρη μορφή της στις αρχές του 5ου αι. π.Χ., όχι απλά ως μια μορφή τέχνης, αλλά ως κοινωνικός θεσμός που εισάγει η πόλη με την ίδρυση των τραγικών αγώνων, πλάι στα νέα πολιτικά και δικαστικά της όργανα. Υπό την επίβλεψη του Επώνυμου άρχοντα και σύμφωνα με τους νέους κανόνες που ισχύουν για όλους τους πολιτικούς και κοινωνικούς θεσμούς, η πόλη θεσπίζει και ένα θέαμα για όλους τους πολίτες.
Το γεγονός αφενός μεν ότι η τραγωδία διαδέχεται το αρχαϊκό έπος και τη λυρική ποίηση, αφετέρου δε ότι χάνεται την εποχή του θριάμβου της φιλοσοφίας, επιβεβαιώνει για έναν ακόμα λόγο τον παιδευτικό χαρακτήρα της, καθώς η συμμετοχή σε όλο αυτό μοιάζει να λειτουργεί σαν ο ενδιάμεσος σταθμός εκπαίδευσης του πολίτη που οδηγείται σταδιακά σε μια νέα τάξη πραγμάτων και μια βαθύτερη εσωτερική και φιλοσοφική αναζήτηση. Ήδη από τα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ. ο άνθρωπος έχει αρχίσει να θέτει στον εαυτό του ορισμένα πολύ σημαντικά ερωτήματα για την ύπαρξη του και τη θέση του στον κόσμο, τη σχέση του ΅ε τους θεούς, τα όρια της ελευθερίας του απέναντί στους θεσμούς κλπ.
Μέσα σ'; αυτό το πλαίσιο, οι τραγικοί ποιητές του 5ου αιώνα π.Χ., εμπνεόμενοι κυρίως από τους μύθους των Ομηρικών επών[56] και έχοντας εισπράξει από το μεγάλο επικό ποιητή το δίδαγμα πως την αλαζονεία ακολουθεί η τιμωρία, εξετάζουν και πραγματεύονται με τον αέρα της ανανέωσης που πνέει παντού, τους χαρακτήρες, τα ήθη, τις αξίες και τις συμπεριφορές των αρχαϊκών ηρώων: ό,τι δηλαδή απέρριψαν προκειμένου να οδηγηθούν στη νέα πόλη με κύρια χαρακτηριστικά την ισότητα, την ισονομία, την ισηγορία και την ισοπολιτεία και καταλήγουν σε συμπεράσματα με καθολική ισχύ που φέρουν ωστόσο έντονη τη σφραγίδα της αρχαϊκής κληρονομιάς. Κατά συνέπεια όλο σχεδόν το έργο τους οικοδομείται πάνω στο δίπολο: ύβρις-τίσις, πράγμα που διαπιστώνουμε τόσο στους «Πέρσες» του Αισχύλου όσο και στον «Αίαντα» του Σοφοκλή. Η διαφορά έγκειται στο ότι το μοτίβο της «ύβρεως», στους μεν «Πέρσες» ταυτίζεται κυρίως με την αρχαϊκή νοοτροπία της παραβίασης της φυσικής τάξης που κατά τον Αισχύλο και τους παλαιότερους δεν πρέπει να διαταραχθεί, στο δε «Αίαντα» με την αμφισβήτηση της εξουσίας[57], τόσο της θεϊκής (Αθηνά) όσο και τις ανθρώπινης (Ατρείδες) και την υιοθέτηση νέων προτύπων με νέες αξίες (Οδυσσέας - Νόηση), αποτέλεσμα των αλλαγών που συντελέστηκαν και ο Σοφοκλής μοιάζει να τις έχει αντιληφθεί και να τις συμμερίζεται.
Βιβλιογραφία
Αισχύλου, Πέρσες, μτφρ. Ευαγ. Αδάμος, εκδ. Ζήτρος, Θες/κη 2005.
Αριστοτέλους, Περί Ποιητικής, μτφρ. Σ. Μενάνδρου, εισαγωγή, κείμενο και ερμηνεία Ι. Συκουτρή, Εστία 2004.
Γιόση Μ., «Σοφοκλής», στο: Γράμματα Ι: Αρχαία Ελληνική και Βυζαντινή φιλολογία, Ε. Αλεξίου κ.α., εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 2001.
Κουκουζέλη Α., «Οι αξίες των αρχαίων Ελλήνων», στο: Εισαγωγή στον Ελληνικό Πολιτισμό, εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 2000, τ. Β';.
Lesky Albin, Ιστορία της αρχαίας Ελληνικής λογοτεχνίας, μτφρ. Α. Τσοπανάκη, εκδ. Κυριακίδη, Θεσ/κη 2003.
Lesky Albin, Η τραγική ποίηση των αρχαίων Ελλήνων, μτφρ. Ν. Χουρμουζιάδης, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 2007.
Louise Bruit Zaidman και Pauline Schmitt Pantel, Η θρησκεία στις ελληνικές πόλεις της κλασσικής εποχής, (μετ. Κ. Μπούρας, επιμ. Μ. Τριανταφύλλου εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2007.
Αισχύλος, Πέρσες, Πρόλογος: Δανιήλ Ιακώβ, μετάφραση - ερμηνεία: Ευαγ. Αδάμος, εκδ. Ζήτρος, Θες/κη 2005.
Murray Gilbert, Αισχύλος, Ο δημιουργός της τραγωδίας, μτφρ. Β. Μανδηλαρά, εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1993.
Ανδριανού Ε., «Ο Αισχύλος και η μετάβαση της τραγωδίας από την αρχαϊκή στην κλασσική φάση της», στο: Αρχαίο Ελληνικό Θέατρο, Ο δραματικός λόγος από τον Αισχύλο ως τον Μένανδρο, εκδ. Ε.Α.Π., Πάτρα 2001.
Πολίτης. Β. - Κόντος Π., «Η φιλοσοφία του Αριστοτέλη», στο: Ελληνική Φιλοσοφία και Επιστήμη από την Αρχαιότητα έως τον 20ο αιώνα.. εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 2000.
Ομήρου, Ιλιάδα, μτφρ. Ν. Καζαντάκη - Ι. Κακριδή, εκδ. Εστία.
Σοφοκλή, Αίας, μτφρ. Τ. Ρούσσος, εκδ. Κάκτος, Αθήνα 1992.
Σοφοκλή, Αίας, μτφρ. Θ. Μαυρόπουλος, εκδ. Ζήτρος, Θες/κη 2008.
Winnigton R. P. - Ingram, Σοφοκλής, Ερμηνευτική προσέγγιση, μτφρ. Ν. Πετρόπουλος - Χ. Φαράκλας, εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1999.
[1] Κουκουζέλη Α., «Οι αξίες των αρχαίων Ελλήνων», στο: Εισαγωγή στον Ελληνικό Πολιτισμό, εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 2000, τ. Β'; σελ. 25-72.
[2] Αισχύλος, Πέρσες, μτφρ. Ευαγ. Αδάμος, εκδ. Ζήτρος, Θες/κη 2005, στ. 548-557.
[3] Κουκουζέλη Α., «Οι αξίες των αρχαίων Ελλήνων», στο: Εισαγωγή στον Ελληνικό Πολιτισμό, εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 2000, τ. Β'; σελ. 25-72.
[4] Σοφοκλή, Αίας, μτφρ. Τ. Ρούσσος, εκδ. Κάκτος, Αθήνα 1992, στ. 127-133.
[5] Lesky Albin, Ιστορία της αρχαίας Ελληνικής λογοτεχνίας, μτφρ. Α. Τσοπανάκη, εκδ. Κυριακίδη, Θεσ/κη 2003, σελ.357.
[6] Όμηρος, Ιλιάδα, μτφρ. Ν. Καζαντάκη - Ι. Κακριδή, εκδ. Εστία , Τ 91-93.
[7] Όμηρος, Ιλιάδα, μτφρ. Ν. Καζαντάκη - Ι. Κακριδή, εκδ. Εστία, Ι 502-512.
[8] Louise Bruit Zaidman και Pauline Schmitt Pantel, Η θρησκεία στις ελληνικές πόλεις της κλασσικής εποχής, (μετ. Κ. Μπούρας, επιμ. Μ. Τριανταφύλλου εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2007, σελ. 11-21.
[9] Αισχύλος, Πέρσες, Πρόλογος: Δανιήλ Ιακώβ, μετάφραση - ερμηνεία: Ευαγ. Αδάμος, εκδ. Ζήτρος, Θες/κη 2005, σελ. 29-39 και Lesky Albin, Η τραγική ποίηση των αρχαίων Ελλήνων, μτφρ. Ν. Χουρμουζιάδης, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 2007, σελ. 117-125.
[10] Lesky Albin, Η τραγική ποίηση των αρχαίων Ελλήνων, μτφρ. Ν. Χουρμουζιάδης, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 2007, σελ. 141 και Αισχύλος, Πέρσες, Πρόλογος: Δανιήλ Ιακώβ, μετάφραση - ερμηνεία: Ευαγ. Αδάμος, εκδ. Ζήτρος, Θεσ/κη 2005, σελ.44-46 και Lesky Albin, Ιστορία της αρχαίας Ελληνικής λογοτεχνίας, μτφρ. Α. Τσοπανάκη, εκδ. Κυριακίδη, Θεσ/κη 2003, σελ. 354 και Murray Gilbert, Αισχύλος, Ο δημιουργός της τραγωδίας, μτφρ. Β. Μανδηλαρά, εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1993, σελ. 102.
[11] Αισχύλος, Πέρσες, μτφρ. Ευαγ. Αδάμος, εκδ. Ζήτρος, Θες/κη 2005, σελ. 237.
[12] Ανδριανού Ε., «Ο Αισχύλος και η μετάβαση της τραγωδίας από την αρχαϊκή στην κλασσική φάση της», στο: Αρχαίο Ελληνικό Θέατρο, Ο δραματικός λόγος από τον Αισχύλο ως τον Μένανδρο, εκδ. Ε.Α.Π., Πάτρα 2001, σελ. 50-55 και [12] Lesky Albin, Η τραγική ποίηση των αρχαίων Ελλήνων, μτφρ. Ν. Χουρμουζιάδης, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 2007, σελ. 142 και Αισχύλος, Πέρσες, μτφρ. Ευαγ. Αδάμος, εκδ. Ζήτρος, Θες/κη 2005 σελ. 124-125.
[13] Αισχύλος, Πέρσες, μτφρ. Ευαγ. Αδάμος, εκδ. Ζήτρος, Θες/κη 2005, σελ.235.
[14] Murray Gilbert, Αισχύλος, Ο δημιουργός της τραγωδίας, μτφρ. Β. Μανδηλαρά, εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1993, σελ. 111.
[15] Lesky Albin, Η τραγική ποίηση των αρχαίων Ελλήνων, μτφρ. Ν. Χουρμουζιάδης, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 2007, σελ. 142 και Αισχύλος, Πέρσες, μτφρ. Ευαγ. Αδάμος, εκδ. Ζήτρος, Θες/κη 2005 σελ.125-128.
[16] Ανδριανού Ε., «Ο Αισχύλος και η μετάβαση της τραγωδίας από την αρχαϊκή στην κλασσική φάση της» στο: Αρχαίο Ελληνικό Θέατρο, Ο δραματικός λόγος από τον Αισχύλο ως τον Μένανδρο, εκδ. Ε.Α.Π., Πάτρα 2001, σελ. 52.
[17] Αισχύλος, Πέρσες, μτφρ. Ευαγ. Αδάμος, εκδ. Ζήτρος, Θες/κη 2005, σελ. 261.
[18] Αισχύλος, Πέρσες, μτφρ. Ευαγ. Αδάμος, εκδ. Ζήτρος, Θες/κη 2005, σελ. 267.
[19] Αισχύλος, Πέρσες, μτφρ. Ευαγ. Αδάμος, εκδ. Ζήτρος, Θες/κη 2005, σελ. 261.
[20] Αισχύλος, Πέρσες, μτφρ. Ευαγ. Αδάμος, εκδ. Ζήτρος, Θες/κη 2005, σελ. 267.
[21] Αισχύλος, Πέρσες, μτφρ. Ευαγ. Αδάμος, εκδ. Ζήτρος, Θες/κη 2005, σελ. 267.
[22] Αισχύλος, Πέρσες, μτφρ. Ευαγ. Αδάμος, εκδ. Ζήτρος, Θες/κη 2005, σελ. 273.
[23] Αισχύλος, Πέρσες, μτφρ. Ευαγ. Αδάμος, εκδ. Ζήτρος, Θες/κη 2005, σελ. 275.
[24] Αισχύλος, Πέρσες, μτφρ. Ευαγ. Αδάμος, εκδ. Ζήτρος, Θες/κη 2005, σελ. 261.
[25] Αισχύλος, Πέρσες, μτφρ. Ευαγ. Αδάμος, εκδ. Ζήτρος, Θες/κη 2005, σελ. 261.
[26] Murray Gilbert, Αισχύλος, Ο δημιουργός της τραγωδίας, μτφρ. Β. Μανδηλαρά, εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1993, σελ. 112.
[27] Αισχύλος, Πέρσες, μτφρ. Ευαγ. Αδάμος, εκδ. Ζήτρος, Θες/κη 2005, σελ. 297.
[28] Αισχύλος, Πέρσες, μτφρ. Ευαγ. Αδάμος, εκδ. Ζήτρος, Θες/κη 2005, σελ. 303 - 309.
[29] Αισχύλος, Πέρσες, μτφρ. Ευαγ. Αδάμος, εκδ. Ζήτρος, Θες/κη 2005, σελ. 309.
[30] Αισχύλος, Πέρσες, μτφρ. Ευαγ. Αδάμος, εκδ. Ζήτρος, Θες/κη 2005, σελ. 277.
[31] Αισχύλος, Πέρσες, μτφρ. Ευαγ. Αδάμος, εκδ. Ζήτρος, Θες/κη 2005, σελ. 315.
[32] Lesky Albin, Η τραγική ποίηση των αρχαίων Ελλήνων, μτφρ. Ν. Χουρμουζιάδης, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 2007, σελ. 283-289 και Lesky Albin, Ιστορία της αρχαίας Ελληνικής λογοτεχνίας, μτφρ. Α. Τσοπανάκη, εκδ. Κυριακίδη, Θεσ/κη 2003, σελ.389-390 και Σοφοκλής, Αίας, μτφρ. Θ. Μαυρόπουλος, εκδ. Ζήτρος, Θες/κη 2008. σελ. 45.
[33] Lesky Albin, Η τραγική ποίηση των αρχαίων Ελλήνων, μτφρ. Ν. Χουρμουζιάδης, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 2007, σελ. 283-289 και Lesky Albin, Ιστορία της αρχαίας Ελληνικής λογοτεχνίας, μτφρ. Α. Τσοπανάκη, εκδ. Κυριακίδη, Θεσ/κη 2003, σελ.395-399.
[34] Ανδριανού Ε., «Ο Σοφοκλής και η κλασική φάση της τραγωδίας», στο: Αρχαίο Ελληνικό θέατρο, Ο δραματικός λόγος από τον Αισχύλο ως τον Μένανδρο, εκδ. ΕΑΠ., Πάτρα 2001,
Περισσότερα... »